Η Κομισιόν δημοσίευσε πριν λίγο την εξαμηνιαία έκθεση για την πορεία της ελληνικής οικονομίας την οποία εκφράζει ανησυχία για τα πρόσφατα μέτρα παροχών και φοροελαφρύνσεων που ανακοινώθηκαν και νομοθετήθηκαν από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα. 

 

Ο δημοσιονομικός αντίκτυπος αυτών των μόνιμων μέτρων (σ.σ. «13η σύνταξη», μείωση ΦΠΑ κ.α.) υπερβαίνει, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το 1% του ΑΕΠ για το 2019 και τα επόμενα χρόνια.

 

«Η υιοθέτηση αυτών των νέων μέτρων θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη του συμφωνηθέντος στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα» σπεύδει να επισημάνει, ενώ προειδοποιεί για τον περιορισμό της «διαρθρωτικής δημοσιονομικής ισορροπίας».

 

Δεν παραλείπει, μάλιστα, να υπογραμμίσει το ενδεχόμενο «αύξησης της ανησυχίας για την υλοποίηση των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων του 2020»

 

Επίσης η έκθεση επισημαίνει ότι η Ελλάδα μπήκε «με σύνεση» στη μεταμνημονιακή περίοδο από τον Αύγουστο του 2018, ωστόσο διαπιστώνει ότι η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων «έχει επιβραδυνθεί τους τελευταίους μήνες». 

 

Παρ΄ όλα αυτά, η Κομισιόν επισημαίνει ότι θα υπάρξει μία επαναξιολόγηση της ευρύτερης κατάστασης της ελληνικής οικονομίας το φθινόπωρο του 2019.

 

Εξηγεί δε, ότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να παραμένει σε καθοδική τροχιά, παρότι προκύπτουν ορισμένοι κίνδυνοι για την τήρηση των στόχων μείωσης του.

 

«Αυτό (σ.σ. χρέος) θα επαναξιολογηθεί το φθινόπωρο, ως αποτέλεσμα της υιοθέτησης αυτών των πρόσφατων μέτρων (σ.σ. ελάφρυνσης)» σπεύδει να προσθέσει.

 

Ειδική μνεία γίνεται και στην πορεία εφαρμογής των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, καθώς η Κομισιόν — παρότι αναγνωρίζει τις θετικές επιπτώσεις σε μία σειρά τομέων — παραθέτει τις εναπομείνασες προκλήσεις, ιδίως στον τομέα του δικαστικού συστήματος.

 

«Η μακρά και δύσκολο πορεία ολοκλήρωσης μίας δικαστικής υπόθεσης, συνιστά βαρίδι στην "παραγωγικότητα" των δικαστηρίων» τονίζει, καλώντας την ελληνική κυβέρνηση να λάβει μέτρα για τη διευκόλυνση της δικαστικής λειτουργίας, εξέλιξη η οποία θα συμβάλει στην τόνωση των επενδυτικών πρωτοβουλιών.

 

Όσον αφορά την παραγωγικότητα, η Επιτροπή καθιστά εξαιρετικής σημασίας την αύξηση των επενδύσεων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση των εργαζομένων, προκειμένου να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και να διευθετηθούν τα όποια εμπόδια στους τομείς καινοτομίας.