Οι Ιταλοί έχουν το ταράλο, οι άνθρωποι από το Κασμίρ το telvor, το κάακ και το κουλούρι τρώγονται στη Μέση Ανατολή και την Τουρκία. Όλα είναι στρογγυλά ψωμιά με τρύπα, ωστόσο δεν εκτιμώνται τόσο εκτός συνόρων όσο το μπέιγκελ.
Ο Economist, με αφορμή την Εθνική Ημέρα του μπέιγκελ που εορτάζεται στις ΗΠΑ στις 15 Ιανουαρίου, εξηγεί πως το προαναφερθέν, στρογγυλό ψωμί απέκτησε παγκόσμια φήμη, παρουσιάζοντας πρώτα την «καταγωγή» του: είναι μια κλασική ιστορία μεταναστών για επιμονή, εφευρετικότητα και σκληρή δουλειά.
Σύμφωνα με τη Μαρία Μπαλίνσκα, Αμερικανίδα δημοσιογράφος, η πρώτη γραπτή αναφορά στο μπέιγκελ ήταν το 1610. Οι κανονισμοί που εκδόθηκαν από το Εβραϊκό Συμβούλιο της Κρακοβίας περιγράφουν λεπτομερώς ποιος μπορούσε να «ζητήσει» και να λάβει μπέιγκελ για να γιορτάσει την περιτομή ενός αγοριού.
Πώς το μπέιγκελ έφτασε στις ΗΠΑ
Μια δελεαστική (αν και αμφίβολη) ιστορία για την προέλευσή του ισχυρίζεται ότι τα μπέιγκελ πρωτοεμφανίστηκαν στην Πρωσία, όπου οι Εβραίοι αρτοποιοί έβραζαν για λίγο τα ψωμιά τους πριν τα «ψήσουν», για να παρακάμψουν τον περιορισμό που απαγόρευε στους μη χριστιανούς να ψήνουν ψωμί.
Τα μπέιγκελ έφτασαν στην Αμερική με τους Εβραίους μετανάστες στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Σύντομα εμφανίστηκαν δύο κύρια ανταγωνιστικά στυλ: το Μόντρεαλ και η Νέα Υόρκη. Τα μπέιγκελ του Μόντρεαλ είναι μικρότερα, πιο πυκνά και πιο γλυκά από αυτά που βρίσκονται στη νότια πλευρά των συνόρων της Βόρειας Αμερικής, επειδή βράζονται σε νερό με μέλι πριν ψηθούν σε ξυλόφουρνο, κάτι που τους δίνει μια πιο τραγανή κρούστα με μια νότα καπνού.
Τα πιο φουσκωτά μπέιγκελ της Νέας Υόρκης είναι καλύτερα για σάντουιτς, ενώ η εκδοχή του Μόντρεαλ είναι ένα ανώτερο προϊόν που μπορεί να καταναλωθεί μόνο του.
Ωστόσο, τα μπέιγκελ παρέμειναν ένα εξειδικευμένο εβραϊκό φαγητό για δεκαετίες: το 1960, οι New York Times εξήγησαν, με δόση ανακρίβειας, ότι «το μπέιγκελ είναι ένα ντόνατ χωρίς ζάχαρη».
Σήμερα, κάποιος μπορεί να βρει μπέιγκελ στα ψυγεία των σούπερ μάρκετ και σε μενού εστιατορίων τύπου fast foord. Τα μπέιγκελ, όπως και τα χάμπουργκερ, τα χοτ ντογκ και η πίτσα πριν από αυτά, έχουν γίνει, και επίσημα, αμερικανικά τρόφιμα με αόριστες εθνοτικές ρίζες, περιγράφει ο Economist.
Οι πωλήσεις του ψωμιού εκτιμήθηκαν σε περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι και αυξάνονται σταθερά, με ιδιαίτερα υψηλή ζήτηση στην ανατολική Ασία, καταλήγει το περιοδικό για το μπέιγκελ.
Με πληροφορίες από Economist