Δε θα γίνουμε Αθηναίοι ποτέ;

Δε θα γίνουμε Αθηναίοι ποτέ; Facebook Twitter
0

Η σκηνή είναι από επεισόδιο του δεύτερου κύκλου της σειράς «MadMen». Ο κεντρικός ήρωας Ντον Ντρέιπερ βρίσκεται χαλαρωμένος σε σπιτικό σουαρέ, όπου η ομήγυρη παίζει παιχνίδι στο οποίο πρέπει να βρεις μια πόλη που να ξεκινά από το τελευταίο γράμμα της προηγούμενης. Όταν φτάνει η σειρά του, πρέπει να βρει πόλη από «Α». «Athens!» αναφωνεί πανηγυρικά και οι υπόλοιποι συναινούν χαμογελώντας με νόημα. Η σειρά διαδραματίζεται στα '60s, αλλά η ιδέα της Αθήνας ως μυθικού προορισμού όπου ανακατεύεται η αρχαία αίγλη, το αιώνιο αττικό φως και το σύγχρονο νεοελληνικό χειμαδιό με άρωμα Μέσης Ανατολής ισχύει ακόμα. Δεν είναι και λίγο αυτό το παραμυθάκι, και στο φινάλε οι ξένοι είναι πιο ανεκτικοί και καλοπροαίρετοι από μας (βλέπε και πρόσφατο αφιέρωμα στους «New York Times» για την εναλλακτική /indie σκηνή της πόλης) όσον αφορά στις απόπειρες μετάλλαξης του σχιζοειδούς προφίλ (ελκυστικό και απωθητικό, χύμα και ζόρικο) ενός τόπου που διαμορφώνεται κατ' εικόνα και ομοίωσή μας.

Αν μπορούσα πάντως να επιλέξω μια ταινία που βγάζει για μένα μια εικόνα της Αθήνας χωρίς φόβο και πάθος, αυτή είναι το Νοκ Άουτ (1986) του Παύλου Τάσσιου, με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Κιμούλη στον ρόλο ενός ναρκισσευόμενου αυτοκαταστροφικού ηθοποιού που περιφέρεται στον νωχελικό μικρόκοσμο των Εξαρχείων κάνοντας ψευτοαπόπειρες αυτοκτονίας λόγω ερωτικής απογοήτευσης, για να τον βάλει τελικά στη θέση ένας μυστηριώδης τύπος (ο έξοχος και πρόωρα χαμένος Φάνης Χηνάς), ο οποίος εκπροσωπεί, υποτίθεται, μια εταιρεία που αναλαμβάνει να ολοκληρώσει το έργο τέτοιων «ιδανικών αυτόχειρων». Μεταξύ κέντρου και παραλίας απεικονίζεται μια ανέμελη ζώνη προνομιούχας διαβίωσης νεαρών Αθηναίων που τριγυρνούν στο μπαροκαφενόβιο σύστημα του κέντρου της πόλης. Παρά το θέμα, η ταινία αποπνέει μια ελαφρότητα, απαλλαγμένη από τον βαρύ ναρκισσισμό και την ακατάσχετη πολιτικολογία ταινιών όπως η Ρεβάνς, και δεν εκκινεί, όπως τόσες άλλες, από μια αντίληψη μίσους και νοσηρότητας.

Ασφαλώς, το γενικό consensus αυτή την εποχή είναι δυσοίωνο για την πόλη, με έντονους ακόμα τους απόηχους από τα ακραία φαινόμενα του περασμένου Δεκεμβρίου, όπου ξεβράστηκε μίσος για την «εξουσία», μίσος για το «σύστημα», μίσος για τις τράπεζες, μίσος για το μίσος, αλλά και μίσος για την πόλη. Δεν το πιάνω - ή μάλλον το βαρέθηκα. Οι πόλεις τέτοιου μεγέθους και τέτοιας πολεοδομικής ανάπτυξης δεν μπορεί να είναι και εντελώς «ανθρώπινες», μην τρελαθούμε κιόλας.

Εξάλλου, είναι βέβαιο ότι κατά βάθος μας αρέσει μαζοχιστικά η ιδέα της ζούγκλας, της σκληρής και ανάλγητης μεγαλούπολης («Και πέρα στο βάθος απλώνεται η πόλη απέραντη, πολύβουη, κατάφωτη, αμφιθεατρική, σαν ένα αρχαίο, γιγάντιο στάδιο όπου οι δειλοί δεν έχουν θέση», Τάσος Λειβαδίτης). Μπορεί επίσης να είναι η ιδέα μου, αλλά μου φαίνεται ότι διακρίνω πλέον λιγότερες εύκολες μνησικακίες, οι άνθρωποι φαίνονται πιο μαζεμένοι, λιγότερο «κάφροι», λιγότερο απαίδευτοι, πιο ανεκτικοί, ενώ εκμεταλλεύονται τον όποιο δημόσιο χώρο και το «πράσινο» που λέμε («Ο ελληνικός δρυμός είναι τα ελληνικά βράχια», Γ. Τσαρούχης) και μοιάζουν να συνειδητοποιούν ότι η γκρίνια είναι αντιπαραγωγική και αντιδημιουργική, ενώ η επαγγελματική συμπεριφορά σε κάθε τύπου συναλλαγή κάνει όλους τους εμπλεκόμενους να αισθάνονται πιο ευχάριστα.

Αυτό που μοιάζει να λείπει όλο και πιο πολύ στους δρόμους είναι οι προσωπικότητες, οι εκκεντρικοί, οι καρατερίστες, αλλά αυτό δεν είναι ελληνικό φαινόμενο.

«Η Αθήνα με κάνει αδέξιο» είχε πει ο Σεφέρης, κι αυτό παραμένει το πρόβλημα στη σχέση που έχουμε οι περισσότεροι με το μέρος: δεν ξέρουμε πώς να το πάρουμε, τι να αποδεχτούμε, τι να προσδοκούμε, τι να αποβάλουμε από τις αντιλήψεις, τις συνήθειες, τις νοοτροπίες μας. Η Αθήνα «είναι αυτό που είναι»: κανονικά ουδείς σοβαρός άνθρωπος δεν πρέπει να επιτρέπει στον εαυτό του να ξεστομίζει τόσο αόριστες και κενές νοήματος φράσεις, αλλά στην περίπτωση της Αθήνας κολλάει.

Και βοηθάει να την ανασύρουμε πού και πού για να μην τρελαινόμαστε. Και να μην ξεχνάμε ότι «καινούργιοι» είμαστε σε σχέση με τις ιστορικές ευρωπαϊκές πόλεις που θαυμάζουμε, και πρέπει να αναζητάμε το καινούργιο, όχι το «κλασικό»/«αυθεντικό». Υπάρχει πιο τρελό πράγμα από να βλέπεις, για παράδειγμα, 20χρονους να ωρύονται για τη μετάλλαξη του Zonar's;

Shortcut
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αναζητώντας το μυστικό του Γιάννη Πετρίδη

Δ. Πολιτάκης / Αναζητώντας το μυστικό του Γιάννη Πετρίδη

Στις 29 Μαρτίου συμπληρώθηκαν σαράντα έξι χρόνια από την πρώτη εκπομπή του ανθρώπου που μας έμαθε να ακούμε μουσική, όμως, παρά την οικειότητα, το κύρος και τη γνώση που εκπέμπει ακόμα η φωνή του από τα ερτζιανά, ο ίδιος παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένα μυστήριο.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ
200 χρόνια «κρυφό σχολειό»

Δ. Πολιτάκης / 200 χρόνια «κρυφό σχολειό»

Πέρα από τις εθιμοτυπικές τελετουργίες της αρμόδιας επιτροπής, ο εορτασμός των 200 χρόνων από το ’21 θα μπορούσε να γίνει αφορμή για μια βαθύτερη αντίληψη των συναρπαστικών γεγονότων εκείνης της εποχής από αυτή που μας χάρισε το σχολείο.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ
Αποχαιρετισμός στην κυρία Μιράντα

Δημήτρης Πολιτάκης / Αποχαιρετισμός στην κυρία Μιράντα

Πηγαίνοντας μετά από καιρό σε σπίτι φίλων, είδα στην εξώπορτα το αγγελτήριο θανάτου της ηθοποιού Μιράντας Κουνελάκη που έμενε στην ίδια πολυκατοικία και για χρόνια «επέβλεπε» στοργικά και διακριτικά τις νεανικές μας τρέλες.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ
H περίπτωση του Άκη Πάνου, που ακόμα μας στοιχειώνει

Δημήτρης Πολιτάκης / H περίπτωση του Άκη Πάνου, που ακόμα μας στοιχειώνει

Ούτε το έργο ενός δημιουργού μπορεί εύκολα να διαγραφεί ούτε όμως και η σύνδεσή του με τις όποιες αποτρόπαιες πράξεις. Μένει εκεί, σαν ανεξίτηλη κηλίδα που διαβρώνει και συρρικνώνει το σέβας, το δέος, την εκτίμηση, την απόλαυση. Αυτό είναι το τίμημα.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ
Βρίσκοντας καταφύγιο στη μοιρολατρία και στα εποχικά μαγαζιά

Δημήτρης Πολιτάκης / Βρίσκοντας καταφύγιο στη μοιρολατρία και στα εποχικά μαγαζιά

Έχει ανάγκη ο κόσμος να περιβληθεί στην απομόνωσή του από ένα γιορτινό σκηνικό, από μια λαμπερή ψευδαίσθηση, ξορκίζοντας μια χρονιά που έγινε η προσωποποίηση όλων των δεινών που έχουν πέσει στο κεφάλι μας, όχι μόνο της πανδημίας.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ
Η πανδημία και η λαχτάρα μας να «σώσουμε τα Χριστούγεννα»

Δημήτρης Πολιτάκης / Η πανδημία και η λαχτάρα μας να «σώσουμε τα Χριστούγεννα»

Ας είμαστε προετοιμασμένοι για σεμνές, ταπεινές, υπερβατικές γιορτές, όπως θα έπρεπε δηλαδή πάντα να είναι, αν πιστέψουμε όλες αυτές τις χριστουγεννιάτικες ταινίες που βλέπουμε μια ζωή.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ