Παναγιώτης Κεχαγιάς
Παναγιώτης Κεχαγιάς

 

1.

Πάθος. Σε άλλες, πιο ευοίωνες εποχές, κάποιοι μπόρεσαν με ελάχιστες, αλλά πολύ δυνατές λέξεις, να συμπυκνώσουν το ανατρεπτικό και λυτρωτικό μαζί πρόγραμμά τους – ένα πρόγραμμα που πυρήνας του ήταν το πάθος για το εφήμερο, την καθημερινή ζωή, την ένταση των στιγμών. Με ολιγόλεκτες φράσεις που λειτουργούσαν ως επικρουστήρας και ως οδοδείκτης, κατάφεραν να ποντάρουν τα πάντα σε μια διαρκή επανάσταση μέσα στην πόλη και μέσα στα εικοσιτετράωρα. Άδραξαν ασμένως τα τελευταία λόγια του Γέρου του Βουνού, του περιβόητου Χασάν-ι-Σαμπάχ, και τα έκαναν πυξίδα. Τα λόγια αυτά έλεγαν: «Τίποτα Δεν Είναι Αληθινό. Όλα Επιτρέπονται». Αυτή την επίφοβη ρήση την ταίριαξαν με μιαν άλλη, εξίσου επίφοβη, δίκοπη και δίσημη εξαγγελία: «Η λήθη είναι το κυρίαρχο πάθος μας». Και έτσι ξεκίνησαν και έτσι πορεύτηκαν. Έστειλαν στη λήθη ό,τι δεν τους άγγιζε, ό,τι δεν τους ενθουσίαζε, ό,τι δεν προκαλούσε εκρήξεις στο κρανίο. Έστειλαν στη λήθη ό,τι νεκρό βάραινε στις συνειδήσεις τους. Έστειλαν στη λήθη ό,τι δεν προκαλούσε κραδασμούς πάθους. Τέλος, έστειλαν στη λήθη ό,τι, απλούστατα, δεν τους άρεσε. Δεν είναι κι εύκολο να κάνεις στην άκρη ό,τι δεν σου αρέσει. Τα τελευταία χρόνια, μια νέα γενιά, μάλλον αθόρυβων δημιουργών, έχει στήσει το πολύπτυχο εργαστήριό της στο κέντρο του κόσμου. Πρόκειται για δημιουργούς που επίσης ξέρουν ότι τίποτα δεν είναι αληθινό και όλα επιτρέπονται, που επίσης φρονούν ότι η λήθη είναι λυτρωτική καθώς σε απαλλάσσει από περιττά βάρη και σου επιτρέπει να δημιουργήσεις βασιζόμενος στους λιγοστούς παλαιότερους δημιουργούς που σε έκαναν να κόψεις τις γέφυρες με ό,τι είναι ανιαρό και ανούσιο. Αυτοί οι νέοι δημιουργοί θέλουν να περνάνε απαρατήρητοι και φροντίζουν να στήνουν, αυτοί, οι λίγοι κι εκλεκτοί, πύργους ελέγχου του καλού γούστου, εναέρια παρατηρητήρια και αποθήκες του ουρανού, συνδυάζοντας πάθος, λογική, και ευαισθησία. Ήδη τους ευγνωμονούμε.


2.

Λογική. Δουλεύοντας ακριβώς έτσι, με πάθος, λογική κι ευαισθησία, ο Παναγιώτης Κεχαγιάς (Αθήνα, 1978) επιμένει να αποτίνει αλλεπάλληλους φόρους τιμής, και τομής, σε ό,τι τον ώθησε στο περιπετειώδες παιχνίδι των λέξεων, στη λογοτεχνία που θέλει να προσκαλεί στο ίδιο τραπέζι τον Μπόρχες και τον Κάφκα, τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας και τον Tόμας Πίντσον, τον Αχιλλέα Κυριακίδη και τον Ευγένιο Αρανίτση. Ο Κεχαγιάς οργανώνει τις ιστορίες που στεγάζονται στο κομψό τομίδιο Τελευταία Προειδοποίηση (εκδ. Αντίποδες) με σκακιστική λογική, με εξόχως προσεκτικές κινήσεις, με σύστημα και μέθοδο. Οι αναφορές του σε ό,τι αγαπάει από το Μεγάλο Βιβλίο της Ανησυχίας του Εικοστού Αιώνα είναι οργανικά φυτεμένες στις πλοκές που υφαίνει, είναι κλεισίματα ματιού και ευγενικές, ανεπαίσθητες υποκλίσεις στο μεγαλείο των αγαπημένων του συγγραφέων. Εκκινεί από αυτούς τους ευνοούμενους δημιουργούς και εν συνεχεία κάνει τα δικά του. Τα δύο πρώτα διηγήματα («Πώς να επιτύχετε στην άσκηση της ταυρομαντείας» και «Κάτι αναλλοίωτο») λένε ότι όλα ξεκινάνε από τον Μπόρχες, αλλά τίποτα δεν σταματάει εκεί, ότι ο λαβύρινθος είναι εντός μας και ότι ο χάρτης δεν είναι η επικράτεια, και το λένε λογοτεχνικά, απερίφραστα και αριστοτεχνικά. Το τρίτο διήγημα («Η έλευση της ευτυχίας»), εκτενές και περίπλοκο, μας καλεί να εισέλθουμε στο μυστηριώδες μέλαθρο της επιστήμης, των αλλόκοτων διαδρόμων της ραδιουργίας, της αναζήτησης μιας ευτυχίας που επιμένει να μένει ανέφικτη, απροσπέλαστη. Καθώς κυλάει η αφήγηση, ο Κεχαγιάς ενθέτει ιστορίες μέσα στις ιστορίες, επανέρχεται στην αρχική ιστορία, την τεμαχίζει και τη συναρμολογεί εκ νέου, μας παρασύρει, κάθε τόσο, ξανά και πάλι, στη δίνη των πραγμάτων της ζωής που θέλει να απαλλαχθεί από ασφυκτικούς κλοιούς και θέλει να ανοιχτεί στο αίνιγμα.


3.

Ευαισθησία. Πίσω από τις περίπλοκες κατασκευές του Κεχαγιά πάλλεται μια ευαίσθητη μεμβράνη. Δίχως την ευαισθησία, ακόμα και τα Γαλάζια Άνθη του Queneau μοιάζουν αναιμικά. Ο Κεχαγιάς μπολιάζει με ευαισθησία τη σκακιέρα. Τα διηγήματά του ερωτοτροπούν με την ποίηση. Ναι, «χτυπάει εντός τους η μηχανική καρδιά της πόλης», αλλά μαζί ακούς τη μελωδία των συναισθημάτων, αντιλαμβάνεσαι, διαρκώς, ότι το πεζογράφημα ολισθαίνει ευπρόσδεκτα προς το τραγούδι. Η αφήγηση, το story, ξέρει πώς να συγκεραστεί με εκείνον τον λυρισμό που συναντάμε στους ποιητές οι οποίοι στράφηκαν στην πρόζα (Vladimir Nabokov, Malcolcm Lowry, David Markson και άλλοι). Ο Κεχαγιάς ξέρει να μιλάει για τη «σκιά ενός άντρα που ακολουθεί έναν άντρα που έχει γνωρίσει μόνο σαν σκιά».

 

radiobookspotting.blogspot.gr/

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση της LIFO.