Σ' ένα μακρόστενο τραπέζι οι ηθοποιοί κάθονται και μας κοιτούν. Τους κοιτάμε κι εμείς. Οι κανόνες του παιχνιδιού είναι προφανείς και δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον: όποτε έρχεται η σειρά τους, είτε σηκώνονται και «παίζουν» από τη θέση τους, είτε τρέχουν προς το συμφωνημένο σημείο, όπου διεξάγεται η «δράση». Φωτο: Ανδρέας Σιμόπουλος
Σ' ένα μακρόστενο τραπέζι οι ηθοποιοί κάθονται και μας κοιτούν. Τους κοιτάμε κι εμείς. Οι κανόνες του παιχνιδιού είναι προφανείς και δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον: όποτε έρχεται η σειρά τους, είτε σηκώνονται και «παίζουν» από τη θέση τους, είτε τρέχουν προς το συμφωνημένο σημείο, όπου διεξάγεται η «δράση». Φωτο: Ανδρέας Σιμόπουλος

 

Πρώτα ήρθε ο «θάνατος του συγγραφέα», μετά ο «θάνατος του ήρωα». Ο κορυφαίος σημειολόγος και θεωρητικός Ρολάν Μπαρτ υποστήριξε το 1967 ότι το νόημα ενός κειμένου δεν προέρχεται (ή τουλάχιστον δεν περιορίζεται) από τις προθέσεις του συγγραφέα, αλλά αναδύεται μέσα από την ερμηνευτική ματιά του αναγνώστη. Κάθε φορά που κάποιος διαβάζει ένα κείμενο, αυτό γεννιέται ξανά και ξανά σε μια αέναη διαδικασία νοηματοδότησής του. Δεκαέξι χρόνια αργότερα, η Αμερικανίδα κριτικός και θεωρητικός του θεάτρου Έλινορ Φιουκς διέγνωσε με τη σειρά της τον «θάνατο του ήρωα» («The death of character», Theater Communications, Μάρτιος 1983).


Καταγράφοντας τις αναζητήσεις και τους πειραματισμούς της νεοϋορκέζικης σκηνής της δεκαετίας του '70 και του '80, η Φιουκς παρατήρησε μια μεγάλη μεταβολή. «Συγγραφείς και σκηνοθέτες που εργάζονται στην κόψη του θεατρικού γίγνεσθαι δείχνουν να βιώνουν ένα νέο είδος πραγματικότητας, όπου δεν υπάρχει πλέον τίποτε "εκεί έξω" ή κανένας "εδώ μέσα" για να τον μιμηθούν». Αναφερόμενη στις τότε πρωτοποριακές δυνάμεις του αμερικανικού θεάτρου (Wooster Group, Ρίτσαρντ Φόρμαν, Λι Μπρούερ, Mabou Mines κ.ά.), έγραφε: «Αυτοί οι καλλιτέχνες μοιάζουν να λένε "δεν μπορoύμε πλέον να ανα-παραστήσουμε"». Ως αποτέλεσμα αυτού του αδιεξόδου γεννήθηκε το μεταμοντέρνο: εκεί όπου σημειώνεται «η κατάρρευση των ορίων – ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς, ανάμεσα στα φύλα, ανάμεσα στις τέχνες, ανάμεσα στις ειδικότητες, ανάμεσα στα είδη, ανάμεσα στην κριτική και την τέχνη, την ερμηνεία και το κείμενο, το σημαίνον και το σημαινόμενο και ούτω καθεξής». Οι τέχνες δανείζονται η μία από την άλλη και μετασχηματίζονται. Τα κείμενα αποδομούνται και φανερώνουν αντιφατικές ερμηνευτικές δυνατότητες. Η πραγματικότητα αντικαθίσταται από σημεία και σύμβολα που αντικατοπτρίζουν άλλα σημεία και σύμβολα (Μποντριγιάρ). Τι είναι πλέον αληθινό; Κολυμπώντας μέσα σε παράξενα ύδατα, οι καλλιτέχνες του θέατρου στήνουν «μια σκηνή που κοιτάζει προς τα μέσα, προς τον εαυτό της». Η ενασχόληση με τα ίδια τα δημιουργήματα, τις τεχνικές και τα στυλ του θεάτρου αναδύεται και κυριεύει τις ευαισθησίες. Το pastiche, το «σχόλιο», η αναπαραγωγή και το παιχνίδι με τεχνοτροπίες και έργα του παρελθόντος κυριαρχεί. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανακατατάξεων σημειώνεται μια εξαΰλωση της έννοιας του ήρωα, εξού και ο «θάνατός» του.

 

Ο ένας «διορθώνει» την πόζα του άλλου: το εγώ αναδύεται μόνο όταν κάποιος το σκηνοθετεί, μοιάζει να λέει η παράσταση. Ιδέα που ακούγεται ωραία, στην πράξη όμως διαγράφεται ανίσχυρη, έτσι όπως εκτελείται ανέμπνευστα, σχεδόν διεκπεραιωτικά, σαν πρόβα που μπαγιάτεψε κι έχασε όλο τον ενθουσιασμό της.


Η ασυνέχεια, η ασυνέπεια και η πολλαπλότητα του εγώ προβληματίζει ως προς τη θεατρική αποτύπωσή της. Στον προφητικό πρόλογό του στη Δεσποινίδα Τζούλια (1888), ο Στρίντμπεργκ είχε πρώτος αποκαλέσει τους ήρωές του «ψυχές» που «δεν έχουν χαρακτήρα», αλλά είναι φτιαγμένοι «από παλιές και τωρινές ζώνες πολιτισμού, αποσπάσματα από βιβλία και εφημερίδες, αποφάγια της ανθρωπότητας, κομμάτια υφάσματος που κόπηκαν από όμορφα ρούχα κι έγιναν κουρέλια, μπαλωμένα όλα μαζί, όπως η ανθρώπινη ψυχή». Ο Φρόιντ μίλησε για τον διχασμό μεταξύ συνειδητού και ασυνείδητου. O Λακάν για τις φαντασιακές ταυτίσεις του εγώ. O Μπρεχτ «έσπρωξε» τον ηθοποιό έξω από τον ρόλο και του έδωσε ανεξαρτησία, επιδιώκοντας την αποστασιοποίηση του θεατή και την καλλιέργεια της κριτικής ικανότητας. Οι μεταμοντέρνοι αντιμετώπισαν την ιδέα του εαυτού ως κάτι διασκορπισμένο, μη ενιαίο, ενίοτε ακόμη και μη ανθρώπινο. Το ερώτημα, μέσα από όλες αυτές τις περιπέτειες της τέχνης, της φιλοσοφίας και της ψυχανάλυσης παραμένει αμετάβλητο: τι συνιστά το εγώ και πώς μπορούμε να το γνωρίσουμε;

 

Ο Γιάννος Περλέγκας, ένας Σγαναρέλος που εξεγείρεται, αποδοκιμάζοντας τον τρόπο ζωής του αφεντικού του, έμεινε κι αυτός μετέωρος, παρά το ειδικό βάρος του ως ηθοποιού. Φωτο: Ανδρέας Σιμόπουλος
Ο Γιάννος Περλέγκας, ένας Σγαναρέλος που εξεγείρεται, αποδοκιμάζοντας τον τρόπο ζωής του αφεντικού του, έμεινε κι αυτός μετέωρος, παρά το ειδικό βάρος του ως ηθοποιού. Φωτο: Ανδρέας Σιμόπουλος


Η προσπάθεια να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά στην παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού αποδείχτηκε άκαρπη. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, όταν ολόκληρη η διαδικασία αναζήτησης διεξάγεται με τόσο επιπόλαιους όρους; Tα φώτα της πλατείας μένουν ανοιχτά. Σ' ένα μακρόστενο τραπέζι οι ηθοποιοί κάθονται και μας κοιτούν. Τους κοιτάμε κι εμείς. Οι κανόνες του παιχνιδιού είναι προφανείς και δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον: όποτε έρχεται η σειρά τους, είτε σηκώνονται και «παίζουν» από τη θέση τους, είτε τρέχουν προς το συμφωνημένο σημείο, όπου διεξάγεται η «δράση». Κάθε φορά που μιλάνε, λένε πρώτα το όνομα του ρόλου τους (π.χ. «Πιερό», «Σαρλότ», «Ματουρίν» κ.ο.κ.). Όταν δεν κάνουν κάτι από τα προηγούμενα, διεκπεραιώνουν χαριτωμένες αγγαρείες, όπως η τοποθέτηση της κάμερας ή η μετακίνηση αντικειμένων. Σε κάθε άλλη περίπτωση, συμμετέχουν με το «βλέμμα» ως παρατηρητές.


Το κείμενο του Μολιέρου συνοδεύεται από μια ποικιλία μικροπαρεμβάσεων: τις σκέτες εξυπνάδες («με το σι και με το νίγμα»), τις εξυπνάδες με μεταθεατρική allure («έτσι λέει το κείμενο!»), τις διδακτικές προσθήκες («οι άνθρωποι κρύβονται πίσω από τους ρόλους...») και τα συναφή σχόλια που συνθέτουν σταδιακά την αίσθηση μιας εφηβικής εκτόνωσης, βασισμένης σε πρωτόλειες αναζητήσεις και πειράγματα εκ του ασφαλούς: βάζουμε κοστούμια εποχής, αλλά την ίδια στιγμή τα κοροϊδεύουμε· «αδειάζουμε» θεατρικά τη σκηνή του τέλους, αλλά αμέσως μετά κάνουμε πλάκα με την επιλογή μας: «Καλά, είναι τέλος αυτό;» ακούγεται η τελευταία φράση της βραδιάς. Ο ένας «διορθώνει» την πόζα του άλλου: το εγώ αναδύεται μόνο όταν κάποιος το σκηνοθετεί, μοιάζει να λέει η παράσταση. Ιδέα που ακούγεται ωραία, στην πράξη όμως διαγράφεται ανίσχυρη, έτσι όπως εκτελείται ανέμπνευστα, σχεδόν διεκπεραιωτικά, σαν πρόβα που μπαγιάτεψε κι έχασε όλο τον ενθουσιασμό της. Επιπλέον, για να καλύψουμε όλα τα ενδεχόμενα, η σοπράνο Μυρσίνη Μαργαρίτη τραγουδάει άριες από τον Ντον Τζιοβάνι επί σκηνής. Ένα ποτ-πουρί από θραύσματα διάσημων κλασικών κομματιών κάνει την εισβολή του. Στιγμιότυπα από παλιές παραστάσεις προβάλλονται στην οθόνη.


Δεν ξέρω, πραγματικά, τι εξυπηρετούν όλες αυτές οι αναφορές στο παρελθόν του μύθου του Δον Ζουάν, όταν τα νοήματα του κειμένου μένουν στο σκοτάδι. Αν ήταν επιδίωξη των συντελεστών να παρουσιαστεί ο ήρωας ως αντανάκλαση προηγούμενων εκδοχών του, ούτε αυτός ο στόχος εκπληρώθηκε. Η παράθεση αποσπασμάτων λειτουργεί επιμορφωτικά – αυτό όμως είναι το ζητούμενο; Ποιος είναι ο Δον Ζουάν και πώς προσπαθεί να ορίσει την ταυτότητά του; Είναι πραγματικά ελεύθερος, πνεύμα ασυμβίβαστο που αρνείται κάθε μεταφυσική ψευδαίσθηση ή ένας ψυχρός εκμεταλλευτής των αδυνάτων που πεθαίνει το ίδιο σκληρά όπως έζησε; Ο Χάρης Φραγκούλης κάνει ό,τι μπορεί, αλλά δεν νομίζω να έλαβε περισσότερες απαντήσεις απ' ό,τι εμείς. Ερμηνεύει με υποτονική ειρωνεία τους επιμέρους «ρόλους» του και μόνο στο τέλος μας βγάζει από τον λήθαργό μας – όταν ξεσπά διαμαρτυρόμενος: «Ποτέ δεν θα μετανοήσω, ποτέ! Ποτέ!». Μια χαραμάδα συναισθήματος ανοίγει, μια φευγαλέα επικοινωνία με τον ήρωα, η οποία σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τρεις ώρες ανούσιας περιπλάνησής μας σε χιλιομασημένα βοσκοτόπια. Ο Γιάννος Περλέγκας, ένας Σγαναρέλος που εξεγείρεται, αποδοκιμάζοντας τον τρόπο ζωής του αφεντικού του, έμεινε κι αυτός μετέωρος, παρά το ειδικό βάρος του ως ηθοποιού.

 

Ο Χάρης Φραγκούλης κάνει ό,τι μπορεί, αλλά δεν νομίζω να έλαβε περισσότερες απαντήσεις απ' ό,τι εμείς. Ερμηνεύει με υποτονική ειρωνεία τους επιμέρους «ρόλους» του και μόνο στο τέλος μας βγάζει από τον λήθαργό μας – όταν ξεσπά διαμαρτυρόμενος: «Ποτέ δεν θα μετανοήσω, ποτέ! Ποτέ!». Φωτο: Ανδρέας Σιμόπουλος
Ο Χάρης Φραγκούλης κάνει ό,τι μπορεί, αλλά δεν νομίζω να έλαβε περισσότερες απαντήσεις απ' ό,τι εμείς. Ερμηνεύει με υποτονική ειρωνεία τους επιμέρους «ρόλους» του και μόνο στο τέλος μας βγάζει από τον λήθαργό μας – όταν ξεσπά διαμαρτυρόμενος: «Ποτέ δεν θα μετανοήσω, ποτέ! Ποτέ!». Φωτο: Ανδρέας Σιμόπουλος


Εν κατακλείδι, η φράση «επίσκεψη στον μύθο του Δον Ζουάν και στο κείμενο του Μολιέρου» που διαβάζουμε ως υπότιτλο στο πρόγραμμα αποδεικνύεται ακριβής: μια «επίσκεψη» δεν συνεπάγεται ουσιαστική γνωριμία. Τυπικές χειραψίες, κοινωνικές ευγένειες ή αστοχίες και αντίο σας. Δεν παλεύονται τα θηρία με άριες και κολπάκια, απόηχους ενός κακώς αφομοιωμένου και όψιμου μεταμοντερνισμού. Η μόνη αλήθεια που έχει αξία είναι αυτή που αποκαλύπτεται στην πορεία, λέει ο Κούντερα, όχι αυτή που είναι ήδη γνωστή από την αρχή... και σίγουρα όχι αυτή που σπεύδει, σαν καλή μαθήτρια, να σχολιάζει καθετί, θα συμπληρώναμε.

 

Ιnfo:

Δον Ζουάν

Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση (Κεντρική Σκηνή)

Λεωφ. Συγγρού 107

25 Ιαν.-19 Φεβρ. 2017

20:30

www.sgt.gr

 

Μετάφραση κειμένου Μολιέρου: Δημήτρης Δημητριάδης

Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός

Δραματουργία: Μιχαήλ Μαρμαρινός, Έρι Κύργια

Μουσική - Μεταγραφή Don Giovanni του Μότσαρτ: Δημήτρης Καμαρωτός

Διαμόρφωση χώρου: Kenny McLellan

Κοστούμια: Εύα Νάθενα

 

Ερμηνεύουν (με σειρά εμφάνισης):

Γιάννος Περλέγκας (Σγαναρέλ)

Χάρης Φραγκούλης (Δον Ζουάν)

Έλενα Μαυρίδου (Ελβίρα)

Γιάννης Βογιατζής (Δον Κάρλος)

Ευαγγελία Καρακατσάνη (Σαρλότ)

Τάσος Καραχάλιος (Πιερό)

Έφη Γούση (Ματιουρίν)

Adrian Frieling (Δον Λουί)

Ντένης Μακρής (Φρανσίσκ, ένας φτωχός)

Ilya Algaer (Δον Αλόνς)