Πόσο εύκολα θα άνοιγες την πόρτα; Θα μάζευες τη διάθεσή σου από το πάτωμα, θα πατούσες stop στην οθόνη, θα έβαζες το φαγητό στο σιγανό και θα χαμογελούσες στο κατώφλι του διαμερίσματός σου; Σήμερα, που η καρδιά της πόλης είναι κλεισμένη μέσα σε σπίτια, οι Σαλονικείς ζουν τη δική τους καραντίνα. Οικογένειες, νέοι, ζευγάρια και ηλικιωμένοι στριφογυρνούν στα δωμάτια, ταυτίζοντας τον εγκλεισμό με μικρές συνήθειες, με δικά τους προσωπικά βιώματα. Αγκαλιάζονται, μιλάνε στα τηλέφωνα, βγαίνουν στα μπαλκόνια και αναπολούν. Εικόνες από μια πόλη που πλέον μοιάζει αγνώριστη.


Οι «ένοικοί» της έχουν κάτι να μας πουν, στέκονται στις πόρτες τους και μας ξεναγούν σε όσα γίνονται πριν χτυπήσουμε το κουδούνι.

 

Κυρία Τασούλα

«Είμαι 87. Έχω περάσει πολλά στη ζωή μου, αλλά αυτό το πράγμα, που κλείστηκα, με κακοφάνηκε πολύ, γιατί έχω τέταρτη εβδομάδα να βγω έξω. Πήγαινα μια βόλτα την εβδομάδα στη λαϊκή, ψώνιζα, πήγαινα στις φιλενάδες μου, έπινα έναν καφέ. Τώρα όμως είμαι κλεισμένη εδώ, απλώς βγαίνω στην πόρτα μου. Τα παιδιά μου μού ψωνίζουν, μου φέρνουν τα ψώνια και δεν πηγαίνω πουθενά, είμαι κλεισμένη εδώ πέρα. Μόνο στο μπαλκόνι μπροστά θα βγω, στο σπίτι μου κι αυτό.

 

Κοίταξε, έχω περάσει πολλά, Κατοχή, πολέμους, πείνα, τα πάντα. Αυτό το κλείσιμο, όμως, είναι πολύ δύσκολο


Κοίταξε, έχω περάσει πολλά, Κατοχή, πολέμους, πείνα, τα πάντα. Αυτό το κλείσιμο, όμως, είναι πολύ δύσκολο. Να μην μπορείς να βγεις να πας πουθενά. Αυτό με δυσκολεύει. Η τηλεόραση δεν με πειράζει. Όλη μέρα βλέπω τηλεόραση και παίρνω τηλέφωνα και μιλάω με όλους τους συγγενείς και τους γνωστούς μου. Αυτό, τίποτε άλλο. Έναν καφέ θα πιούμε επάνω με τα παιδιά μου. Εδώ μπροστά είχαμε την εκκλησία και πήγαινα. Καθόμουν, έρχονταν τα δισέγγονα, περνούσαμε την ώρα. Τώρα όλα κοπήκανε, δεν έρχεται κανένας. Αλλά κάνω τον καφέ μου, ανεβαίνω πάνω στην κόρη μου, κατεβαίνω, είμαι μέσα. Δεν πάω πουθενά.


Όχι, το ψυχοπλάκωμα δεν το έχω, αλλά είναι δύσκολο, δεν μπορώ να πάω πουθενά. Έτσι, λοιπόν, κλείνομαι εδώ πέρα. Ε, να σε πω, δεν με πειράζει και πολύ.


Θα περάσει, παιδί μου, πού θα πάει! Περνάνε οι δυσκολίες. Πέρασα τα πάντα. Θυμάμαι, στην Κατοχή είχαμε δεκαπέντε οκάδες αλεύρι. Ο πατέρας μου είπε στη μάνα μου "ζύγισέ το και θα κάνεις μισή οκά με χόρτα την ημέρα ". Γιατί ο κόσμος πέθαινε από την πείνα. Πρήζονταν οι κοιλιές τους. Ζύγιζε η μάνα μου μισή οκά αλεύρι. Να μας φτάσει μέχρι το τέλος του μήνα. Και όταν πήγε και ζύμωσε και άλεσε, έφερε το αλεύρι. Ο πατέρας μου της είπε: "Ό,τι ώρα είναι απόψε θα ζυμώσεις για να φάμε". Θυμάμαι, μεσάνυχτα ήταν και πήρε το ψωμί και το μύριζε ο πατέρας μου και έλεγε "τι είναι αυτό το πράγμα, Θεέ μου, που μας αξίωσες να φάμε". Ε, αυτό το κλείσιμο, όμως, δεν το είχαμε δει. Τρέχαμε, φτιάχναμε, ζητιανεύαμε».

 

Αλέξης, Νατάσα, Βαλεντίνη, Απόστολος

Σαλονικείς στις πόρτες των διαμερισμάτων τους μας ξεναγούν στη δική τους καραντίνα
«Είναι μια ευκαιρία να βρούμε όλοι τον εαυτό μας, να μιλήσουμε με τον εαυτό μας, γιατί αυτό που κάναμε πριν δεν ήταν ζωή». Φωτο: Δημήτρης Τσίπας

 

Νατάσα: «Βγαίνει αλληλεγγύη και βγαίνουν κι άλλα πράγματα όσο κοιτάς μέσα σου. Θα φανούν οι ουσιαστικές σχέσεις και μπαίνουμε και σε μια διαδικασία που αρχίζουμε να σκεφτόμαστε λίγο τους άλλους. Δηλαδή να πάρεις ένα τηλέφωνο να μιλήσεις έστω στους κοντινούς σου. Γιατί είχαμε ξεφύγει ως προς αυτό, με τα social media όλοι είναι φίλοι μας. Ε, δεν είναι όλοι φίλοι μας. Πλέον φαίνεται και το πραγματικό ενδιαφέρον, ξεκαθαρίζουν οι σχέσεις των ανθρώπων. Έφυγαν το άγχος και οι τρελοί ρυθμοί. Ξαφνικά κλειστήκαμε στο σπίτι και δεν έχουμε κάτι να κάνουμε. Αυτό το μπαλκόνι που βλέπεις, πριν από την καραντίνα ήταν αποθήκη. Ήταν παρατημένο. Δεν καθόμασταν. Το βάψαμε, το φτιάξαμε με αφορμή την καραντίνα. Πρώτα βάψαμε το καθιστικό, φυτέψαμε τα λουλούδια, ο Αλέκος κάνει πολλή μαγειρική, συνταγές, γκουρμεδιές κ.λπ., εγώ ασχολούμαι με το σπίτι, παρακολουθώ και ένα δωρεάν σεμινάριο με τίτλο «Ανακάλυψε τη δύναμη που έχεις μέσα σου» του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Με τα παιδιά δεν υπάρχει αναστάτωση γιατί ο καθένας έχει κάτι να κάνει, μέχρι τώρα είμαστε πολύ κουλ. Ασχολούνται με εργασίες που τους στέλνουν οι δασκάλες τους, η Βαλεντίνη κάνει και online μαθήματα αγγλικών. Ο Αποστόλης, μέσω του PlayStation και άλλων παιχνιδιών και του YouTube, επικοινωνεί με φίλους κ.λπ.».


Αλέξης: «Τα παιδιά δεν είναι μικρά, καταλαβαίνουν αυτό που συμβαίνει. Είπαμε ότι θα ακολουθήσουμε αυτό που μας λένε για να είμαστε όλοι ασφαλείς. Οι καιροί αυτό επιβάλλουν, τι να κάνουμε! Να βγούμε στους δρόμους; Εγώ είμαι αισιόδοξος. Θεωρώ ότι μέσα από την κρίση κάτι καλύτερο θα προκύψει, ακόμα και αυτό, το ότι μπήκαν στο τριπάκι να κάνουν μαθήματα διαδικτυακά, δυνατότητα που υπήρχε και δεν τη χρησιμοποιούσαν ποτέ. Είναι μια ευκαιρία να βρούμε όλοι τον εαυτό μας, να μιλήσουμε με τον εαυτό μας, γιατί αυτό που κάναμε πριν δεν ήταν ζωή. Τρέχαμε από το πρωί μέχρι το βράδυ όλη μέρα και τελικά τι κάναμε; Κοιμόμασταν, πηγαίναμε στη δουλειά. Να προσέξουμε τον εαυτό μας, γιατί τον είχαμε αφήσει πίσω. Τελικά, ό,τι είχε να κάνει με την προσωπική μας ευχαρίστηση έμενε πίσω, ενώ τώρα υπάρχει άπειρος χρόνος. Η Νατάσα, όσο δούλευε, της έλεγες "καλημέρα" και ήταν σαν να την έβαζες στην πρίζα. Τώρα ξυπνάμε, ήσυχα, ήρεμα, πίνουμε το καφεδάκι μας. Εγώ αυτό είχα να το κάνω δεκαπέντε χρόνια τώρα. Όσο δουλεύω σε εταιρείες και είμαι επαγγελματίας, δηλαδή τα τελευταία δέκα χρόνια, αυτά δεν υπήρχαν. Είναι ένα καλό σταμάτημα για να πεις, "όπα, τι έχω κάνει μέχρι εδώ;". Δεν το σκέφτονται όλοι έτσι, φαντάζομαι. Κάποιοι δεν μπορούν έτσι, αλλά εγώ προσπαθώ να το δω έτσι».

 

Τζένη και Ντίνος

Σαλονικείς στις πόρτες των διαμερισμάτων τους μας ξεναγούν στη δική τους καραντίνα
«Το Facebook σώζει». Φωτο: Δημήτρης Τσίπας

 

Ντίνος: «Είναι πρωτόγνωρο, απίστευτο. Θα λέγαμε πως είναι ένα όνειρο, ένας εφιάλτης, ο οποίος, όταν ξυπνάμε, δεν ξέρουμε αν είναι αλήθεια ή όχι. Και νομίζω πως όταν αυτή η ιστορία τελειώσει, κάποια στιγμή, πολύς κόσμος θα έχει ψυχολογικά προβλήματα. Με δυο λόγια, πολλοί θα έχουν σαλέψει. Και θέλει μεγάλη προσοχή απ' όλους μας, όταν βγούμε, στις σχέσεις και στις συναναστροφές μας. Από την άλλη, σε όλο αυτό υπάρχει και κάτι καλό, το ότι θα εκτιμήσουμε και πάλι τη ζωή. Θα εκτιμήσουμε ορισμένα πράγματα. Ας πούμε, την ελευθερία, τα βασικά αγαθά. Υπάρχει η θετική όψη, υπάρχει και η αρνητική.


Αυτοί που έχουν χόμπι βρίσκουν μια όαση μέσα στο σπίτι. Ακούνε μουσικές, βιβλία, είναι καλό. Πράγματα που δεν μπορούσες να κάνεις όσο δούλευες, δεν είχες τον χρόνο. Τώρα υπάρχει η ευκαιρία. Κάθομαι πολλές ώρες στο σπίτι μου. Βασικά είμαι ιστορικός (σ.σ. του ροκ). Κάνω έρευνα. Επίσης, το Facebook είναι ένα σωτήριο πράγμα για όλους. Αρνιόμουνα να μπω σ' αυτή την ιστορία. Κακώς, ενάμιση χρόνο τώρα που μπήκα έχω βρει συμμαθητές μου που τους είχα χαμένους σαράντα-πενήντα χρόνια, ακροατές μου από το ραδιόφωνο. Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά. Το Facebook σώζει. Έχεις μια επικοινωνία, έχεις κάτι να ασχοληθείς, να μιλήσεις, να κάνεις. Εγώ είμαι και οπαδός της Αταλάντα, έχουμε κάνει και σύλλογο. Μιλάω με όλο τον κόσμο. Μιλάω, ας πούμε, με το Μπέργκαμο, όπου υπάρχει βάση.


Νομίζω πως ήταν λίγο υπερβολικό το θέμα με την παραλία. Του δώσανε πολύ περισσότερη δημοσιότητα απ' όσο θα έπρεπε. Άκουσα και ότι η φωτογραφία ήταν τέτοια ώστε να δείχνει πάρα πολύ κόσμο. Το θέμα είναι να μη φτάσουμε στην υπερβολή. Η υπερβολή δεν είναι καλή, κυρίως για την ψυχική μας υγεία».

 

Σοφία

Σαλονικείς στις πόρτες των διαμερισμάτων τους μας ξεναγούν στη δική τους καραντίνα
«Λέω "ευχαριστώ" στον άνθρωπο που μου ζυγίζει τα φρούτα και τα λαχανικά και μου απαντάει "σ' ευχαριστώ που είσαι ευγενική και χαμογελαστή". Φαντάσου τι έχει βιώσει αυτές τις μέρες». Φωτο: Δημήτρης Τσίπας

 

«Από τη μια, σίγουρα υπάρχουν τα αρνητικά: δεν βγαίνω από το σπίτι, δεν βλέπω τους φίλους μου, δεν δουλεύω κ.λπ. Παρ' όλα αυτά, μια θετική χροιά σε όλο αυτό είναι ότι έχουμε τον χρόνο να κάνουμε αυτά που αφήσαμε για αύριο, όπως λέει και ο Μίσσιος. Είτε να κοιτάμε το ρολόι για να δούμε πώς θα περάσει αυτή η ώρα, αυτή η μέρα και αύριο φτου κι απ' την αρχή, είτε να διαβάσουμε εκείνο το βιβλίο που ήμασταν πολύ κουρασμένοι να διαβάσουμε το βράδυ ή να κάνουμε εκείνο το course στο coursera για το θέμα που μας ενδιέφερε, αλλά ποιος το κοιτάει μετά τη δουλειά; Να μιλήσουμε με φίλους από το εξωτερικό ή να κάνουμε και μια βιντεοκλήση με τους δικούς μας, μια και συνήθως μας έτρωγε η ανάγκη να ακολουθήσουμε το πρόγραμμά μας και το αφήναμε στην άκρη.


Αναφορικά με την εργασία, έχει παγώσει η σύμβασή μου μέχρι τέλη Μαΐου, ένα γεγονός που δεν με χαροποιεί ιδιαίτερα, αν και θα υπάρξει κάποια βοήθεια από τον οργανισμό όπου δουλεύω, εν αντιθέσει με πολλές άλλες περιπτώσεις εργαζομένων. Προφανώς, είναι κάτι πολύ αγχωτικό, ενώ περιμένουμε τις εξελίξεις. Η δουλειά μου σχετίζεται με την αλληλεπίδραση με ανθρώπους και την κοντινή επαφή, οπότε στο πλαίσιο του lockdown ή της προστασίας από τον κορωνοϊό δεν μπορώ να δουλέψω. Το πτυχίο; Ποιον δεν τον αγχώνει; Από τη μια είναι αυτό το καθαρά ορθολογιστικό που αναρωτιέσαι πότε θα πάρεις πτυχίο. Θα χαθεί η εξεταστική; Θα είναι τον Ιούλιο; Τον Αύγουστο; Τον Σεπτέμβριο; Δεν θα 'ναι ποτέ; Από την άλλη, σε πιάνει λίγο το πιο νεανικό, παρορμητικό. Και άμα είναι τον Ιούλιο και είναι όλα καλά στην καθημερινότητά μας, δεν θα πάω διακοπές; Οπότε, είναι λίγο αρνητικό από πολλές πλευρές.

 

Θα έλεγα ότι αυτές τις μέρες οι εικόνες των άδειων δρόμων της Θεσσαλονίκης είναι αρκετά θλιβερές, αν σκεφτείς ότι είναι μια πόλη που σφύζει από ζωή. Νέοι, νέες, άτομα κάθε ηλικίας, βόλτες ειδικά στο κέντρο, η ζωή κινείται με γρήγορους ρυθμούς. Παράλληλα, βλέπεις ανθρώπους που έχουν σαλτάρει λίγο από την καραντίνα. Είναι λίγο πιο αγριεμένοι, προβαίνουν σε πράξεις που ξεπερνούν ίσως και τα ατομικά όρια. Όλα είναι λίγο πιο απρόσωπα και οι άνθρωποι φαίνεται ότι ξεχάσανε λίγο τους τρόπους τους. Για παράδειγμα, πήγα στο σούπερ μάρκετ, είπα "ευχαριστώ" στον άνθρωπο που μου ζύγισε τα φρούτα και τα λαχανικά και μου απάντησε: "Σ' ευχαριστώ που είσαι ευγενική και χαμογελαστή". Φαντάσου τι έχει βιώσει αυτές τις μέρες για να γυρίσει και να μου πει αυτό το πράγμα!

 

Γενικά, με αγχώνει το μέλλον από πολλές πλευρές. Πέρα από το εργασιακό κομμάτι, που δεν ξέρεις πότε θα ξεκινήσεις να δουλεύεις πάλι, αν θα ξεκινήσεις το δικό σου εγχείρημα ή πότε θα βρεις την επόμενη δουλειά, με αγχώνει και το πώς θα επηρεαστούν οι διαπροσωπικές σχέσεις, μια και παρατηρώ γύρω μου από τη μια πράξεις αλληλεγγύης σε επίπεδο γειτονιάς, και όχι μόνο, και από την άλλη μια ατομικιστική προσέγγιση, λες και ξεχάσαμε ότι αποτελούμε κομμάτι ενός κοινωνικού συνόλου. Διάβασα πρόσφατα σε ένα κείμενο το εξής: "Θα σε αγκαλιάσω σφιχτά ή θα μείνω σε απόσταση, φοβάμαι;".


Ας μείνουμε όμως αισιόδοξοι και αισιόδοξες, ο ένας δίπλα στον άλλον, και ας αγκαλιαστούμε σφιχτά όταν όλο αυτό τελειώσει».

 

Συμεών

Σαλονικείς στις πόρτες των διαμερισμάτων τους μας ξεναγούν στη δική τους καραντίνα
«Πίστεψέ με, η Θεσσαλονίκη είναι λίγο καλύτερη έτσι». Φωτο: Δημήτρης Τσίπας

 

«Δεν έχουμε την καλύτερη ψυχολογία. Είμαστε κλεισμένοι στο σπίτι. Όλοι μαζί, οικογενειακώς. Αυτή την περίοδο βοηθάει να είσαι κοντά με τους δικούς σου ανθρώπους. Αυτό μας έκανε να είμαστε πιο κοντά, γιατί προηγουμένως ή θα ήμασταν στις δουλειές μας ή κάπου έξω και θα τρέχαμε. Συνήθως δεν καθόμουν σπίτι. Μόνο το βράδυ ερχόμουν, για να κοιμηθώ. Τις άλλες μέρες ή στη δουλειά θα ήμουν ή θα κοπροσκύλιαζα. Το πρωί ξυπνάω, πίνω τον καφέ μου. Το μεσημέρι τρώμε. Μετά το φαΐ θα παίξουμε χαρτιά και μετά πάλι για ύπνο. Τώρα ξύπνησα, το απόγευμα, κάπνισα κάνα τσιγάρο, ήπια τον καφέ μου. Δεν μπορώ να βγω, η μόνη μου βόλτα είναι εδώ, στον ακάλυπτο. Πάλι μετά σπίτι, τηλεόραση, ειδήσεις. Ναι, με ψυχοπλακώνουν οι ειδήσεις, αλλά τι να κάνεις; Να μη βλέπεις; Στο Ίντερνετ να είμαι όλη μέρα; Θα μπω λίγο στο Facebook, και κει πάλι ψυχοπλακώνεσαι. Οπότε, μετά, πάλι χαρτιά, ε, τρώμε κάνα ποπκόρν και περνάει η μέρα.

 

Σαλονικείς στις πόρτες των διαμερισμάτων τους μας ξεναγούν στη δική τους καραντίνα
Συγγενής του Συμεών στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας. Φωτο: Δημήτρης Τσίπας


Πίστεψέ με, η Θεσσαλονίκη είναι καλύτερη έτσι. Πιο ήρεμα, για μένα. Γιατί εδώ που μένουμε έχει φασαρίες, αμάξια, χίλια δύο. Τώρα είναι ήσυχα. Έξω δεν υπάρχει τόσο πολύς κόσμος. Τα λεωφορεία καμιά φορά ήταν γεμάτα, τίγκα, τώρα είναι άδεια. Πιο καλά είναι για μένα. Πιο λίγος ο κόσμος».

 

Βασίλης και Πάνος

Σαλονικείς στις πόρτες των διαμερισμάτων τους μας ξεναγούν στη δική τους καραντίνα
«Νιώθεις σαν τον γονέα των γονιών σου». Φωτο: Δημήτρης Τσίπας

 

Βασίλης: «Όλα ξεκινούν απλά. Με μια κούπα πρωινό καφέ, ένα "καλημέρα" φωναχτό και ένα "μπιπ" της τηλεόρασης. Για σειρά, για PlayStation, για ό,τι βαστάει η ψυχή σου. Είναι 12:38. Δεν θυμάσαι πότε ξύπνησες μετά τις 12:00 τελευταία φορά. Δεν θυμάσαι αν ήσουν καν ενήλικος τότε. Πριν από έναν μήνα τιναζόσουν αγχωμένος στις 5:00 το πρωί γιατί στις 8:00 έπρεπε να πας στο γραφείο και να κλείσεις τα δύο αυτά mails. Να μιλήσεις με την άλλη άκρη του πλανήτη και να παζαρέψεις μία τιμή που για σένα δεν είναι ψίχουλα, αφού παίρνεις πέντε φορές λιγότερα απ' αυτό το ποσό. Σήμερα όμως; Σήμερα κοιμήθηκες στις 5:00. Έκπληκτος που σκεφτόσουν την αυριανή μέρα και δεν έβλεπες κανένα γεγονός να σε ταράζει. Γιατί; Γιατί έμαθες πως το "μένω στο σπίτι" δεν είναι τιμωρία για σένα αλλά "ρεπό". Έχωνες καφέδες και μπίρες στα κενά των εργάσιμων ημερών σου. Έβλεπες φίλους στη σφήνα. Αλλά στο ρεπό; Στο ρεπό έμενες σπίτι, στη "σπηλιά" σου, με τον κολλητό. Να βλέπετε 10 επεισόδια σερί, να τρώτε ό,τι να 'ναι και να παίζετε video games. Ξέρεις, ο κόσμος κινδυνεύει, το βλέπεις, το διαβάζεις και το νιώθεις. Το παρακολουθείς στενά. Και η ανθρώπινη πλευρά σου λυπάται και ανησυχεί. Καλείς τους γονείς σου κάθε μέρα ‒δουλεύουν σε σούπερ μάρκετ, ξέρεις‒, αγωνιώντας αν θα ακούσεις βηχαλάκι ή αδιαθεσία στη φωνή. Νιώθεις σαν τον γονέα των γονιών σου. Και καταλαβαίνεις το "θα κάνεις παιδιά και θα καταλάβεις". Από την άλλη, όμως, υπάρχει και μια κρυφή, εγωκεντρική φωνούλα, μέσα σου βαθιά. Που σκέφτεται πως αν και έχεις μία βόλτα την ημέρα για "γυμναστική", δεν βγαίνεις. Αν και μπορείς να μαγειρέψεις, σου λέει να παραγγείλεις. Αυτή η φωνή που σου λέει πως τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα. Αυτή η φωνή που σου λέει "επιτέλους, διακοπές!".

 

Έλενα, Αδάμ, Αγγέλα, Αρθούρος

Σαλονικείς στις πόρτες των διαμερισμάτων τους μας ξεναγούν στη δική τους καραντίνα
«Δεν ξέρω τι συμβαίνει, πάντως εγώ είμαι πολύ χαρούμενος που είναι όλη μέρα αυτοί εδώ μαζί μου και δεν με αφήνουν πια μόνο». Φωτο: Δημήτρης Τσίπας

 

Έλενα: «Βιώνοντας το lockdown ως ευπαθής ομάδα, που σημαίνει πως έχω να περάσω το κατώφλι του σπιτιού μου 14 μέρες, συνειδητοποιώ σιγά-σιγά τα καλά και τα κακά του. Το ότι πεινάω όλη την ώρα και μόνιμα το μυαλό μου είναι στο ποιο θα είναι το επόμενο φαντεζί γεύμα κατατάσσεται στα κακά. Ακόμα, μαλώνουμε όλη την ώρα για τα πιο απλά πράγματα. Για το πού αφήνουμε το χαρτί της τουαλέτας, τι χρώμα πετσέτα θα βάλουμε στο μπάνιο ή για τις ώρες που κοιμάται κάποιος μέσα στο σπίτι. Τα καλά αφορούν κυρίως τον καταμερισμό των ευθυνών μέσα στο σπίτι (μαγειρεύουμε κυκλικά: άλλος πλένει τα πιάτα, άλλος καθαρίζει το σαλόνι κ.λπ.). Πέρα από τους καβγάδες, ερχόμαστε "λίγο πιο κοντά". Κάνουμε μαραθώνιο ταινιών, εκκαθαρίσεις που θέλαμε να κάνουμε καιρό, βάφουμε κάποια δωμάτια, αλλάζουμε θέση στα έπιπλα και πολλά άλλα. Σε προσωπικό επίπεδο, βρήκα τον χρόνο να διαβάσω βιβλία που ήθελα καιρό, να αφήσω στην άκρη κάποιες "γυναικείες υποχρεώσεις" και μαζί το σώμα μου να ξεκουραστεί από τα μανό και τις αποτριχώσεις, από το πιστολάκι και το μακιγιάζ. Τέλος, εκτίμησα λίγο παραπάνω τις ασχολίες που με "γονάτιζαν" κάθε μέρα και την παραμικρή επαφή με κάποιον άλλον άνθρωπο. Π.χ. χθες είδα τον γείτονα στο απέναντι μπαλκόνι, που δεν είχαμε μιλήσει ποτέ, και τον καλημέρισα όλο χαρά».


Αδάμ: «Δεν έχω καλή ψυχολογία, βαριέμαι, δεν βλέπω τηλεόραση, γιατί τρομάζω και νευριάζω. Κατά τη διάρκεια της μέρας μαγειρεύω, κάνω γυμναστική και παίζω στον υπολογιστή. Με δύο γυναίκες μέσα στο σπίτι δεν υπάρχει ηρεμία. Θέλω να βγω, θυμάμαι που έβγαινα με τους φίλους μου έξω και θέλω να το ξανακάνω. Νιώθω λες και δεν θα τελειώσει ποτέ όλο αυτό και ότι οι στόχοι που έχω για τον χρόνο αυτό δεν θα πάνε καλά».


Αγγέλα: «Στην αρχή ήμουν μπερδεμένη και σπαταλούσα τον χρόνο μου. Τώρα τον οργανώνω καλύτερα και κάνω πολλά πράγματα που ποτέ δεν είχα τον χρόνο να κάνω. Ασχολούμαι με το σπίτι, τακτοποιώ, κάνω εκκαθαρίσεις. Διαβάζω βιβλία και μαθαίνω καλύτερα να χρησιμοποιώ τον υπολογιστή (αναγκαστικά). Η κατάσταση με ωφέλησε, πέραν του οικονομικού παράγοντα και του ψυχολογικού, αφού δεν μπορώ να βγω έξω και να περπατήσω».


Αρθούρος: «Δεν ξέρω τι συμβαίνει, πάντως εγώ είμαι πολύ χαρούμενος που είναι όλη μέρα αυτοί εδώ μαζί μου και δεν με αφήνουν πια μόνο».