Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

Ο μουσικοκριτικός Μάρκος Φράγκος μπήκε πρώτος και έφυγε πρώτος από το Facebook

Γεννήθηκε και ζει στο Νέο Ηράκλειο. Στο σπίτι του πάντα υπήρχε μια εκρηκτική ατμόσφαιρα, οπότε έμαθε να ζει με την οικογενειακή ταραχή.
M. HULOT
Τα παιδιά που μπαίνουν στο παιχνίδι της εμπορικής ποπ δεν μπορούν να γράψουν τραγούδια, δεν ξέρουν, και βασίζονται στις τεχνικές δεξιότητες που έχουν τα apps και τα tablets τους για να φτιάξουν κάτι που να είναι λίγο εντυπωσιακό μπας και κερδίσουν κανένα like παραπάνω. Αυτά, όμως, δεν είναι τραγούδια. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Γεννήθηκα στην Αθήνα και μεγάλωσα στο Νέο Ηράκλειο, απ' όπου δεν έφυγα ποτέ. Οι γονείς μου ήταν ένα αταίριαστο ζευγάρι της μεσαίας τάξης ‒ο πατέρας μου δούλευε στο τεχνικό τμήμα της ΔΕΗ και η μητέρα μου ήταν εργαλειοδότρια σε χειρουργείο‒ και στο σπίτι μου πάντα υπήρχε μια εκρηκτική ατμόσφαιρα. Έμαθα να ζω με την οικογενειακή ταραχή και κατάλαβα σχετικά γρήγορα ότι θα έπρεπε να μάθω να διαχειρίζομαι τα άλυτα των σχέσεων που με καθορίζουν. Ήμουν παιδί κοινωνικό και εξωστρεφές και περισσότερο απ' όλα μου άρεσε να απαντάω στα «γιατί». Τουλάχιστον προσπαθούσα.


• Από μικρός έμαθα να αντιμετωπίζω τη μουσική ως ένα σύμπαν που δέχεται τις αποδράσεις μου, ήταν η απάντηση σε οτιδήποτε με προβλημάτιζε και δεν έβρισκα μια λογική απάντηση. Σύντομα έμαθα να διαβαθμίζω τις καταστάσεις, ανέπτυξα ένα κριτήριο που σιγά-σιγά σμιλευόταν και δομούσε σκέψεις και συναισθήματα. Όταν θέλησα να μοιραστώ αυτές τις ιδέες και να εκφράσω τα συναισθήματά μου, άρχισα να αποτυπώνω με λόγια τον ειρμό μου, νοητικό και ψυχικό. Τα λόγια και οι λέξεις με βοηθούσαν να νιώθω πληρέστερος και πιο ακέραιος.

 

Σιγά-σιγά, η ανάγκη μου να εκφράζω τι νιώθω με τη μουσική με έκανε να γράψω τις πρώτες μου κριτικές. Το έκανα για μένα, για να καταχωρίζω μέσα μου τα μουσικά ερεθίσματα στα οποία ήμουν εκτεθειμένος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις πρώτες «κριτικές» σκέψεις από την κινηματογραφόφιλη μητέρα μου, που προσπαθούσε να μου δώσει να καταλάβω με απλά λόγια γιατί η ερμηνεία της Ίνγκριντ Μπέργκμαν στην Casablanca ήταν σπουδαία και μια αντίστοιχη της Λάνα Τάρνερ στο A life of her own μια ματαιόδοξη επιφάνεια... Δεν άργησα να καταλάβω ότι η ιστορικότητα της ποπ κουλτούρας και η θεωρία της κριτικής ήταν σχεδόν εγγενώς καρφιτσωμένα στο DNA μου. Κάποιες φορές προσπάθησα να το αποφύγω, αλλά δεν τα κατάφερα.

 

Πρόκειται για μια παράλληλη πραγματικότητα στην οποία ζουν οι άνθρωποι, μιλάνε μεταξύ τους ανάλογα με το πόσα likes έχει κάνει ο ένας στον άλλον. Είναι μια πολύ βαθιά καταθλιπτική φάση, η οποία δεν μου αρέσει καθόλου. Δεν θεωρώ ότι βοηθάει σε τίποτα το Facebook κοινωνικά και με ενοχλεί και πάρα πολύ που οι μεγάλες εταιρείες έχουν δημιουργήσει πλέον θέσεις εργασίας new media manager και κάνουν πολλές καμπάνιες τους μέσα από το Facebook. 


• Ασχολούμαι με τη μουσική «δημιουργικά» κι έχω αυτή την πολύ προσωπική σχέση μαζί της από πιτσιρίκος, σχεδόν από τα έντεκα χρόνια μου. Όταν άκουσα στο ραδιοφωνικό «Ποπ Κλαμπ» του Πρώτου Προγράμματος της ΕΡΤ τον Γιάννη Πετρίδη να μιλάει για το «Don't let me be misunderstood» των Animals, ενώ έπαιξε και την disco εκτέλεσή του από τους Santa Esmeralda, νομίζω ότι δημιουργήθηκε μια ανεξίτηλη αφετηρία μέσα μου. Η σύγκριση και η πορεία ενός τόσο συγκλονιστικού τραγουδιού μέσα στον χρόνο με συγκλόνιζε, με έκανε να νιώθω διψασμένος για βουτιές στην ουσία της μουσικής, να μάθω, να εκτεθώ, να ακούσω, να γράψω...

 

Ήταν η εποχή της disco και του new wave. Άρχισα να γράφω κασέτες στο τοπικό δισκοπωλείο στο Νέο Ηράκλειο, το ABC, που περιείχαν τα πάντα, από Ντόνα Σάμερ μέχρι Ζαν Μισέλ Ζαρ και από Ίαν Ντιούρι μέχρι Clash. Το εύρος και η δίψα μου για επικοινωνία μέσα από τόσο διαμετρικά αντίθετα ακούσματα με έκαναν να νιώθω λίγο άλιεν ανάμεσα στους συμμαθητές μου, που συνήθως άκουγαν είτε metal (Iron Maiden), είτε κλασικό ροκ (Ρόρι Γκάλαχερ). Ο πρώτος δίσκος που αγόρασα ήταν το «A tonic for the troops» των Boomtown Rats. Τον είχα μάθει απ' έξω.

 

Για όλα ευθύνεται ο Γιάννης Πετρίδης. Τον άκουγα με ευλάβεια και η βαθιά φωνή του μου ενέπνεε τον σεβασμό, σαν να ήταν γκουρού. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο να το εκφράσω στο περιβάλλον μου. Τόσο σπουδαίος για μένα, αλλά ελάχιστοι καταλάβαιναν γιατί.


• Ένας από του ανθρώπους που με έχουν επηρεάσει, λοιπόν, είναι αναμφίβολα ο Γιάννης Πετρίδης. Και αργότερα ο Σάιμον Ρέινολντς, ο μεγαλύτερος ίσως θεωρητικός της ποπ κουλτούρας και της αχαρτογράφητης συνέχειάς της ως τώρα.


• Δεν έμαθα να παίζω κάποιο μουσικό όργανο γιατί πάντα πίστευα ότι όσοι καταπιάνονται με το θεωρητικό μέρος της μουσικής, όσοι επιλέγουν να την βιώσουν πανοραμικά και να εντρυφήσουν σε αυτήν σημειολογικά, δεν πρέπει να καταπιάνονται με το δημιουργικό μέρος της, γιατί αυτό αλλοιώνει το αισθητήριο, το κάνει να μεροληπτεί υπέρ του οργάνου που παίζεις και τείνεις να ακούς αυτό κατά προτεραιότητα, και σε βάρος του συνόλου. Αν μάθαινα, πάντως, κάποιο όργανο θα ήταν πλήκτρα, από πιάνο μέχρι farfisa.

 

Ο μεγαλύτερός μου φόβος είναι η μοναξιά. Δεν παλεύεται. Ευτυχώς, έχω την ευλογία να μη νιώθω μόνος. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Ο μεγαλύτερός μου φόβος είναι η μοναξιά. Δεν παλεύεται. Ευτυχώς, έχω την ευλογία να μη νιώθω μόνος. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

• Η μουσική και ο λόγος περί αυτής ήταν και είναι πολύ σημαντικά στη ζωή μου, διότι είναι ένας ολοκληρωμένος τρόπος να χτίσεις την προσωπική σου ταυτότητά, να μιλήσεις για τη διαφορετικότητά σου, όποια κι αν είναι αυτή, να εκφράσεις τον εαυτό σου με τρόπους που ξεπερνούν τη γραμμική λογική.


• Κριτική και θεωρία είναι το section στο οποίο θα με βρεις χωμένο σαν τον ποντικό στα μεγάλα βιβλιοπωλεία. «Criticism and theory»: υπάρχει ξεχωριστή κατηγορία σε όλα τα βιβλιοπωλεία του κόσμου. Είναι τα δύο εργαλεία που σε βοηθούν να κατανοήσεις την ποπ κουλτούρα, η οποία με τη σειρά της αποτελεί μια διαφορετική θεώρηση της μεταπολεμικής ιστορίας.

 

Η ιστορία είναι επίσης ένα πάθος μου (δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά). Η ποπ κουλτούρα είναι ένας τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι έμαθαν να ζουν μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Με αυτό τον τρόπο διαβάζεις και εξηγείς την ιστορικότητα και τη δραματική εξέλιξη των ανθρώπων μέσα σε ένα κράμα κοινωνικών και πολιτιστικών γεγονότων. Η πληροφορία είναι ο ένας άξονάς της. Η αξιολόγηση της πληροφορίας ο άλλος.

 

Η ποπ δεν έγινε ποτέ κυρίαρχο είδος στην Ελλάδα, διότι η γεωγραφική ιδιομορφία της χώρας τη φέρνει πολιτιστικά σε μια θέση που την κάνει να γέρνει μία στον λαϊκό ηδονισμό της Ανατολής και μία στον διανοουμενίστικο υδροκεφαλισμό της Δύσης, χωρίς ενδιάμεση νεανική έκφραση, για μια σειρά από πολιτικούς, κοινωνικούς και ιστορικούς λόγους.


• Στο «Ποπ & Ροκ» υπήρχε μια στήλη που λεγόταν «Προπαγάνδα». Την έγραφε ο Τόλης Βαρνάς που σπούδαζε τότε στη Γερμανία. Η στήλη του, λοιπόν, ανακοίνωσε έναν διαγωνισμό: «Γράψτε κριτική για το "Head on the door" των Cure και κερδίστε έναν δίσκο. Έγραψα την κριτική. Την έστειλα. Κέρδισα. Έπαθα σοκ όταν πρόσφατα σχετικά ο Τόλης βρήκε το γράμμα που του είχα στείλει, το σκάναρε και μου το έστειλε...

 

Τον επόμενο μήνα ξανάκανε διαγωνισμό για το "Black Celebration" των Depeche Mode. Η ιστορία επαναλήφθηκε. Αυτήν τη φορά, ο Κώστας Ζουγρής (από το περιοδικό) ζήτησε το τηλέφωνό μου μέσω των αγγελιών του περιοδικού, το έστειλα και με τον πιο αυτονόητο τρόπο του κόσμου με πήρε τηλέφωνο και άρχισε να μου αναθέτει θέματα να γράψω και να μου δίνει σακούλες με δίσκους για κριτική.

 

Κάπως έτσι ξεκίνησε η σχέση μου με το «Ποπ & Ροκ». Όλη η έμφαση εκείνη την εποχή δινόταν στον ξένο Τύπο και στη ζωντανή επαφή στα δισκοπωλεία, στους χώρους συναυλιών κ.λπ. Αυτές ήταν ουσιαστικά οι πηγές, και το ραδιόφωνο. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να την «κερδίσεις» την πληροφορία, να την κυνηγήσεις και να την κατακτήσεις. Αυτό το κυνήγι ωρίμαζε και τη γραφή σου και τη σχέση σου με το άκουσμα. Είχες ήδη ένα συναισθηματικό δέσιμο με τον δίσκο.


• Το «Ποπ & Ροκ» είχε συγκεντρώσει ανθρώπους της σωστής φυλής με το σωστό αισθητήριο, τη σωστή εποχή. Στην κορυφή της πυραμίδας, ο Γιάννης Πετρίδης έδωσε το τέμπο της στελέχωσης. Και επειδή είναι αναπόσπαστο στοιχείο της «σάρκας» της δισκογραφίας, έτσι και οι συνεργάτες του ήταν άνθρωποι που είχαν αυτά τα χαρακτηριστικά.

 

Επιπλέον, το «Ποπ & Ροκ» τρύγησε τις καλύτερες επιρροές από το εξωτερικό, έκλεισε αποκλειστικές συνεργασίες με τους influencers της εποχής (Rolling Stone στην Αμερική, New Musical Express στη Βρετανία) και παρέδωσε το καλύτερο δυνατό προϊόν για τα δεδομένα της εποχής του. Έγινε, έτσι, ό,τι κοντινότερο στην αξιοπρεπή μουσική ενημέρωση των ανθρώπων που ήθελαν να ακούνε και ξένη μουσική.

 

Το «Ποπ & Ροκ» είχε συγκεντρώσει ανθρώπους της σωστής φυλής με το σωστό αισθητήριο, τη σωστή εποχή.
Το «Ποπ & Ροκ» είχε συγκεντρώσει ανθρώπους της σωστής φυλής με το σωστό αισθητήριο, τη σωστή εποχή.
Όταν στη Βρετανία συνέβαιναν οι Beatles και η Carnaby Street με τους mods, στην Ελλάδα η χούντα παιάνιζε Κλειώ Δενάρδου.
Όταν στη Βρετανία συνέβαιναν οι Beatles και η Carnaby Street με τους mods, στην Ελλάδα η χούντα παιάνιζε Κλειώ Δενάρδου.


• Η ποπ δεν έγινε ποτέ κυρίαρχο είδος στην Ελλάδα, διότι η γεωγραφική ιδιομορφία της χώρας τη φέρνει πολιτιστικά σε μια θέση που την κάνει να γέρνει μία στον λαϊκό ηδονισμό της Ανατολής και μία στον διανοουμενίστικο υδροκεφαλισμό της Δύσης, χωρίς ενδιάμεση νεανική έκφραση, για μια σειρά από πολιτικούς, κοινωνικούς και ιστορικούς λόγους. Όταν στη Βρετανία συνέβαιναν οι Beatles και η Carnaby Street με τους mods, στην Ελλάδα η χούντα παιάνιζε Κλειώ Δενάρδου. Και όταν τη δεκαετία του '70 το ροκ γινόταν το μαζικότερο εξαγώγιμο προϊόν της Δύσης, η Ελλάδα ήταν απασχολημένη με το πολιτικό τραγούδι και τα τραύματα του διχασμού.

 

Μετά, έγινε η βάρβαρη επιδρομή του νεοελληνικού κιτς και της λιγδομπουζουκλερί, αλλά με τα animal prints του Cavalli. Η ελληνική πολιτιστική κουλτούρα είχε πάντα κλειστά τα παράθυρά της αεροστεγώς, με μια φοβία μήπως φυσήξει αέρας από το εξωτερικό και κινδυνεύσει η θέση της λίγδας στην ελληνική πίστα. Η ποπ είναι μια παγκόσμια έννοια, έχει ανάγκη κοινούς επικοινωνιακούς κώδικες με κάθε λαό για να επιβιώσει. Δηλαδή, ό,τι φοβόταν σαν τον διάολο η ελληνική πολιτισμική μιζέρια.


• Με ενθουσιάζει πάντα η μουσική, οι τρόποι του ενθουσιασμού αλλάζουν. Η ποπ κουλτούρα όπως την ξέραμε από τα μεταπολεμικά χρόνια έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της κι έχει τελειώσει. Όπως πολύ διεξοδικά απέδειξε ο Σάιμον Ρέινολντς στο "Retromania", δεν υπάρχει πια ποπ κουλτούρα όπως την ξέραμε διότι ό,τι καινούργιο ενδιαφέρον βγαίνει στην επικαιρότητα ως ρεύμα έχει τα μάτια του στραμμένα στο παρελθόν περισσότερο παρά στο μέλλον, όπως όλα τα πολιτισμικά νεανικά ρεύματα από τη δεκαετία του '50 μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του '90 (rockabillies, mods, teddies, rockers, hippies, punks κ.λπ.). Όσο μεγαλώνουμε, παραλλάζουν τα αισθητήρια και οι απαιτήσεις μας από τα ακούσματά μας, αλλά όχι η αγάπη μας για τη μουσική.

 

• Το νέο είναι πολύ σχετικό. Τίποτα πραγματικά νέο δεν έχει συμβεί μετά την εποχή του trip hop. Ό,τι ακούμε εδώ και είκοσι χρόνια περίπου είναι παραλλαγές και αναπτύξεις πάνω στα ίδια εφευρήματα που έχουν αφετηρία στο παρελθόν.

 

Ο δίσκος των 1975, για παράδειγμα, είναι εξαιρετικός. Όμως είναι ένα '80s μόρφωμα αλά Tears For Fears με καινούργια λόγια και ανεβασμένα τεχνικά στάνταρ παραγωγής. Το ίδιο και η Νάταλι Πρας, που με ενθουσίασε φέτος. Μια εξαιρετική τραγουδοποιός, που όμως παίζει yacht rock της Δυτικής Ακτής και λευκή γαλανομάτα σόουλ, όπως στα τέλη των '70s η Νικολέτ Λάρσον.


• Αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχει νεανικό ρεύμα. Η ποπ κουλτούρα βασιζόταν στα νεανικά ρεύματα, που μεταξύ τους είχαν το εξής κοινό χαρακτηριστικό: έφτιαχναν μουσική με ένα όραμα για το αύριο, το φαντάζονταν. Η πανκ, ακόμα και η ντίσκο ήταν έτσι, απόδραση, «αύριο θα είμαι στον πλανήτη Δία». Όλα όσα βγαίνουν από τα '00s και μετά, τα καλά πράγματα εννοείται, κοιτάνε πίσω.

 

Ποπ & Ροκ, Αύγουστος 1988
Ποπ & Ροκ, Αύγουστος 1988


• Η ποπ βιομηχανία έχει μετατοπίσει τον δημογραφικό στόχο της στις νηπιακές πλέον ηλικίες και στα παιδιά του δημοτικού. Συνεπώς, οι ποπ παραγωγές είναι σχεδόν αστείες, στη λογική των κόμικ, και τα τραγούδια είναι γραμμένα μόνο για sing-along σε μικρά τσιτάτα. Παλιά, αυτού του τύπου τα «εθιστικά» ρεφρενάκια με λίγο κωμικό χαρακτήρα τα ονόμαζαν novelties στον κόσμο των charts. Σήμερα είναι απλώς mainstream.

 

Το μεγάλο πρόβλημα βρίσκεται στο ρεπερτόριο. Τα παιδιά που μπαίνουν στο παιχνίδι της εμπορικής ποπ δεν μπορούν να γράψουν τραγούδια, δεν ξέρουν, και βασίζονται στις τεχνικές δεξιότητες που έχουν τα apps και τα tablets τους για να φτιάξουν κάτι που να είναι λίγο εντυπωσιακό μπας και κερδίσουν κανένα like παραπάνω. Αυτά, όμως, δεν είναι τραγούδια. Είναι κάτι μικρές ασκήσεις ήχου, αδόμητες και random.

 

• Οι φίλοι μου έχουν παίξει τον σπουδαιότερο ρόλο στη ζωή μου. Είναι το γκελ μου και η αντανάκλασή μου, η οικογένεια που επέλεξα, όλη μου η ασφάλεια της έκφρασης.


• Ο μεγαλύτερός μου φόβος είναι η μοναξιά. Δεν παλεύεται. Ευτυχώς, έχω την ευλογία να μη νιώθω μόνος.


• Με ενοχλεί η ανευθυνότητα. Η κλειστότητα. Η έλλειψη παιδείας. Η ασφυξία που δημιουργούν οι ιδεοληπτικές αγκυλώσεις κάθε είδους. Με εκνευρίζει η βαθιά «ιδιώτευση» της σύγχρονης νεοελληνικής εποχής. Η «πάρτη» του καθένα γύρω μας. Η τοξικότητα του κάθε τραυλού «εγώ» που φαλτσάρει τριγύρω.

 

Η ποπ βιομηχανία έχει μετατοπίσει τον δημογραφικό στόχο της στις νηπιακές πλέον ηλικίες και στα παιδιά του δημοτικού. Συνεπώς, οι ποπ παραγωγές είναι σχεδόν αστείες, στη λογική των κόμικ, και τα τραγούδια είναι γραμμένα μόνο για sing-along σε μικρά τσιτάτα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η ποπ βιομηχανία έχει μετατοπίσει τον δημογραφικό στόχο της στις νηπιακές πλέον ηλικίες και στα παιδιά του δημοτικού. Συνεπώς, οι ποπ παραγωγές είναι σχεδόν αστείες, στη λογική των κόμικ, και τα τραγούδια είναι γραμμένα μόνο για sing-along σε μικρά τσιτάτα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Μου αρέσει να μαγειρεύω για φίλους ‒ νιώθω σαν να γεννάω. Να συζητάω με ανθρώπους που με ενδιαφέρουν. Να διαβάζω μεσαιωνική ιστορία, ιδιαίτερα της ανατολικής μεσογειακής λεκάνης. Να γράφω, να γράφω, να γράφω...


• Την ευτυχία μπορείς να τη βρεις στη φάτσα ενός pug σκύλου ή ενός Golden Retriever: υπέρτατη, διδακτική και αγγελική.


• Ο έρωτας έχει παίξει πρώτιστο ρόλο στη ζωή μου. Όχι ακριβώς το σεξ αλλά ο έρωτας, με κρατάει ζωντανό.

 

• Ήμουν από τους πρώτους που μπήκαν στο Facebook και από τους πρώτους που αποχώρησαν, γιατί αυτό το ιδρυματικό πράγμα άρχισε να με ενοχλεί πάρα πολύ. Να φανταστείς, όταν βγήκα δεν υπήρχε ο τωρινός χαμός και η ανάπτυξη του Facebook. Τότε έκαναν poke ο ένας στον άλλον και τέτοια. Κάποια στιγμή άρχισαν να μου κάνουν αιτήματα φιλίας άνθρωποι που δεν ήθελα κι έτσι πήρα την απόφαση να βγω.

 

Δεν έχω μετανιώσει καθόλου, γιατί αυτό που βλέπω γύρω μου με το Facebook με τρομάζει. Πρόκειται για μια παράλληλη πραγματικότητα στην οποία ζουν οι άνθρωποι, μιλάνε μεταξύ τους ανάλογα με το πόσα like έχει κάνει ο ένας στον άλλο. Είναι μια πολύ βαθιά καταθλιπτική φάση, η οποία δεν μου αρέσει καθόλου. Δεν θεωρώ ότι βοηθάει σε τίποτα το Facebook κοινωνικά και με ενοχλεί και πάρα πολύ που οι μεγάλες εταιρείες έχουν δημιουργήσει πλέον θέσεις εργασίας new media manager και κάνουν πολλές καμπάνιες τους μέσα από το Facebook.

 

• Τα παραδοσιακά μέσα, το ραδιόφωνο, τα περιοδικά, οι εφημερίδες, αποδυναμώθηκαν διότι η ποπ κουλτούρα πλέον δεν υφίσταται ουσιαστικά. Η εποχή του Ίντερνετ και οι νέες δυνατότητες έχουν αλλοιώσει άρδην τη σημασία της νεανικότητας και την έχουν υποβιβάσει στην ασημαντότητα.

 

Πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οι «νέοι» δεν ήταν μια ευδιάκριτη, ξεχωριστή κοινωνική ομάδα. Η νεολαία απόκτησε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός ξεχωριστού δημογραφικού γκρουπ μετά τον Β' Παγκόσμιο, με την οικονομική και καταναλωτική άνθηση στις δυτικές μητροπόλεις. Ξεχωριστές ανάγκες, ξεχωριστή ρητορική, ξεχωριστή αισθητική. Αξίζει να διαβάσεις πώς το στοιχειοθετεί ο Τζον Σάβατζ στο βιβλίο του Creation οf youth.

 

Σήμερα, διαγράφοντας τον ιστορικό κύκλο, διαπιστώνω ότι επιστρέφουμε πάλι στην προπολεμική θέση των νέων που δεν σημαίνουν τίποτα ιδιαίτερο κοινωνικά ως δημογραφική ομάδα διότι έχουν απορροφηθεί από το σύστημα των γονιών τους. Πλέον, ο σημερινός εικοσάρης δεν έχει να πολεμήσει για κάποιο ηλικιακό χάσμα με τους γονιούς του. Μπορούν, ας πούμε, να συμφωνούν παιδιά και γονείς για την αξία της Μαντόνα ή των Red Hot Chili Peppers ή, αν θες, της Αριάνα Γκράντε και των Coldplay, χωρίς να διακυβεύονται οτιδήποτε σοβαρό... Μπορεί και να ντύνονται από τα ίδια καταστήματα ρούχων ή να διασκεδάζουν στα ίδια κλαμπ, να χαριεντίζονται στα κοινωνικά δίκτυα και να μηδενίζουν την απόσταση μεταξύ του παλιού και του καινούργιου. Το τάμπλετ είναι ο κοινός παρονομαστής τους. Αυτό εμένα με τρομάζει.


• Το όφελός μου απ' όσα έχω κάνει όλα αυτά τα χρόνια είναι το χτίσιμο του εαυτού μου με όρους δικούς μου. Αυτό δεν θα μου το πάρει κανείς. Επειδή σπούδασα Οικονομικά (στη Νομική, στη Σόλωνος), έμαθα για το περιβόητο κόστος ευκαιρίας: χοντρικά, όσα χάνεις από μια άλφα επιλογή, μην κάνοντας τη βήτα. Υπό αυτή την έννοια, η ζωή μου είναι ένα ρεκόρ από τεράστια κόστη ευκαιρίας. Στην περίπτωσή μου, όμως, οικονομικά, όχι δομικά.


• Η ζωή με έχει διδάξει ότι η κατανόηση και το χαμόγελο είναι οι καταλύτες. Επίσης, κανένα υποκατάστατο δεν θα υπάρξει ποτέ γι' αυτό που δημιουργεί η αγκαλιά. Η αγάπη δεν είναι προνομιακό πεδίο του κάθε Κοέλιο, είναι η μόνη δύναμη που ξεπερνάει όσα νομίζουμε ότι ελέγχουμε. Φυσικά, η ζωή με δίδαξε ότι κάθε πρόποση πρέπει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό και καθαρότητα και με επίμονα βλέμματα στα μάτια.


https://gone4sure.wordpress.com/

O M.Hulot είναι διευθυντής της έντυπης LIFO και δουλεύει σε αυτήν από το πρώτο φύλλο της

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Τι εννοούμε σήμερα όταν λέμε ότι ένα κομμάτι «κάνει επιτυχία»;
Πώς μετριέται η εμπορικότητα στη μουσική, την εποχή του streaming, των downloads, του YouTube και των χαμηλών φυσικών πωλήσεων;
Γιάννης Πετρίδης: Ένας από τους πιο επιδραστικούς ανθρώπους στον χώρο της μουσικής αφηγείται τη ζωή του στο LIFO.gr
Υπεύθυνος για τη μακροβιότερη ραδιοφωνική εκπομπή, κάτοχος μίας από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές μουσικές συλλογές στον κόσμο, αθεράπευτα ερωτευμένος με τη μουσική.
Μισό αιώνα μετά, ο Γιάννης Πετρίδης κι ο Κώστας Ζουγρής θυμούνται τα καλύτερα τραγούδια του 1967
Και παρουσιάζουν τη λίστα στο LIFO.gr μιλώντας για κάθε ένα απ' τα 10 θρυλικά κομμάτια που επέλεξαν
Τι στο καλό συμβαίνει με τα ελληνικά charts;
Ενώ η διεθνής μουσική βιομηχανία ανακάμπτει ραγδαία με τη σαρωτική άνοδο του hip-hop, στην Ελλάδα οι μουσικές επιτυχίες προκύπτουν (και μετριούνται) με αρκετά διαφορετικούς τρόπους
Κύριε Πετρίδη, μπορείτε να επιλέξετε 10 από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του ιταλικού τραγουδιού μετά το '50;
Με αφορμή τις εκπομπές του για το ιταλικό τραγούδι στο Kosmos, ο Γιάννης Πετρίδης μιλά στο LIFO.gr για τους καλλιτέχνες που εκτιμά και φτιάχνει τη δική του λίστα

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τζούλια Σουγλάκου: «Κάποιος που ζει στα Ζαγοροχώρια ή στη Μάνη δεν χρειάζεται σώνει και καλά να ξέρει τι είναι όπερα»
Υψίφωνος. Γεννήθηκε στο Γύθειο, μένει στους Αμπελόκηπους. Πιστεύει πάρα πολύ στο «ευ» της μεταβολής.
Μαρία Ευθυμίου: Η λέξη «φασίστας» δεν χρησιμοποιήθηκε επί της ουσίας αλλά ως όπλο διάλυσης της κοινωνίας
Η εξέχουσα Ιστορικός και συγγραφέας θεωρεί ότι η μεγαλύτερη επανάσταση είναι αυτή που συμβαίνει μέσα μας.
Κάτια Δανδουλάκη: Αν η ψυχή του Μάριου Πλωρίτη έχει μείνει εδώ, θα ήθελα να βλέπει ότι είμαι χαρούμενη
Ηθοποιός. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, ζει στο Κολωνάκι. Κοιμάται με ένα λούτρινο μικρό σκυλάκι που δεν αποχωρίζεται ποτέ.
Ηλίας Μαμαλάκης: «Χαίρομαι που κατάφερα να κάνω πολύ κόσμο να ξεφοβηθεί την κουζίνα»
Σεφ. Γεννήθηκε στην Πεύκη, μένει στον Διόνυσο. Το φαγητό για εκείνον είναι πρωτίστως θρέψη και δευτερευόντως απόλαυση.
Δημήτρης Χρονόπουλος: «Το γλυκό θα έπρεπε να είναι σε καλύτερο επίπεδο στην Ελλάδα»
Consultant Valrhona ambassador. Γεννήθηκε και ζει στο Γαλάτσι. Όταν πήγε για πρώτη φορά στη Γαλλία και του έφεραν να φάει ταρτάρ, έκανε εμετό.
Σταυρούλα Κουράκου-Δραγώνα: Η μεγάλη κυρία του ελληνικού κρασιού αφηγείται τη ζωή της
Δρ. χημικός, οινολόγος, συγγραφέας, αντεπιστέλλον μέλος της Γεωργικής Ακαδημίας της Γαλλίας: αυτή είναι η γυναίκα που αγάπησε το ελληνικό κρασί όσο λίγοι
Μαρία (Cyber) Κατσικαδάκου: «Δεν μπορούμε να πάμε μπροστά εάν δεν σεβαστούμε το αιδοίο»
Ιδρύτρια/διοργανώτρια του Outview Festival. Γεννήθηκε στον Πειραιά, ζει στην Καλλιθέα. Κάποτε μπήκε σε ένα σουβλατζίδικο με κρίση υπογλυκαιμίας, επειδή είναι διαβητική, και την πέταξαν έξω γιατί νόμιζαν ότι είναι πρεζάκι.
Χάρης Φραγκούλης: «Δεν γίνεται να δουλεύω έναν χρόνο για να πάρω ένα χιλιάρικο»
Ηθοποιός, σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στη Νέα Σμύρνη, ζει στου Γκύζη. Ο πιο μεγάλος του φόβος είναι μήπως δεν μπορέσει να αγαπήσει.
Ο Βασίλης Ζούλιας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO
Σχεδιαστής μόδας, στυλίστας. Γεννήθηκε στη Μήλο, ζει στο Ζάππειο. Πιστεύει πως αν οι γυναίκες σταματούσαν για τρεις μέρες να ασχολούνται με τη μόδα, θα κατέρρεε η παγκόσμια οικονομία.
Άγγελος Παπαδημητρίου «Είναι τύχη που ενώ έκανα ριψοκίνδυνη ζωή, είμαι ακόμα ζωντανός»
Εικαστικός, ηθοποιός, τραγουδιστής, υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με τον συνδυασμό του Κώστα Μπακογιάννη. Γεννήθηκε στο Κιάτο, ζει στα Εξάρχεια. Τα χρήματα που έπαιρνε στους «Στάβλους της Εριέττας Ζαΐμη» ήταν τόσο πολλά, που από ενοχή έδινε από δω κι από κει σε φίλους.
Μιχάλης Μυτακίδης (a.k.a. BD Foxmoor): «Δεν φανταζόμουν ότι θα σκουπιδιάσει τόσο το χιπ-χοπ»
Μουσικός, ποιητής. Γεννήθηκε και ζει στο Πέραμα. Αυτή είναι η μεγάλη συνέντευξη της ζωής του.
Ευριπίδης Αποστολίδης: «Aν αγαπήσεις τον εαυτό σου, η ζωή γίνεται ομορφότερη»
Διευθυντής εστιατορίων. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, μένει στο Παγκράτι και είναι άνθρωπος των αισθήσεων και των συναισθημάτων
«Συγχωρώ, αλλά δεν ξεχνάω»: Η Μιμή Ντενίση στη συνέντευξη της ζωής της
Η δημοφιλής ηθοποιός, σκηνοθέτις, μεταφράστρια, που γεννήθηκε στη Λαμία και μένει στο Πεδίον του Άρεως περιγράφει ολόκληρη τη ζωή της στη LiFO.
Χρήστος Ζερεφός: Ας σταματήσουμε να κάνουμε τους νταήδες απέναντι στη φύση
Ακαδημαϊκός, φυσικός. Γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου, ζει στο Ντράφι Αττικής. Το 2007 η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή των Ηνωμένων Εθνών, στην οποία συμμετείχε ως μέλος, τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης.
Η ηρωική μοναξιά του ζωγράφου Απόστολου Γεωργίου
O σημαντικός ΄Ελληνας ζωγράφος αφηγείται τη ζωή του στη LIFO
1 σχόλιο
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
14:17 14:17 17.1.2019 | 22:13
Συμφωνω απολυτα με οσα λεει ο κ. Φραγκος για την ποπ κουλτουρα στην Ελλαδα και το ποσο δεν αγγιξε η αυθεντικη ποπ μουσικη τη νεολαια μετα τη μεταπολιτευση. Ολοι ηταν κολλημενοι με ενα ειδος, συνηθως ροκ ή μεταλ, αργοτερα το εντεχνο και τη λαϊκοποπ (οπως μαθαμε να λεμε τα ελαφρολαϊκα ή ακομα καλυτερα, τα ποπ κομματια που τραγουδουσαν οι λαϊκοι). Ο,τιδηποτε αλλο ηταν σαν τη μυγα μες στο γαλα ("φλωρικο").
Χαιρομαι που πολλα σημερινα παιδια ειναι πιο απενοχοποιημενα ως προς τα ακουσματα τους συγκριτικα με τα 80s και 90s.
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή