ΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ είναι γνωστή η οδός Πιττάκη στου Ψυρρή, πάροδος της Ερμού, γιατί το 2012, χάρη στις πρωτοβουλίες διαφόρων φορέων, μετατράπηκε από κακοφωτισμένο και ρυπαρό σοκάκι σε σκηνικό ευφάνταστων διακοσμήσεων και χώρο πολιτιστικών δρώμενων.

 

Ενώ είναι ένας από τους πιο πολυφωτογραφημένους δρόμους της Αθήνας και φιγουράρει σε τουριστικούς οδηγούς στο διαδίκτυο, ο άνθρωπος που του έδωσε το όνομα είναι γνωστός μόνο σε λίγους μυημένους στην ιστορία της αρχαιολογίας και της επιγραφικής στη σύγχρονη Ελλάδα και μόνο μια φωτογραφία του σώζεται. Το επετειακό έτος που οδεύει προς το τέλος του είναι ευκαιρία να τον θυμηθούμε.

 

Ο Κυριακός Πιττάκης γεννήθηκε στου Ψυρρή το 1798. Ανδρώθηκε σε μια εποχή που ο ρόλος της ελληνικής αρχαιότητας ήταν κρίσιμος για την αφύπνιση μιας εθνικής συνείδησης, για την προετοιμασία της Επανάστασης και για το φιλελληνικό κίνημα. Ο Ρήγας κοσμούσε τη Μεγάλη Χάρτα του με σχέδια αρχαίων νομισμάτων, ταύτιζε σύγχρονα τοπωνύμια με αρχαίες πόλεις και άλλαζε το όνομά του από Βελεστινλής σε Φεραίος. Ο Αδαμάντιος Κοραής, βασικός εκπρόσωπος του διαφωτισμού, ήταν εκδότης αρχαίων συγγραφέων, όπως του Ιπποκράτη και του Θεόφραστου.

 

Στόχος του Πιττάκη από νεαρή ηλικία έγινε η δόξα της Ελλάδας. Εργαλείο του ήταν οι αρχαίες επιγραφές. Σε ένα κείμενό του γράφει ότι όταν ήταν 16 χρονών θεωρούσε ιερό οτιδήποτε αρχαίο, ακόμα κι αν ήταν ένα μονάχα γράμμα επιγραφής, και το αντέγραφε σε όποιο χαρτάκι ήταν στα χέρια του, κρυφά από τους Τούρκους.

 

 

 

Μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, πολέμησε στην Επανάσταση. Όταν το 1822 οι επαναστάτες αναζητούσαν τρόπους να ενισχύσουν τα αποθέματα του φρουρίου της Ακρόπολης σε νερό για να αντέξουν σε πολιορκίες, ο Πιττάκης ανακάλυψε στη βόρεια πλαγιά της Ακρόπολης την αρχαία της πηγή, την Κλεψύδρα, χάρη στη γνώση των αρχαίων συγγραφέων.

 

Μετά την απελευθέρωση έκανε ανασκαφές στην Ακρόπολη. Το 1837 συμμετείχε στην ίδρυση της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, του αρχαιότερου επιστημονικού οργανισμού της Ελλάδας, κατανοώντας τη σημασία της αρχαιολογικής έρευνας και της προστασίας των μνημείων για το νεοϊδρυμένο κράτος. Λίγο νωρίτερα είχε διαδεχθεί τον Βαυαρό Λουδοβίκο Ρος ως ο πρώτος Έλληνας Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων. Κι αυτό χωρίς να έχει σπουδάσει ποτέ αρχαιολογία – ιατρική σπούδασε, στην Κέρκυρα.

 

Από το 1837 ως το 1860 ήταν σχεδόν μόνος υπεύθυνος για το περιεχόμενο της «Αρχαιολογικής Εφημερίδας», του μόνου ελληνικού περιοδικού του 19ου αιώνα που συνεχίζει μέχρι σήμερα την έκδοσή του. Η αρχαιολογική και επιγραφική του έρευνα ήταν στοχευμένη.

 

Σειρά άρθρων που δημοσίευσε στην «Αρχαιολογική Εφημερίδα» από το 1852 έως το 1858 έχουν τον προγραμματικό τίτλο «Ὕλη ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι οἱ νῦν κατοικοῦντες τὴν Ἑλλάδα εἰσὶν ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων». Στο τεύχος του 1860, τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του, δίνει έναν απολογισμό του έργου του: «Μέχρι τοῦδε ἐδημοσίευσα οἰκείᾳ βουλῇ, προῖκα καὶ ἀμισθεί, τέσσαρας χιλιάδας ἑκατὸν πεντήκοντα ὀκτὼ ἐπιγραφάς, ἀριθ. 4158. [...] Ὁ σκοπός μου ἦν τὸ κοινὸν καλὸν καὶ ἡ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης διάδοσις παντὸς Ἑλληνικοῦ γράμματος, χάριν τῆς Ἑλληνικῆς εὐκλείας». 

 

Συμπτωματικά, η πρώτη επιγραφή που δημοσιεύει στο πρώτο τεύχος της «Αρχαιολογικής Εφημερίδας» τον Οκτώβριο του 1837, με τον τίτλο «Παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν Λιθογραφημάτων», είναι το ψήφισμα του Χρεμωνίδη (του 267 π.Χ.).

 

Με το κείμενο αυτό, ο Αθηναίος πολιτικός καλούσε τους Αθηναίους να συμμαχήσουν με τους προαιώνιους αντιπάλους τους, τους Σπαρτιάτες, για την ελευθερία των Ελλήνων, θυμίζοντας ότι και παλιότερα διεξήγαγαν ως σύμμαχοι από κοινού πολλούς και δίκαιους αγώνες εναντίον όσων επιχειρούσαν να υποδηλώσουν τις πόλεις. Αναρωτιέμαι αν δημοσιεύοντας αυτή την επιγραφή είχε στο νου του τη διχόνοια που λίγα χρόνια νωρίτερα παραλίγο να καταδικάσει την Επανάσταση σε αποτυχία.

 

Ο Πιττάκης ανοίγει την καρδιά του για το πάθος που είχε προς την αρχαιότητα: «Ἔπραξα τοῦτο κινούμενος μόνον ὑπὸ τοῦ πρὸς τὸν ἔρωτα τῶν προγονικῶν μου λειψάνων πόθου, ὃς καὶ ἐν καιρῷ πολέμου μοὶ ἦν ἀδιάσπαστος σύντροφος». Πόθος και έρωτας τον καθοδηγούσαν. Ο έρωτας μερικές φορές είναι βασανιστικός και καταπιεστικός. Και ο έρωτας προς την αρχαιότητα ήταν στα 200 χρόνια του ελληνικού κράτους για άλλους κίνητρο, για άλλους καταπίεση.

 

Το 1904, στο μυθιστόρημά του «Ο αρχαιολόγος» ο Αντρέας Καρκαβίτσας παρουσιάζει έναν αρχαιόπληκτο που, επηρεασμένος από τον θαυμασμό των ξένων για τα επιτεύγματα των προγόνων του, αφήνει τη γη του ανεκμετάλλευτη, αναζητώντας με ανασκαφές αρχαία καλλιτεχνήματα. Πεθαίνει όταν τον πλακώνει ένα άγαλμα που είχε βρει. Τριάντα χρόνια αργότερα, το 1935, ο Σεφέρης, στο τρίτο ποίημα της συλλογής του «Μυθιστόρημα», εκφράζει με μια μεταφορά το ασήκωτο βάρος αυτής της προγονικής κληρονομιάς:

 

Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω.

 

Όμως ο Σεφέρης βλέπει μια σύνθεση εκεί που ο Καρκαβίτσας έβλεπε μια σύγκρουση. Συνεχίζει: «Έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει». 

 

Αν δεν θυμόμαστε τον Πιττάκη για τις επιγραφικές του έρευνες, αξίζει να το θυμόμαστε ως πρωταγωνιστή ενός πασίγνωστου επεισοδίου. Όταν το 1822 οι Έλληνες επαναστάτες πολιορκούσαν την Ακρόπολη, οι πολιορκημένοι Τούρκοι άρχισαν να αφαιρούν από τις αρχαίες κολόνες το μολύβι που περιείχαν ως συνδετικό υλικό, για να κατασκευάσουν βόλια. Για να σταματήσουν την καταστροφή, οι πολιορκητές τους πρόσφεραν μολύβι. Ο εικοσάχρονος Πιττάκης ήταν αυτός που έπεισε τους συμπολεμιστές του να θέσουν την προστασία των αρχαιοτήτων πάνω από τον κίνδυνο για τη ζωή τους.

 

Στον επικήδειο του Πιττάκη ο Αλέξανδρος Ραγκαβής αξιολογεί την πράξη του με αυτά τα λόγια: «Οὐδεὶς ὅμως, δυνάμεθα νὰ διϊσχυρισθῶμεν, [ἔπραξεν] ἔργον εὐγενέστερον ἐν τοῖς χρονικοῖς τῶν πολέμων, καὶ ἀξιώτερον του ὑψηλότερου πολιτισμού». Όντως δεν είναι εύκολο να βρει κανείς ανάλογες πράξεις αυτοθυσίας για την προστασία αρχαίων μνημείων. Ας μην το ξεχνάμε όταν σήμερα βάζουμε στο ζύγι μνημεία της πολιτιστικής κληρονομιάς και κατασκευαστικά έργα.

 

Σημείωση: Βιογραφικά στοιχεία για τον Πιττάκη υπάρχουν στο ηλεκτρονικό περιοδικό της Ελληνικής Επιγραφικής Εταιρείας «Γραμματείον» και στην ιστοσελίδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας

 

Eκφώνηση: Μαρία Δρουκοπούλου