Είναι 3:30 το απόγευμα, πρώτη Κυριακή του Απρίλη, κι ο Νίκος Αλεξίου μόλις πήρε το λόγο: "Ladies and Gentlemen, Κυρίες και Κύριοι... Καλησπέρα". Σκοπεύει να μιλήσει για την πολιτιστική ζωή της ελληνοαμερικάνικης κοινότητας στην Αστόρια. Το Seaburn, ένα βιβλιοπωλείο στη λεωφόρο Μπρόντγουεϋ, ανοίγει ξανά έπειτα από ανακαίνιση και ο Αλεξίου, φίλος του ιδιοκτήτη από παλιά, έχει γράψει κάτι ειδικά για την περίσταση. Σ' αυτή τη μικρή συγκέντρωση μας συστήνεται με τις δύο ιδιότητές του, του κοινωνιολόγου και του ανθρώπου των γραμμάτων. Η ομιλία του είναι διάσπαρτη με ποιήματά του καθώς και στίχους από Οδυσσέα Ελύτη, Τ.Σ. Έλιοτ και Έζρα Πάουντ, μεταξύ άλλων.


Ο Αλεξίου είναι επίκουρος καθηγητής κοινωνιολογίας στο Κουήνς Κόλετζ από το 1990 όμως δεν έχει στυλ ακαδημαϊκού. Είναι κατ' αρχάς το χαμόγελό του και η αίσθηση ότι δεν προσπαθεί να επιβληθεί με την παρουσία του· κι είναι έπειτα ο αργός ρυθμός ομιλίας και η ζεστή φωνή του, που δημιουργούνε φιλική ατμόσφαιρα. Λίγα λεπτά αφότου ξεκίνησε, επαναλαμβάνει ένα σχόλιο που έκανε όταν συναντηθήκαμε για πρώτη φορά, μια ηλιόλουστη μέρα στα τέλη του Μάρτη: "Η ελληνική γλώσσα είναι συνώνυμη με την ελληνική ταυτότητα στις ΗΠΑ και η Αστόρια από παλιά θεωρείται το πιο ελληνικό μέρος εκτός Ελλάδας. Όμως αν κάνεις μια βόλτα στους δρόμους της θα συναντήσεις δεκαπέντε ελληνικά καφέ σε μια ακτίνα δύο μιλίων και ούτε ένα ελληνικό βιβλιοπωλείο".


Η παρατήρηση αυτή αποδίδει ανάγλυφα ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει τον Αλεξίου από τότε που εγκαταστάθηκε στην Αστόρια. Πώς δηλαδή μια κοινότητα με μακρόχρονη ιστορία, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες έχει βελτιώσει κατακόρυφα τις συνθήκες ζωής της, δεν έχει διαμορφώσει ένα πολιτιστικό όραμα και τους ανάλογους θεσμούς για να στηρίξει τους καλλιτέχνες της.


Στην υπό έκδοση ποιητική συλλογή του AΣTORIA –Exile, People, Places ο Αλεξίου επιχειρεί να φέρει αυτό το ζήτημα στο φως. "Το νέο υλικό εστιάζεται στα θέματα της μετανάστευσης και της ζωής στο Κουήνς" επισημαίνει. "Η πρώτη γραφή ήταν στα ελληνικά αλλά η έκδοση θα είναι δίγλωσση". Σήμερα στο Seaburn ένα ακροατήριο εκατό και πλέον ατόμων, αποτελούμενο κυρίως από φοιτητές του, έχει την ευκαιρία ν' ακούσει μερικά από αυτά τα ποιήματα. Συγκρατώ εκείνο που φέρει τον τίτλο 'Εξορία': "Η στιγμή της εξορίας / είναι μεγάλη και δύσκολη νύχτα / / Σκεπάζει βαριά / με μαύρες σιωπές / έπιπλα χειρονομίες φωνές / / Συντρίβει το φως / των προσώπων που αγαπήθηκαν / / Ποια φλόγα μυστική / θα ζεστάνει το αίμα;" Όταν ο Αλεξίου απαγγέλλει ο τόνος του είναι πιο δραματικός, χωρίς ωστόσο να γίνεται πομπώδης ή επιτηδευμένος. Κρατάει τη σβησμένη πίπα του στο χέρι και τα γαλανά του μάτια μοιάζουνε να κοιτούν ίσια στο άπειρο.


Η Κάρεν Έμμερικ, η μεταφράστριά του, παρατηρεί πως "ο Αλεξίου επανέρχεται στα θέματα της εξορίας και της διασποράς και, γράφοντας ελληνικά στη Νέα Υόρκη, συχνά ορίζει τον ποιητή ως τον κατ' εξοχήν ξένο". Επιλογή που ενδεχομένως υπαγορεύεται από αισθητικά κριτήρια: ποιο μέσο είναι πιο πρόσφορο για να μιλήσεις για την εξορία από μια "εκτοπισμένη γλώσσα", όπως την όρισαν οι Ντελέζ-Γκουαταρί; Ταυτόχρονα όμως είναι μία πολιτική πράξη με διττό σκοπό. Από τη μια ο Αλεξίου βρίσκεται σ' έναν ενδιάμεσο χώρο, δεν ανήκει ούτε στην ελληνική ούτε στην αμερικάνικη λογοτεχνία, συνειδητά καθιστώντας εαυτόν "μειοψηφία του ενός". Από την άλλη, όπως τονίζει επανειλημμένα, μπορεί μ' αυτό τον τρόπο να βοηθήσει τους ομογενείς να διαμορφώσουν μια ταυτότητα και μιαν αίσθηση κοινότητας. "Αν το να είσαι Ελληνοαμερικάνος σημαίνει μόνο να ακούς μπουζούκια και να τρως ελληνικά φαγητά, πάμε χαμένοι" λέει μεταξύ αστείου και σοβαρού.


Γεννημένος το 1959, ο Αλεξίου μεγάλωσε στο Βόλο υπό ελαφρώς περίεργες συνθήκες. Αν και μοναχοπαίδι, στερήθηκε τους γονείς του από τρυφερή ηλικία. Ο πατέρας του ήταν ασυρματιστής στο εμπορικό ναυτικό κι έλειπε τον περισσότερο καιρό, και η μητέρα του συνήθως συνόδευε το σύζυγό της στα μακρινά του ταξίδια. Δυο δυναμικές γυναίκες έμελε να αναπληρώσουν αυτή την απουσία: η γιαγιά του –"η επιτομή της ελληνικής ψυχής, δεν έχανε ποτέ το κουράγιο της αν και έζησε πολέμους, φτώχεια και τον άδικο χαμό φίλων και συγγενών"– και η θεία του –"μια Αλεξανδρινή κοσμοπολίτισσα, μου μετέδωσε την αγάπη της για την ποίηση και με ενθάρρυνε να γράψω".


Αυτή η αγάπη για την ποίηση φαίνεται πως υπήρξε μοναδική καταφυγή για τον Αλεξίου στα εφηβικά και νεανικά του χρόνια. "Όπως στη ζωή και στο θάνατο, είσαι μόνος όταν γράφεις" αναλογίζεται μ' ένα αμυδρό χαμόγελο. Η εξορία δεν είναι απλώς ένα μοτίβο στο έργο του, ούτε απλά ζήτημα εκπατρισμού. "Προέρχομαι από την εργατική τάξη και η ποίηση, δεδομένου ότι ήταν μια υπόθεση έξω από τη γραμμή παραγωγής, έμοιαζε άσχετη με τους αγώνες του καιρού. Θέλω να πω, ο κόσμος με έβλεπε καχύποπτα. Και οι γονείς μου δε χάρηκαν καθόλου όταν έμαθαν ότι γράφω. Η μάνα μου ένα βράδυ έκαψε όλα μου τα χειρόγραφα. Σ' αυτό το περιστατικό βασίστηκε το ποίημα 'Ο Κόκκινος Πρίγκηπας'".


Το 1984, αφού αποφοίτησε από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ήρθε στην Αμερική για πρώτη φορά. Η αφορμή ήταν κάθε άλλο παρά ευχάριστη: συνόδευε τη μητέρα του που έπασχε από καρκίνο και έπρεπε να χειρουργηθεί επειγόντως. Μόνος στο χάος της Νέας Υόρκης, ο Αλεξίου αρχικά είχε ανάμεικτα συναισθήματα. Η ζωή εξάλλου ήτανε δύσκολη. Όταν έπειτα από ένα χρόνο ήρθε να τον βρει η γυναίκα του με τη νεογέννητη κόρη τους, χρειάστηκε να κάνει τρεις δουλειές. Όμως αφού δε γινόταν να επιστρέψει στην Ελλάδα, λόγω της κατάστασης της μητέρας του, προσπάθησε να επωφεληθεί απ' αυτή την ακούσια παραμονή στις ΗΠΑ. Έτσι αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του μ' ένα διδακτορικό στην κοινωνιολογία. Στη διατριβή του, Κοινωνική Τάξη και Εθνική Ταυτότητα: Η Περίπτωση των Ελληνοαμερικανών, διάλεξε μια διαφορετική προσέγγιση από το καθιερωμένο μοντέλο "struggle-success". Η θέση του ήταν πως οι Έλληνες μετανάστες δε γνώρισαν επιτυχία στην αμερικανική κοινωνία χάρη στις αξίες τους, την εργατικότητά τους ή κάποια 'κληρονομική ανωτερότητα' όπως είχαν υποστηρίξει άλλοι κοινωνιολόγοι στο παρελθόν. Αντιθέτως, εκμεταλλεύτηκαν πρώτα-πρώτα την άνθιση της αμερικανικής οικονομίας στη δεκαετία του '60 καθώς και το γεγονός ότι δεν υφίσταντο διακρίσεις εξαιτίας του χρώματός τους.


Αυτό φυσικά δε σημαίνει πως ήταν καμιά προνομιούχα μειονότητα. Όπως διευκρινίζει ο Αλεξίου "τη δεκαετία του '60 οι Έλληνες μεταναστεύουν ως εργατικό δυναμικό, περίπτωση πολύ διαφορετική από την ομογένεια στη Magna Graecia, τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες ή την Αμερική στα τέλη του 19ου αιώνα." Η κοινότητα που δημιουργείται στην Αστόρια γύρω στο 1965 αποτελείται κυρίως από ανθρώπους που ήρθαν από φτωχές αγροτικές περιοχές, χωρίς χαρτιά (πολλοί κυριολεκτικά πήδηξαν απ' τα καράβια) και καμία προοπτική για καλύτερη ζωή στον τόπο τους. Λίγο-πολύ αναγκασμένοι να μεταναστεύσουν, κράτησαν τους συναισθηματικούς δεσμούς με την Ελλάδα, βέβαιοι πως κάποια μέρα θα γυρίσουν. Σύγχρονοι Οδυσσείς; Κατά κάποιον τρόπο. Ίσως όμως είναι και θέμα ανατροφής. Ο Αλεξίου θεωρεί ότι πρόκειται για κατ' εξοχήν χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινότητας: "Αν ζητήσεις από έναν Ιταλοαμερικάνο να βρει την Ιταλία στο χάρτη, το πιο πιθανό είναι ότι δεν ξέρει πού βρίσκεται. Οι [Ελληνοαμερικάνοι] φοιτητές μου επισκέπτονται την Ελλάδα σχεδόν κάθε καλοκαίρι."


Ωστόσο το ελληνικό κράτος ποτέ δεν αναγνώρισε επίσημα την ελληνοαμερικάνικη κοινότητα μέσω των πολιτικών και πολιτιστικών του θεσμών. Αυτό το κενό ανέλαβε να καλύψει η Ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Αμερικής η οποία, σύμφωνα με τον Αλεξίου, άσκησε μεγάλη επιρροή στους μετανάστες από το ξεκίνημα. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν πρέπει να μας εκπλήσσει αν θεωρήσουμε την Αστόρια μικρογραφία της Ελλάδας. Αλλά σε μια κοινότητα χωρίς ουσιαστική οργάνωση, πέρα από κάποια σκόρπια σωματεία, η εκκλησία αναπόφευκτα έγινε μονοπώλιο: κεντρικός άξονας της κοινωνικής ζωής και κύριος εκπαιδευτικός φορέας. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, εξηγεί εν μέρει την προσκόλληση των μεταναστών πρώτης γενιάς στις περιβόητες 'πατροπαράδοτες αξίες'. Τι γίνεται όμως με τους νέους ανθρώπους; Κανείς δεν αμφισβητεί πόσο σημαντικό είναι να γνωρίζεις τις ρίζες σου. Αλλά τι ωφελεί να διαιωνίζεις έθιμα εκτός τόπου και χρόνου όταν αγνοείς την κληρονομιά των ομογενών –και δη συμπολιτών σου; Το έργο του Νικόλα Κάλας φερ' ειπείν, του ποιητή και κριτικού τέχνης που έδρασε στη Νέα Υόρκη από το 1940 μέχρι το 1988.


Ο Αλεξίου ελπίζει πως η έκδοση του AΣTORIA θα είναι μια καλή ευκαιρία για να προσεγγίσει συγγενικά πνεύματα. Σε μια προσπάθεια να κινητοποιήσει την κοινότητα, προσκάλεσε Ελληνοαμερικάνους καλλιτέχνες να συνεισφέρουν οπτικό υλικό για το βιβλίο: τους γλύπτες Γιάννη Ιορδανίδη και Αστέριο Ματάκο, τους ζωγράφους Νάγια Φραγκούλη και Νίκο Βλάχο και τους φωτογράφους Φώτη Παπαγερμανό και Σοφία Βουρδούκη. Όμως τούτη η πρωτοβουλία θα ήταν ανολοκλήρωτη δίχως τη διοργάνωση εκδηλώσεων για τον κόσμο της Αστόριας. Αυτό υπογραμμίζει ο ιδιοκτήτης του Seaburn, Σαμ Τσέκουας, όταν παραφράζει τη ρήση του Τζον Φ. Κέννεντυ: "Αναλογίσου τι μπορείς να κάνεις για την κοινότητά σου". Ο Τσέκουας μετέτρεψε το Seaburn σε καφέ-βιβλιοπωλείο κι από δω και πέρα θα φιλοξενεί ομιλίες και βιβλιοπαρουσιάσεις, καθώς και βραδιές με ελεύθερη πρόσβαση στο μικρόφωνο.


"Ο Νίκος μάς στήριξε σε κάθε βήμα από το 1990 που ξεκινήσαμε" λέει ο νιγηριανής καταγωγής Τσέκουας, ο οποίος σπούδασε οδοντίατρος στο ΑΠΘ τη δεκαετία του '80 και το 2004 τιμήθηκε με τον τίτλο του 'πρεσβευτή του ελληνισμού'. "Μπορεί να είμαι θετικά προκατειλημμένος γιατί είναι καλός μου φίλος αλλά θέλω να τονίσω ότι νοιάζεται πραγματικά για τον κόσμο της Αστόριας". Περαιτέρω απόδειξη, η απόφαση του Αλεξίου να δημιουργήσει ένα προφορικό ιστορικό αρχείο της ελληνοαμερικάνικης κοινότητας, έργο που ξεκίνησε πριν από ένα χρόνο υπό την αιγίδα του Κουήνς Κόλετζ και χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Σε συνεργασία με το σκηνοθέτη Τάσο Ρηγόπουλο, ο Αλεξίου διεξάγει συνεντεύξεις με ανθρώπους της κοινότητας και σχεδιάζει να καταρτίσει online βιβλιοθήκη με το υλικό που θα συλλέξει. Όταν ολοκληρωθεί το αρχείο, σχεδιάζει επίσης να γράψει ένα βιβλίο για την ιστορία των Ελλήνων μεταναστών κι ένα ακόμη για τα ελληνικά ντάινερ της Νέας Υόρκης.


Ωστόσο το πιο σημαντικό για τον Αλεξίου, σ' ό,τι αφορά αυτό το πρότζεκτ, είναι να βρει έναν τρόπο να μιλήσει στους απλούς ανθρώπους της Αστόριας. Όχι από καθέδρας, ως ακαδημαϊκός, αλλά ως μέλος της κοινότητας. "Ας μην ξεχνάμε τη θεωρία του Γκράμσι για τους 'οργανικούς διανοούμενους'. Η εργατική τάξη πρέπει να παράγει τους δικούς της καλλιτέχνες και ποιητές" λέει με το χαρακτηριστικό, αμυδρό χαμόγελό του.

 

 

Ο Γιάννης Πολύζος γράφει για μουσική και λογοτεχνία στο www.mic.gr από το Δεκέμβρη του 2007. Αυτό τον καιρό βρίσκεται στη Νέα Υόρκη όπου ολοκληρώνει ένα μεταπτυχιακό δημοσιογραφίας και πολιτισμικών σπουδών στο New York University ως υπότροφος του ΙΚΥ.