Ανθρωπιστικές οργανώσεις στην Ελλάδα εκφράζουν την έντονη ανησυχία τους για την πρόσβαση των αιτούντων άσυλο σε υπηρεσίες Υγείας.

 

Ειδικότερα, την έντονη ανησυχία τους για τις δυσκολίες και τη στέρηση της πρόσβασης στο σύστημα υγείας των αιτούντων άσυλο, αλλά και των ατόμων χωρίς έγγραφα στην Ελλάδα, εξέφρασαν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, η Διεθνής Αμνηστία, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες σε κοινή συνέντευξη Τύπου που πραγματοποίησαν την Πέμπτη στην ΕΣΗΕΑ.

 

Όπως ανέφεραν οι οργανώσεις, πέντε μήνες μετά την ανάκληση της εγκυκλίου σχετικά με την απόδοση ΑΜΚΑ σε ξένους υπηκόους και δύο μήνες μετά την ψήφιση του Ν. 4369/2019 Περί Διεθνούς Προστασίας, τα διοικητικά εμπόδια στην αδυναμία πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για τους αιτούντες διεθνή προστασία και τους αλλοδαπούς, ιδίως ανηλίκους (συνοδευόμενους ή ασυνόδευτους), παραμένουν.

 

Στην ζωτική σημασία που έχει για τους ανθρώπους αυτούς η δυνατότητα πρόσβασης στις υπηρεσίες και στα συστήματα υγείας, αναφέρθηκε ο επικεφαλής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Σάμο, Γιώργος Καραγιάννης. Όπως τόνισε, μέχρι τον Ιούλιο του 2019 οι άνθρωποι που δεν διέθεταν ΑΜΚΑ και επισκέπτονταν την κλινική των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Αθήνα έφταναν το 18%, ενώ μέχρι σήμερα το ποσοστό αυτό έχει φτάσει το 43%.


«Είτε λέγεται ΑΜΚΑ, είτε ΠΑΑΥΠΑ, απευθύνουμε έκκληση στις ελληνικές Αρχές να εξασφαλίσουν άμεσα την πρόσβαση σε δωρεάν, επαρκή και έγκαιρη φροντίδα υγείας για όλους τους αιτούντες άσυλο και τα άτομα χωρίς έγγραφα στην Ελλάδα», ενώ προσέθεσε ότι πέντε μήνες αφότου η κυβέρνηση ανακάλεσε τον ΑΜΚΑ, αδυνατεί να εξασφαλίσει την πρόσβαση σε δωρεάν και τακτική φροντίδα υγείας σε σχεδόν 50.000 ανθρώπους».

 

Στο «αδιαμφισβήτητο» και «αναφαίρετο» δικαίωμα πρόσβασης όλων στην υγεία αναφέρθηκε η υπεύθυνη Εκστρατειών του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας, Ειρήνη Γαϊτάνου. Σύμφωνα με την κ. Γαϊτάνου, η Ελλάδα δεσμεύεται από συμβάσεις, για να σέβεται, να προστατεύει και να εκπληρώνει το δικαίωμα στην υγεία. «Η κυβέρνηση έχει άμεση υποχρέωση να λαμβάνει μέτρα ώστε να πραγματοποιείται το δικαίωμα αυτό. Το δικαίωμα στην υγεία αποτελεί διαθεσιμότητα σε ικανοποιητική και επαρκή ποσότητα δομών, εγκαταστάσεων, υπηρεσιών και αγαθών κοινωνικής περίθαλψης, απαιτεί την πρόσβαση σε όλους και όλες χωρίς διακρίσεις».


Ακόμη, υπογράμμισε το γεγονός, ότι το δικαίωμα αυτό εφαρμόζεται σε όλους και όλες, συμπεριλαμβανομένων και των προσφύγων αιτούντων και αιτουσών άσυλο, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς τους και τα έγγραφά τους. «Είμαστε πολύ μακριά από την εκπλήρωση αυτής της πραγματικότητας», επισήμανε, ενώ εξέφρασε και την βαθιά ανησυχία της «για την συνεχιζόμενη αποτυχία των ελληνικών αρχών να μπορούν να διασφαλίσουν ένα στοιχειώδες και θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα για τους αιτούντες και τις αιτούσες άσυλο, τα ασυνόδευτα παιδιά που αιτούνται άσυλο, καθώς και τα ασυνόδευτα παιδιά παράτυπων μεταναστών που δεν καλύπτονται».

 

«Η εγκύκλιος του 2019 δημιούργησε επιδείνωση και διοικητικά εμπόδια στους ανθρώπους που ήθελαν ή είχαν ανάγκη να έχουν πρόσβαση στο σύστημα υγείας κι αυτό καταγγέλθηκε από πολλές οργανώσεις», κατέληξε η κ. Γαϊτάνου.

 

«Οι άνθρωποι που δεν έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, εφόσον νοσήσουν "κοστίζουν" περισσότερο, καθώς η περίθαλψη και η ίαση κοστίζουν περισσότερο από την πρόληψη», τόνισε, μεταξύ άλλων, ο γενικός γραμματέας της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Λευτέρης Παπαγιαννάκης. Παράλληλα, αναφέρθηκε και στο επιχείρημα που προβάλλεται περί «κατάχρησης των δικαιωμάτων από τους πρόσφυγες», επισημαίνοντας ότι «ποτέ δεν δόθηκαν αριθμοί και ποτέ δεν μάθαμε το κόστος».

 

«Θεωρώ ότι το κόστος της λεγόμενης κατάχρησης δεν είναι τόσο μεγάλο, αντίθετα το κόστος των ανθρώπων που είναι χωρίς κάλυψη είναι πολλαπλάσια μεγαλύτερο», πρόσθεσε. «Θα πρέπει να σκεφτούμε ότι την ίδια συζήτηση θα κάνουμε και στο μέλλον σε ό,τι αφορά τους ανθρώπους χωρίς χαρτιά», κατέληξε.

 

Τον άμεσο κίνδυνο που αντιμετωπίζουν όσοι δεν έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας έθεσε ο επικεφαλής της Νομικής Έρευνας του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες, Σπύρος Κουλοχέρης. «Η κατάχρηση των δικαιωμάτων προϋποθέτει την άσκηση των δικαιωμάτων. Στην περίπτωση τη δική μας έχουμε την αδυναμία άσκησης των δικαιωμάτων. Το δικαίωμα του αιτούντα άσυλο που χρήζει άμεσης νοσηλείας, δεν μπορεί να μείνει για τεχνικούς λόγους ανενεργό. Υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο. Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση, είτε βγει ΚΥΑ είτε όχι, όλα αυτά τα πρόσωπα που έχουν αυτό το βασικό δικαίωμα στην υγεία να έχουν άμεσα πρόσβαση. Η έκπτωση των δικαιωμάτων αυτών έχει συνέπειες και σε εμάς τους ίδιους», υπογράμμισε.

 

Σύμφωνα με τις οργανώσεις, μετά τις τελευταίες νομοθετικές αλλαγές η πρόσβαση στην υγεία των αιτούντων διεθνή προστασία είναι πρακτικά ανέφικτη. «Ο νόμος 4369/2019 προβλέπει την πρόσβαση των αιτούντων άσυλο στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη με την έκδοση Προσωρινού Αριθμού Ασφάλισης και Υγειονομικής Περίθαλψης Αλλοδαπού. Η διάταξη αυτή βρίσκεται σε ισχύ από τη δημοσίευση του νόμου, δηλαδή από την 01-11-2019. Ωστόσο, απαιτείται η έκδοση ΚΥΑ από 5 συναρμόδια υπουργεία, η οποία δεν έχει μέχρι στιγμής εκδοθεί», επισημαίνουν σε κοινή ανακοίνωσή τους, ζητώντας παράλληλα την άμεση επίλυση της παρούσας κατάστασης.

 

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ