Το μπάχαλο με τον λάθος φάκελο (ή οτιδήποτε κουλό, γεροπαραλυμένο, σκιώδες και συνωμοτικό παίχτηκε τελικά) που συνέβη στον απροσδόκητο έξτρα χρόνο της φετινής τελετής των Όσκαρ επισκίασε διάφορες άλλες αμήχανες, αλλά πλούσιες σε παραδοξότητα και σημειολογία στιγμές της μεγάλης (σε διάρκεια) βραδιάς. Κακά τα ψέματα, εδώ και πολλά χρόνια το κοινό παρακολουθεί (νυσταγμένο, συνήθως ακόμα και σε κοντινές στο Λος Άντζελες χρονικές ζώνες) αυτό το μη αναστρέψιμα παλιομοδίτικο πανηγύρι ματαιοδοξίας, είτε από συνήθεια μιας άλλης, πιο αθώας εποχής είτε με τη νοσηρή προσδοκία να πετύχει «ζωντανά» κάποιο περιστατικό που εκθέτει το όλο χολιγουντιανό σύστημα ή απλώς κάποια πολιτικής φύσεως δήλωση που αναστατώνει τη ροή του προγράμματος πριν εμφανιστεί την επόμενη μέρα σε εκατοντάδες χιλιάδες άρθρα, posts και memes στο Διαδίκτυο. Συχνά, δε, πρόκειται ενδεχομένως για κάποια παρεξήγηση: κάποιο μη κολακευτικό πλάνο, μια μη κολακευτική γκριμάτσα, μια ατυχής, αλλά μη κακόβουλη ατάκα που δεν υπάρχει η δυνατότητα να κοπεί από μια ζωντανή μετάδοση. Φέτος, λόγω της περσινής κατακραυγής περί «αμιγώς λευκών Όσκαρ», των υποψηφιοτήτων του Moonlight σε όλα τα σημαντικά βραβεία και του φάσματος Τραμπ να απλώνει τη σκιά του στην εκδήλωση, οι προσδοκίες για ανεξέλεγκτη πολιτικοποίηση του θεσμού ήταν μεγάλες.


Λίγα πράγματα τελικά, κι αυτά προβλέψιμα και μισόκωλα. Προσωπικά, η μόνη σκηνή που μου έκανε εντύπωση και άξιζε ίσως κάποια περαιτέρω ανάλυση ήταν το εναλλαγή πλάνων μεταξύ Κέισι Άφλεκ και Ντένζελ Ουάσινγκτον (επίσης υποψήφιου για το βραβείο Α' ανδρικού ρόλου) κατά την ομιλία του πρώτου με το Όσκαρ στο χέρι. Ενώ ο πρωταγωνιστής του Manchester by the Sea –το οποίο κέρδισε επάξια, αν μπορούμε να χρησιμοποιούμε αυτόν το χαρακτηρισμό για τα Όσκαρ, τα βραβεία πρωτότυπου σεναρίου και Α' Ανδρικού, ενώ θα μπορούσε να έχει πάρει και τα πιο μεγάλα ακόμα– αναγνώριζε με όση ταπεινότητα του επιτρέπει η επιμελώς ατημέλητη εικόνα του το χρέος του σε κάποιον σαν τον Ντένζελ Ουάσινγκτον, η κάμερα ζούμαρε στον επιφανή συνάδελφό του και συνέλαβε μια έκφραση βαθιάς περιφρόνησης ή/και συγκαλυμμένης απέχθειας. Έψαξα την επομένη σε έγκυρα και μη μέσα για να βρω κάποιο σχετικό σχόλιο και τελικά μόνο ο Hilton Als στο «New Yorker» δήλωνε επίσης πληγωμένος και προβληματισμένος από το περιστατικό. Ή μάλλον μόνο αυτός το παραδέχτηκε, αφού είναι μαύρος, οπότε ενδεχομένως δεν φοβήθηκε μην μπλέξει σε κάποιον κυκεώνα ατέρμονης φυλετικής/πολιτικής αντιπαράθεσης: «Εκείνη τη στιγμή, μια σιωπηλή οργή επιστρατεύτηκε για να βάλει στη θέση της την προνομιακή, υποτίθεται, μεταχείριση που απολαμβάνει η (νεαρότερη) "λευκότητα". (Στο πίσω μέρος του μυαλού μου άκουγα τη μάνα μου να κρίνει τα μαλλιά, τα μούσια και την έλλειψη φινέτσας του Άφλεκ). Όταν η κάμερα επέστρεψε στον Άφλεκ, εκείνος έμοιαζε σαστισμένος και πληγωμένος από την αντίδραση του Ουάσινγκτον. Ας πρόσεχε. Αυτό είναι το Χόλιγουντ, μια κοινότητα που συχνά ορίζεται από μικροπρέπεια και οργή σχετικά με το ποιος πήρε τι και γιατί δεν το πήρα εγώ».

 


Εικασίες κάνουμε εννοείται, αλλά μπορεί και να σκέφτηκε ο Ντένζελ κάτι στο πλαίσιο του «κοίτα το τσογλάνι, πήρε το Όσκαρ, τη στιγμή που εκκρεμούν κατηγορίες εναντίον του για σεξουαλική παρενόχληση, ενώ τον "δικό μου" τον Νέιτ Πάρκερ τον σταυρώσανε για κάτι που είχε κάνει στο κολέγιο». Ο Νέιτ Πάρκερ είναι ο δημιουργός της Γέννησης ενός έθνους που, αντίθετα από την κλασική (και ρατσιστική) ταινία του Γκρίφιθ με το ίδιο όνομα, παρουσιάζει μία από τις μεγαλύτερες εξεγέρσεις σκλάβων, και λίγους μόνο μήνες πριν θεωρούνταν ένα από τα φαβορί των φετινών Όσκαρ. Τότε μαθεύτηκε ότι είχε κατηγορηθεί (μαζί με τον κολλητό του και συν-σεναριογράφο της ταινίας) για βιασμό προ εικοσαετίας. Έκτοτε, η ταινία (που είχε πάρει διθυραμβικές κριτικές πριν από την αποκάλυψη της υπόθεσης βιασμού) κυριολεκτικά θάφτηκε, μαζί με την καριέρα των δημιουργών της. Άλλο βιασμός όμως κι άλλο καταγγελίες για σκληρό (και σίγουρα λιωμένο) πέσιμο, σαν αυτές που δέχτηκε ο Άφλεκ από δύο συνεργάτιδές του (η υπόθεση τελικά συμβιβάστηκε εκτός δικαστηρίου) στα γυρίσματα της ταινίας I 'm not here με τον Χοακίν Φίνιξ. Όλη εκείνη η ταινία, άλλωστε, ήταν μια καμένη (και αριστουργηματική, κατά την άποψή μου) παρενόχληση στις κλισέ ευαισθησίες του κοινού.


Τέλος καλό, όλα καλά. Το Moonlight πήρε τελικά το μεγάλο βραβείο, δικαιώνοντας τις ευαισθησίες και τον προοδευτισμό όσων πίστεψαν ότι αυτό έπρεπε να το πάρει επειδή ήταν η πιο «ορθή» πολιτικά ταινία (και μαύροι και γκέι ήρωες). Το Moonlight είναι εξαιρετική ταινία και πολύ ορθώς κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, όχι λόγω ατζέντας αλλά επειδή έφερε ξανά στο προσκήνιο τις απεριόριστες δυνατότητες ενός indie δράματος χαμηλού προϋπολογισμού και υψηλού ταλέντου σαν τα εκατοντάδες που βγαίνουν κάθε χρόνο και δεν περνάνε ούτε έξω από την πόρτα της Ακαδημίας.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO