Κι εκεί που περπατούσα αμέριμνος σχετικά στο πεζοδρόμιο της Βασιλίσσης Σοφίας, μου παρενόχλησε απότομα το βλέμμα η αφίσα της νέας θεατρικής εκδοχής του γνωστού κινηματογραφικού μιούζικαλ Γοργόνες και Μάγκες που δέσποζε μεγαλοπρεπώς στη «μαρκίζα» μιας στάσης λεωφορείου και έμοιαζε φτιαγμένη από το υλικό των κακών ονείρων. Σε πρώτο πλάνο ήταν ο Γιάννης Βογιατζής στον ίδιο ρόλο, με την ίδια γκριμάτσα απόγνωσης («μετέφερες τους κεφτέδες εν τω τηγανίω – τουτέστιν, υπέπεσες σε τέτοιο σφάλμα;») και με την ίδια περιβολή που είχε χρησιμοποιήσει πενήντα χρόνια πριν στην ταινία του Δαλιανίδη.

 

Δεν είναι η πρώτη φορά φυσικά –μάλλον η χιλιοστή πλέον– που πραγματοποιείται κυνικό reboot/remake στο θέατρο και τον κινηματογράφο παλιάς «αγαπημένης», χιλιοϊδωμένης και στυμμένης μέχρι τελευταίας ρανίδας ταινίας της «χρυσής εποχής» του ελληνικού μαζικού σινεμά, από αυτές που κάποτε συγκέντρωναν τελετουργικά την ελληνική οικογένεια γύρω από την εστία της τηλεόρασης τα βράδια του Σαββάτου (και εσχάτως υποκαταστάθηκαν από εκπομπές νερόβραστης νοσταλγίας και ηθογραφικού κανιβαλισμού τύπου «Στην υγειά μας, ρε παιδιά»).

 

Όλοι έχουμε τα όριά μας, όμως τα δικά μου τα ξεπέρασε η εικόνα του αειθαλούς ηθοποιού να εμφανίζεται ως ολόγραμμα «εμβληματικού» χαρακτήρα μιας ανέμελης εποχής, προσκαλώντας τον κόσμο να πάει να δει στο σανίδι το ίδιο –και χειρότερο, προφανώς– έργο που έχει δει εκατομμύρια φορές στη μικρή οθόνη.


Ειδικά τα χρόνια της κρίσης έχει βρομίσει ο τόπος από το καθεστώς πολιτιστικής κατάντιας και ραγδαίας οπισθοδρόμησης που επικρατεί με τις αγρίως εκμεταλλευτικές αρπαχτές αντίστοιχης ζόμπι ρετροφιλίας και αυθαίρετης επικαιροποίησης (π.χ. Οι Γερμανοί ξανάρχονται) που στόχο έχουν το τσακισμένο θυμικό του ταλαίπωρου φιλοθεάμονος κοινού που άγεται και φέρεται μεταξύ στείρας νοσταλγικότητας και άτακτης υποχώρησης στα πλέον συντηρητικά νεοελληνικά αντανακλαστικά. Παγκόσμιο φαινόμενο ενδεχομένως η στροφή σε ξεπερασμένα, αλλά ανθεκτικά, αισθητικά και ιδεολογικά πρότυπα, εδώ όμως παράγινε το κακό λόγω γενικής καθίζησης και πλήρους έλλειψης πρωτότυπης έμπνευσης.

 

Η ελπίδα ότι με την κρίση τουλάχιστον θα μηδενίσουμε το κοντέρ και θα πάμε μπροστά (πολιτισμικά) πέθανε πρώτη. Όλοι έχουμε τα όριά μας, όμως τα δικά μου τα ξεπέρασε η εικόνα του αειθαλούς ηθοποιού να εμφανίζεται ως ολόγραμμα «εμβληματικού» χαρακτήρα μιας ανέμελης εποχής (επί χούντας είχε γυριστεί η ταινία, αλλά οι «ελληνικές ταινίες» είναι σαν Xanax που λειτουργεί εκτός χρόνου, ιστορικού πλαισίου και ημερομηνίας λήξης), προσκαλώντας τον κόσμο να πάει να δει στο σανίδι το ίδιο –και χειρότερο, προφανώς– έργο που έχει δει εκατομμύρια φορές στη μικρή οθόνη. Και μιλάμε για mainstream και πολυδιαφημισμένη θεατρική παραγωγή, όχι για καλοκαιρινό μπουλούκι της συμφοράς στην επαρχία.

 

Σε πρώτο πλάνο ήταν ο Γιάννης Βογιατζής στον ίδιο ρόλο, με την ίδια γκριμάτσα απόγνωσης και με την ίδια περιβολή που είχε χρησιμοποιήσει πενήντα χρόνια πριν στην ταινία του Δαλιανίδη.
Σε πρώτο πλάνο ήταν ο Γιάννης Βογιατζής στον ίδιο ρόλο, με την ίδια γκριμάτσα απόγνωσης και με την ίδια περιβολή που είχε χρησιμοποιήσει πενήντα χρόνια πριν στην ταινία του Δαλιανίδη.

 

Ούτε κι εγώ ξέρω πόσες φορές έχω υπερασπιστεί το αποκαλούμενο ελληνικό εμπορικό σινεμά σε φίλους και γνωστούς που λόγω μεγαλοαστικής ή/και αριστερόστροφης ανατροφής δεν τους είχε επιτραπεί η πρόσβαση στο μικροαστικό, φαλλοκρατικό (και φανατικά υποστηρικτικό μιας βαθιά συντηρητικής κυρίαρχης ιδεολογίας) αυτό σύμπαν. Η υπερασπιστική μου γραμμή στηριζόταν σε δύο άξονες: πρώτον, στο γεγονός ότι δεν είναι όλες οι ταινίες ίδιες –περιέργως, μάλιστα, η παρακμή του εμπορικού σινεμά είχε ξεκινήσει πριν από τη χούντα, κατά την περίοδο της εγκατεστημένης, υποτίθεται, πολιτιστικής ηγεμονίας της αριστεράς– και, δεύτερον, στη λειτουργία τους ως «comfort zone» και «safe space» μακριά από την αρένα των σύγχρονων διενέξεων, ένα ληθαργικό πεδίο προκαθορισμένων συμπεριφορών και ρόλων και ενίοτε αστείρευτης θυμοσοφικής ατάκας.

 

Είναι πλέον όμως πολύ δύσκολο να υποστηρίξει κανείς τέτοιου τύπου καταφυγές, από τη στιγμή που ακόμα και οι πιο στοιχειώδεις σύγχρονες ευαισθησίες κλοτσάνε έντονα, αντιμέτωπες με το όργιο μισογυνισμού και μικροαστικής υστεροβουλίας που σκιάζει ακόμα και τις καλύτερες των περιπτώσεων. Υπήρξε μια ωραία μέρα που δεν ήταν πια δυνατό να παρακολουθείς ανέμελος, φέρ' ειπείν, τον Αλεξανδράκη να απειλεί κάθε τρεις και λίγο ότι θα πλακώσει στο ξύλο την Κατερίνα Γώγου, την Καρέζη και την Πάστα Φλώρα στο Μια τρελή τρελή οικογένεια, που θεωρείται μοντέρνα, συγκριτικά, περίπτωση.


Όσοι είναι μιας κάποιας ηλικίας και δεν ανήκουν στους «millennials», που είναι η πρώτη επισήμως γενιά που έκοψε μαχαίρι τους δεσμούς με τα ψυχαγωγικά ήθη και έθιμα της Μεταπολίτευσης, θα θυμούνται ίσως εκείνο το σαββατόβραδο του Απριλίου του '84, όταν, την ώρα της παραδοσιακής ελληνικής ταινίας στην ΕΡΤ, κάποιος καταστασιακός ιθύνων της δημόσιας τηλεόρασης αποφάσισε να προβάλει σ' εκείνο το ιερό prime time το αναρχο-σουρεάλ δημιούργημα (παραγωγής 1977) Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι που ξεκινά με τον σκηνοθέτη Νίκο Αλευρά να υποδύεται ως μουσάτος ενήλικος με γυαλιά ένα μωρό που έχει συγκαεί και θηλάζει μια γυναίκα που του βάζει ταλκ. Μισή ώρα κράτησε η προβολή πριν γκρεμιστεί το τηλεφωνικό κέντρο από τα τηλεφωνήματα διαμαρτυρίας όσων είχαν συνέλθει από το παραλυτικό σοκ και αποφασιστεί να πέσει «μαύρο» και να διακοπεί απότομα η ταινία. Ήταν μια κορυφαία στιγμή πρωτοποριακού χάους και πασοκικού αβανγκαρντισμού με άδοξο τέλος, πολύ μπροστά από την εποχή της.

 

«Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι και ο τραυματισμένος καλλιτέχνης αναστενάζει»
«Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι και ο τραυματισμένος καλλιτέχνης αναστενάζει»

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO