Ο Τζακ Νίκολσον ήταν πάντα πιο «βαθύς» στην πραγματικότητα απ' όσο η δημόσια εικόνα του άφηνε να εννοηθεί, δηλαδή αιωνίως χαβαλές, ηδονιστής, σαρδανάπαλος, κυνηγός φουστανιών και άρρωστος οπαδός των Λος Άντζελες Λέικερς με μπίρα στο ένα χέρι και «βρόμικο» στο άλλο, να βρίζει τον διαιτητή και να απειλεί ότι θα εισβάλει στο παρκέ.

 

Κι όμως, ακόμα και για το αθλητικό οπαδιλίκι είχε μια σοβαρή και μεγάλη κουβέντα να πει: «Το καύσιμο για τον οπαδό είναι η δυνατότητα που του προσφέρει η ενασχόληση με το σπορ να έχει τις δικές του ιδιωτικές θεωρίες». Και πού να είχε ιδίαν αντίληψη του απύθμενου λάκκου συνωμοσιολογίας και ψευδαισθήσεων μεγαλείου όπου τσαλαβουτάμε διαρκώς οι οπαδοί του αθλήματος που στη χώρα του αποκαλείται soccer.


Χωμένος για τα καλά στα εντός, εκτός και επί τα αυτά του Μουντιάλ (ο πιο καλοδεχούμενος αντιπερισπασμός στους νταλκάδες και τα διάφορα ζητήματα, προσωπικά και «εθνικά») και αναζητώντας σχετική (παρα)φιλολογία, έπεσα στο περσινό φιλοσοφικού τύπου πόνημα του Σάιμον Κρίτσλεϊ (καθηγητή Φιλοσοφίας στο New School for Social Research της Νέας Υόρκης, μέλους του Δ.Σ. του Ιδρύματος Ωνάση και φανατικού οπαδού της Λίβερπουλ – ουδείς τέλειος) με τίτλο What we think about when we think about football (Τι σκεφτόμαστε όταν σκεφτόμαστε για το ποδόσφαιρο – στην αμερικανική έκδοση το football έγινε soccer, πανάθεμά σας, Αμερικάνοι, μια μέρα θα σηκώσετε το Παγκόσμιο Κύπελλο και τότε θα έρθει αυτομάτως η συντέλεια του κόσμου).

 

Το ποδόσφαιρο δεν σε κάνει να νιώθεις καλύτερα για τον κόσμο. Αποτελεί κι αυτό συχνά σύμπτωμα όλων των στραβών και κάποιες φορές γίνεται δύσκολο να το αγαπήσεις.


Ο τίτλος του βιβλίου μοιάζει να κλείνει το μάτι τόσο στο Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο του Χαρούκι Μουρακάμι όσο βεβαίως και στην κορυφαία συλλογή διηγημάτων του Ρέιμοντ Κάρβερ Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη.

 

Πρόκειται, πάντως, σύμφωνα με τον συγγραφέα, για μια φαινομενολογική προσέγγιση του ποδοσφαίρου και για μια «ποιητική της ποδοσφαιρικής εμπειρίας», σίγουρα όμως αποτελεί μια κατά τόπους συναρπαστική και γνήσια (όταν δεν σκιάζεται από διάφορα επιβλητικά τοτέμ της ακαδημαϊκής θεωρίας) αναζήτηση της οπαδικής φύσης, της σύνθετης και μανιοκαταθλιπτικής σύστασης των εκατομμυρίων ανθρώπων (ανδρών βασικά, αν είμαστε ειλικρινείς) που αναλώνουν μεγάλο κομμάτι της ζωής τους απορροφημένοι από τα διάφορα τερτίπια της στρογγυλής θεάς (στο βιβλίο υπάρχει ένα ολόκληρο σουρεαλιστικό κεφάλαιο όπου ο συγγραφέας φαντάζεται την μπάλα ως έμβιο ον) και αυτού που αποκαλεί ελαφρώς χειριστικά «μπαλέτο της εργατικής τάξης» (το άθλημα ήταν ανέκαθεν διαταξικό, αλλά τέλος πάντων).

 

Το βιβλίο ξεκινά με μια σκηνή σ' ένα μπαρ της Μόσχας κατά τη διάρκεια του περσινού τελικού του Champions League ανάμεσα στη Γιουβέντους και στη Ρεάλ Μαδρίτης, όπου ο συγγραφέας-αφηγητής αναλογίζεται με ανάμεικτα συναισθήματα την προοπτική του Παγκοσμίου Κυπέλλου στη Ρωσία έναν χρόνο μετά:

 

«Αν υπάρχει κάτι που συνοψίζει εμβληματικά όλα όσα είναι πολιτικά αμφισβητήσιμα και ηθικά ύποπτα στον κόσμο, είναι το γεγονός ότι η απόλυτα διεφθαρμένη ηγεσία της FIFA θα συνευρεθεί με την απόλυτα διεφθαρμένη ρωσική κυβέρνηση... Το ποδόσφαιρο δεν σε κάνει να νιώθεις καλύτερα για τον κόσμο. Αποτελεί κι αυτό συχνά σύμπτωμα όλων των στραβών και κάποιες φορές γίνεται δύσκολο να το αγαπήσεις. Κι όμως, είναι τόσο έντονη η διαίσθηση ότι κάτι υπέροχο θα συμβεί στο επόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο, κάτι όμορφο και εντελώς απρόσμενο...».

 

Γράφοντας από τη σκοπιά του οπαδού, τονίζει συχνά τόσο τη «ρυθμική ομορφιά» και την «αισθητηριακή έκσταση» κατά την εμπειρία παρακολούθησης ενός αγώνα «που σε νοιάζει πολύ» όσο και τα μύρια αμφιλεγόμενα συστατικά που συνθέτουν την οπαδική ταυτότητα, η σύσταση της οποίας ξεκινά από πολύ νωρίς, όταν τα παιδάκια εμφανίζουν μια αξιοθαύμαστη και αξιοπερίεργη ευφράδεια συζητώντας για το ποδόσφαιρο.

 

Εξαιτίας του δικού του ανίατου οπαδισμού πάντως, οι αναφορές στη Λίβερπουλ είναι ατέλειωτες και μακροσκελείς, ενώ δεν διστάζει να συνδέσει τη φιλοσοφία του Γερμανού προπονητή της ομάδας Γιούργκεν Κλοπ με το Είναι και Χρόνος του Χάιντεγκερ, εξαιτίας της εμμονής του πρώτου με τη σημασία της «στιγμής» σ' έναν αγώνα αλλά και με τη σημασία της «πίστης».

 

Ο Κλοπ είναι «θρησκευάμενος» χριστιανός (λυπάμαι, κι εγώ τον συμπαθώ, αλλά είναι αλήθεια), ο Κρίτσλεϊ δεν είναι, αλλά, ευτυχώς, όπως πολλοί από μας, ανακάλυψε ότι το ποδόσφαιρο μπορεί άνετα να υποκαταστήσει τόσο τη θρησκευτική εμπειρία όσο και το σεξουαλικό ξεκαύλωμα, μεταξύ πολλών άλλων υπαρξιακών, συναισθηματικών και βιολογικών αναγκών.