Θάνος Σαμαράς

Ηθοποιός

Η πρώτη μου Αθήνα: 10 Αθηναίοι θυμούνται την πρώτη τους μέρα στη δύσκολη πόλη
Τι σημαίνει Αθήνα; Εδώ είναι η Ακρόπολη. Είχε ήλιο έξω από τα μεγάλα παράθυρα του αεροδρομίου. Έχει το ίδιο φως, όπως στη Θεσσαλονίκη; Μου φάνηκε πως είχε διαφορετικό.

Είμαι από τη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη μου φορά στην Αθήνα ήταν όταν ήμουν 15 χρόνων. Όχι ακριβώς στην Αθήνα, αλλά στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Μόνο μέσα εκεί. Δύο μέρες πριν το 'χα σκάσει από το σπίτι μου. Είχα σηκωθεί πριν χαράξει ο ήλιος και μ' έναν χαρτοφύλακα που περιείχε μόνο έναν χάρτη και την οδοντόβουρτσά μου πήγα στο αεροδρόμιο, αγόρασα ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για το Λονδίνο κι έφυγα για εκεί. Το σχέδιό μου ήταν να πάω στα Elstree Film Studios, δύο ώρες έξω από το Λονδίνο, και να ζητήσω δουλειά. Περπάτησα 11 ώρες μέχρι να φτάσω εκεί, για να ανακαλύψω ότι το είχαν γκρεμίσει την προηγούμενη βδομάδα. Με βρήκε η αστυνομία και με βάλανε σε ένα αεροπλάνο για την Ελλάδα. Στην Αθήνα, στο αεροδρόμιο, περίμενα πολλές ώρες μέχρι την πτήση μου για Θεσσαλονίκη. Σκέφτηκα ότι ήμουν στην Αθήνα και προσπαθούσα να δω αν ήταν διαφορετικά από εκεί όπου μεγάλωσα. Η Αθήνα, η πόλη που λέγεται Αθήνα, ήταν εκεί, έξω από το αεροδρόμιο. Αλλά εγώ ήμουν μέσα και μέσα έμεινα. Τι σημαίνει Αθήνα; Εδώ είναι η Ακρόπολη. Είχε ήλιο έξω από τα μεγάλα παράθυρα του αεροδρομίου. Έχει το ίδιο φως, όπως στη Θεσσαλονίκη; Μου φάνηκε πως είχε διαφορετικό. Σκέφτηκα πόσο ξένη την αισθανόμουν, ενώ ήταν ελληνική, και δεν καταλάβαινα γιατί. Πιο ξένη από το Λονδίνο ή τον υπόλοιπο κόσμο. Αρκετά χρόνια μετά, αφού είχα σπουδάσει στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη, είχα ταξιδέψει πολύ σε πολλά μέρη, σε ένα πέρασμά μου από την Ελλάδα γνώρισα κάποιον και τον ερωτεύτηκα. Η Αθήνα έγινε αυτός, έμεινα, και μου άρεσε η Αθήνα, πολύ.

 

Μιχάλης Μιχαήλ

Διευθυντής LiFO

Η πρώτη μου Αθήνα: 10 Αθηναίοι θυμούνται την πρώτη τους μέρα στη δύσκολη πόλη
Ακόμα και στα χειρότερα και στα πιο θλιβερά δεν έπαψα να αγαπώ την Αθήνα.

Τον Αύγουστο του 2002 εγκαταστάθηκα στην Αθήνα μόνιμα. Δεν είχα δουλειά, δεν είχα σχέδια ακριβώς. Θυμάμαι πως έβρεχε συχνά εκείνο το καλοκαίρι. Μπόρες που δεν διαρκούσαν λιγότερο από είκοσι λεπτα ξέσπαγαν σχεδόν κάθε μεσημέρι. Θυμάμαι επίσης πως όσο δεν είχα τίποτα να κάνω, ξεκινούσα το πρωί απ' το σπίτι και περπατούσα στην πόλη μέχρι αργά το απόγευμα. Κι ενώ πολλά μέρη τα είχα δει παλιότερα, τότε ένιωθα πως τα έβλεπα για πρώτη φορά. Άρχισα να φαντάζομαι τον εαυτό μου να ζει εδώ. Ήταν έρωτας από την πρώτη στιγμή; Έτσι νομίζω. Αγαπημένη βόλτα ήταν, φυσικά, η Ευριπίδου, η Αθηνάς, η Βαρβάκειος, η Ομόνοια. Σκεφτόμουν συνεχώς πως ως επισκέπτης είναι αδύνατον να καταλάβεις την άγρια γοητεία και καλοσύνη που κρύβουν αυτά τα μέρη. Τώρα, πια, δεν είναι έτσι, αλλά τότε θα μπορούσες να τα πεις και μοναδικά στην Ευρώπη.


Λίγες μέρες μετά και για λόγους που δεν είναι της παρούσης πήγα μαθητευόμενος στο ζαχαροπλαστείο ενός πεντάστερου ξενοδοχείου του κέντρο. Ήθελα να ασχοληθώ με το φαγητό, αλλά δεν ήξερα τον τρόπο. Η ιδέα να μάθω λίγα πράγματα δίπλα σε έναν σημαντικό ζαχαροπλάστη μου φαινόταν το μόνο αισιόδοξο πράγμα εκείνης της περιόδου. Ξυπνούσα κάθε πρωί στις 3 για να είμαι εκεί στις 4. Φούρνιζα κρουασάν, καθάριζα μήλα για τις μηλόπιτες και μάθαινα να φτάχνω γαλακτομπούρεκο στρώνοντας σωστά τα φύλλα με ένα μεγάλο μαχαίρι, έξυνα τις πλάκες της σοκολάτας κι έφτιαχνα λεπτά φύλλα για να στολίζουν τις σοκολατίνες. Κατά το απόγευμα ανηφόριζα τη Βουκουρεστίου αποκαμωμένος, κουβαλώντας τα αρώματα ενός ζαχαροπλαστείου στον δρόμο με τους γιάπηδες, που τότε ήταν παντού. Τις μέρες αυτές τις θυμάμαι σαν όνειρο. Κοιμόμουν νωρίς, δεν είχα φίλους, ασχολιόμουν ευλαβικά με τα γαλακτομπούρεκα και τις μηλόπιτες. Υπήρξαν κι άλλες δουλειές του ποδαριού μετά, μέχρι να καταλήξουμε στο σήμερα. Καμία δεν παρέμεινε στο μυαλό μου όπως αυτή η πρώτη, με τις δύσκολες ώρες, το περπάτημα στην πόλη μέσα στη νύχτα και τη χαρακτηριστική μυρωδιά του ζαχαροπλαστείου. Κάτι πολύ γνώριμο για μένα, τα παιδικά μου χρόνια. Ένας μήνας ήταν, πέρασε.


Και όταν βγήκα από το όνειρο, η πόλη αυτή, η δύσκολη, άρχισε να μου δίνεται. Μέρα με τη μέρα. Με δυσκολία. Μια σχέση παράξενη ήταν. Εγώ αναζητούσα την τελειότητα έτσι όπως την ήξερα από τις άλλες μεγάλες πόλεις κι εκείνη μου έλεγε συνέχεια πως την τελειότητα, όσο την ψάχνεις εδώ, δεν θα γίνεις ποτέ ένας από μας. Σιγά-σιγά το έπιασα το υπονοούμενο και άρχισα να βλέπω το μεγάλο πανηγύρι που είναι η πόλη αυτή, με την αναρχία της, τη δυσκολία της. Ακόμα και στα χειρότερα και στα πιο θλιβερά δεν έπαψα να την αγαπώ.

 

Γιώργος Χρυσοστόμου

Hθοποιός

Η πρώτη μου Αθήνα: 10 Αθηναίοι θυμούνται την πρώτη τους μέρα στη δύσκολη πόλη
Δεν την αλλάζω με τίποτα και την αγαπώ όσο καμία άλλη πόλη. Επειδή έχω μείνει και σε Λάρισες, Θεσσαλονίκες και Βερολίνα, την Αθήνα την αγαπάω, παρόλο που με πονάει, και θεωρώ τον εαυτό μου Αθηναίο πολίτη.

Το 1998 που ήρθα για πρώτη φορά στην Αθήνα δεν είχα ταξιδέψει ποτέ, πουθενά εκτός Ρόδου. Νόμιζα ότι ο Πύργος Αθηνών βρισκόταν κάπου στην Φλόριντα. Είχα την αίσθηση ότι είναι ουρανοξύστης στην Αμερική. Στην Αθήνα ήρθα για να δώσω εξετάσεις. Θυμάμαι, μου είχαν δώσει οδηγίες πώς να φτάσω στην Ομόνοια, αλλά από τoν πανικό μου δεν κατάφερνα με τίποτα να φτάσω στο κέντρο της. Tριγυρνούσα γύρω από την πλατεία γιατί από ηλιθιότητα είχα βάλει σημάδι κάτι διαφημιστικές ταμπέλες, οι οποίες εναλλάσσονταν! Έβαζα σημάδι την Gillette και μετά από λίγη ώρα ήταν η L'Oreal. Αυτό κράτησε κανένα μισάωρο. Τα δεδομένα των αποστάσεων στην Αθήνα σε σύγκριση με τη Ρόδο ήταν τελείως διαφορετικά για μένα. Φαντάσου, όταν βρισκόμουν Κηφισίας και Αλεξάνδρας, θεωρούσα ότι η κατηφόρα της Αλεξάνδρας, στο τέρμα της, στην Πατησίων, κατέληγε στη θάλασσα. Νόμιζα ότι στο τέλος της Αλεξάνδρας ήταν ο Πειραιάς. Αλλά μου φαινόταν γοητευτική η Αθήνα από τότε και όσο ήμουν στο καράβι κι έβλεπα την πόλη να ξεπροβάλλει σταδιακά, Σούνιο, Ελληνικό, Γλυφάδα μέχρι Πειραιά, είπα «εγώ αυτή την πόλη θα την κατακτήσω». Ήμουν 18 χρονών, επηρμένος νέος. Βέβαια, μετά την έμαθα απ' έξω κι ανακατωτά με έναν χάρτη-βιβλίο πριν βγουν τα GPS, όταν χρειάστηκε να δουλέψω ως κλόουν σε όλη την Αττική και πηγαινοερχόμουν με το μηχανάκι. Δεν την αλλάζω με τίποτα και την αγαπώ όσο καμία άλλη πόλη. Επειδή έχω μείνει και σε Λάρισες, Θεσσαλονίκες και Βερολίνα, την Αθήνα την αγαπάω, παρόλο που με πονάει, και θεωρώ τον εαυτό μου Αθηναίο πολίτη. Δεν έχω φύγει ποτέ από την Αθήνα. Ακόμη και όταν έλειπα για 2-3 μήνες σε κάποια άλλη πόλη, δεν ξενοίκιαζα το διαμέρισμα. Έχω μετακομίσει μόνο μέσα στην Αττική, όχι εκτός Αθήνας. Πρώτη φορά έμεινα στον Βύρωνα, μετά στην Αγίου Μελετίου και μετά στα Κάτω Πατήσια. Μετά στο Νέο Ψυχικό, στον Λόφο του Στρέφη, στο Μεταξουργείο και τώρα είμαι Κατεχάκη. Αριστούργημα!

 

Μανώλης Ηλιόπουλος aka Rtmone

Street artist

Η πρώτη μου Αθήνα: 10 Αθηναίοι θυμούνται την πρώτη τους μέρα στη δύσκολη πόλη
Στην Αθήνα γνώρισα ομοϊδεάτες, της ίδιας κουλτούρας. Παρ' όλα αυτά, όταν τελικά μετακόμισα εδώ, έπαθα τεράστιο σοκ γιατί ένιωσα τη μοναξιά.

Όταν ήρθα στην Αθήνα πριν από επτά χρόνια η εμπειρία ήταν σοκαριστική. Ημουν ερωτευμένος με την πρωτεύουσα από έφηβος. Έψαχνα συνέχεια αφορμές για να έρχομαι στην Αθήνα. Ήταν η πόλη όπου υπήρχαν όλα αυτά που δεν έβρισκα στην επαρχία – Ναύπλιο μέχρι τα 18 και στον Βόλο μέχρι τα 25. Ερχόμουν στη μητροπολιτική Αθήνα για τις αστικές δραστηριότητες που με ενδιέφεραν, με κύριο άξονα το γκραφίτι και γενικότερα την κουλτούρα του χιπ-χοπ. Πήγαινα σε χιπ-χοπ συναυλίες, σε φεστιβάλ με break dance events ή για να βρω fanzines και περιοδικά. Στην Αθήνα γνώρισα ομοϊδεάτες, της ίδιας κουλτούρας. Παρ' όλα αυτά, όταν τελικά μετακόμισα εδώ, έπαθα τεράστιο σοκ γιατί ένιωσα τη μοναξιά. Οι αποστάσεις είναι τεράστιες. Όταν είσαι τουρίστας δεν μπορείς να το αντιληφθείς, γιατί η χαρά τού να βρίσκεσαι σε αυτή την πόλη υπερκαλύπτει την ταλαιπωρία. Βρέθηκα να κινούμαι από περιοχή σε περιοχή, κάτι το οποίο μέχρι πρότινος για μένα ήταν κυριολεκτικά ένα ταξίδι. Ήταν σαν να είμαι στον Βόλο και να πηγαίνω στη Λάρισα να βρω ένα φίλο. Επρεπε να πάρω και τρένο. Διαπίστωσα επίσης ότι οι άνθρωποι διαμορφώνουν τις κοινωνικές τους σχέσεις με βάση γεωγραφικούς και επαγγελματικούς παράγοντες. Οι φίλοι μου ή θα ήταν από τη δουλειά, οπότε θα πήγαινα μαζί τους για ποτό μετά τη δουλειά, ή θα έμεναν στην ίδια περιοχή, οπότε θα πηγαίναμε για μπίρα στον ελεύθερό μας χρόνο, ή θα έπρεπε να μας ενώνει κάποιο κοινό χόμπι – για μένα αυτό ήταν το γκραφίτι. Υπήρξε μια περίοδος που έπαιρνα δέκα τηλέφωνα για να κανονίσω μία έξοδο και δεν μπορούσα να συγχρονιστώ με κανέναν, ενώ επρόκειτο για τύπους που συμπαθούσα και με συμπαθούσαν και υπήρχε αμοιβαία εκτίμηση. Η πόλη ήταν χαοτική, σοκαριστική και σαρωτική για μένα. Το περιβάλλον στο οποίο ζούσα πριν δεν είχε πολλή πληροφορία. Στην Αθήνα ήμουν κυρίως στο κέντρο. Ήταν η εποχή που ήταν πραγματικά βομβαρδισμένο από γκραφίτι και tags. Εγώ περπατούσα στον δρόμο και υποσυνείδητα απορροφούσα όλη αυτή την πληροφορία. Εκεί που στη διαδρομή μου στο Βόλο υπήρχαν δέκα υπογραφές, στην Αθήνα έβλεπα κάθε μέρα χίλιες, τις οποίες αρχειοθετούσα ευλαβικά στον εγκέφαλό μου. Βίωσα την κούραση τού απλώς να ζεις στην πόλη και μου πήρε αρκετό καιρό για να δημιουργήσω μηχανισμούς, να φιλτράρω την ατελείωτη πληροφορία και τελικά να αρχίζω να απολαμβάνω όλα αυτά για τα οποία ήρθα. Παρατήρησα ότι οι άνθρωποι δημιουργούν πολύ παροδικές σχέσεις και δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Τώρα τελευταία έχω αρχίσει να το καταλαβαίνω. Γνώριζα Αθηναίους που μπορεί σε ένα βράδυ να μου ανοίγονταν και να μου έλεγαν τα εσώψυχά τους και την επόμενη μέρα να τους πετύχαινα και να μη θυμούνταν καν το όνομά μου. Είναι δύσκολο να χτίσεις ανθρώπινες σχέσεις στην Αθήνα λόγω έλλειψης χρόνου, όχι γιατί δεν το θέλεις. Από την άλλη, η Αθήνα έχει κρυμμένα διαμάντια που ακόμη κι εγώ τα είχα ξεχάσει, γιατί είχα γίνει «Αθηναίος», και τώρα πάλι προσπαθώ να ζω σαν τουρίστας έστω και μία φορά την εβδομάδα. Έχει τα πάντα η Αθήνα, άπειρο κόσμο για να αλληλεπιδράσεις μαζί του και να δημιουργήσεις σε όλους τους τομείς, όσο ιδιότροπος και να είσαι.

 

Χρύσα Βλαχοπούλου

Yπεύθυνη επικοινωνίας

Η πρώτη μου Αθήνα: 10 Αθηναίοι θυμούνται την πρώτη τους μέρα στη δύσκολη πόλη
Τον Οκτώβριο του 2009 πήρα τη μεγάλη απόφαση και μαζί με μια μεγάλη βαλίτσα έβγαλα ένα αεροπορικό εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Φωτο: Δημήτρης Σούλτας

Με την Aθήνα είχα έρωτα από την πρώτη φορά που ήρθα, ο οποίος μεγάλωνε με τα χρόνια. Έτσι, τον Οκτώβριο του 2009 πήρα τη μεγάλη απόφαση και μαζί με μια μεγάλη βαλίτσα έβγαλα ένα αεροπορικό εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Ο φίλος μου, ο Παναγιώτης, έβαλε τη μεγάλη βαλίτσα στο αυτοκίνητό του για να με πάει στο αεροδρόμιο και μέσα της έχωσε κρυφά δύο σοκολάτες και ένα ολοκαίνουριο iΡod. Θα μιλάμε, θα βρισκόμαστε, είπαμε, δεν τον ξαναείδα ποτέ από τότε. Στο μετρό του Νέου Κόσμου με περίμενε ο Γιώργος για να με βοηθήσει να πάμε τη γνωστή μεγάλη βαλίτσα στο δώμα της Έλενας. Στον δρόμο χτύπησε το τηλέφωνο, ήταν η Δήμητρα που είχα συναντήσει τυχαία πριν από κάτι μέρες και της είχα πει ότι θα έψαχνα για δουλειά στην Αθήνα. «Χρειαζόμαστε βοήθεια με μια παράσταση που κάνω, έρχεσαι;» μου είπε. Και πήγα. Το ίδιο βράδυ. Κι έτσι ξεκίνησε η ζωή στην Αθήνα. Έμεινα στης Έλενας στον Νέο Κόσμο για δύο μήνες, με την Αναστασία στην Ακρόπολη για τρεις μήνες, στο Κολωνάκι, στο πρώτο μου σπίτι, μετά. Πήγαινα βόλτες στα καφέ, στα live στο κέντρο, παντού με τα πόδια. Όπως και τώρα. Την αγαπώ την Αθήνα.

 

Λεύκιος

Eλάσσων ποιητής

Η πρώτη μου Αθήνα: 10 Αθηναίοι θυμούνται την πρώτη τους μέρα στη δύσκολη πόλη
Η Αθήνα έχει φτάσει στην πιο queer φάση της και ο προσδιορισμός σου ως ομοφυλόφιλου είναι περιττός πια.

Στην Αθήνα έρχομαι στα μισά της δεκαετίας του '90, με τις Πανελλήνιες και τον «καρβουνιάρη». «Κατά την αναμονή σας στην αποβάθρα και κατά την επιβίβασή σας στον συρμό παρακαλούμε να προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα, διότι κυκλοφορούν κλέφτες!». Σταθμός Λαρίσης, και η ανακοίνωση του σταθμάρχη με φωνή ιμάμη, ο πρώτος ήχος της Αθήνας.


Φίλους, παρέες, στην αρχή δεν έχω. Γυρνάω μόνος. Σε μία από τις πρώτες εξορμήσεις μου κατηφορίζω προς το Ζάππειο. Έχω ακούσει ότι εκεί συχνάζουν άντρες που ψάχνονται. Φτάνω, λοιπόν, ένα σούρουπο, σουλατσάρω πέρα-δώθε, σκοτεινιάζει, βλέπω θάμνους να κουνιούνται, σκιές να γλιστρούν ανάμεσα στα δέντρα, επιφωνήματα και πνιχτά βογγητά μού εξάπτουν τη φαντασία και μ' ερεθίζουν, μα ένας φόβος, μια ενοχή, δεν μ' αφήνει να κινηθώ προς τα κει, να πάρω κι εγώ μέρος στη γιορτή. Μου φαίνεται αδιανόητο να πλησιάσω άντρα με αυτό τον τρόπο, και μάλιστα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Ώσπου μου 'ρχεται μια ιδέα: να πάω στην κάτω είσοδο του Ζαππείου, προς το Καλλιμάρμαρο, και να πιάσω κουβέντα και γνωριμία με κάποιον που θα μπαίνει εκείνη την ώρα. Πάω, λοιπόν, στέκομαι λίγο, κάνω το απαραίτητο face control, πλησιάζω κάποιον του γούστου μου και με την αθωότητα της ηλικίας τον ρωτάω με την επαρχιώτικη προφορά μου: «Συγγνώμη, μήπως είστε ομοφυλόφιλος;». Ο άνθρωπος με κοιτάζει σαν να βλέπει ούφο, μου φτύνει βιαστικά ένα «όχι» και συνεχίζει τον δρόμο του. Γυρίζω κι εγώ απογοητευμένος στην γκαρσονιέρα μου.


Τα θυμάμαι τώρα και γελάω. Απ' τη μια, καλύτερα που δεν έμπλεξα με τον υπόκοσμο του Ζαππείου – εκεί κυκλοφορούσαν περισσότεροι κλέφτες απ' ό,τι στο Σταθμό Λαρίσης, κι ας μην το φώναζε κανείς απ' τα μεγάφωνα. Απ' την άλλη, δεν έχασα και τίποτα. Το Ζάππειο είχε αρχίσει ήδη να χάνει την αίγλη του. Ώσπου, σήμερα, η Αθήνα έχει φτάσει στην πιο queer φάση της και ο προσδιορισμός σου ως ομοφυλόφιλου είναι περιττός πια.

 

Εύα Ολοχάρη Funk

Food blogger

Η πρώτη μου Αθήνα: 10 Αθηναίοι θυμούνται την πρώτη τους μέρα στη δύσκολη πόλη
Σήμερα ζω στην Αθήνα 13 χρόνια, στα 38 μου πια είμαι απόλυτα συμφιλιωμένη μαζί της, για την ακρίβεια την λατρεύω!

Έχω μεγαλώσει στον Ορχομενό, μια κωμόπολη 120 περίπου χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα. Οι γονείς μου μας έφερναν εκδρομή εδώ, στην πρωτεύουσα, κάθε μήνα και οι αναμνήσεις μου απ' αυτήν τη μεγαλούπολη κλείνονταν στο μικρό ταβερνάκι πίσω από την πλατεία της πανέμορφης τότε Ομόνοιας, στη γρανίτα από το μηχάνημα με τις 50 δραχμές, στη μυρωδιά του πρωινού κουλουριού και στο ταξίδι με το τρένο. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο μεγάλη και αχανής είναι αυτή η πόλη, μέχρι που ακριβώς πριν από 15 χρόνια, στις 9 Σεπτέμβρη του 2002, μετά από πολλούς τσακωμούς με τους γονείς μου και με 100 ευρώ στην τσέπη έκανα την επανάστασή μου: θα πήγαινα να συγκατοικήσω με την παιδική μου φίλη, τη Μαιρούλα. Εκείνη την εποχή ήμουν 21 ετών και party animal, ήθελα να ζω τα πάντα. Έτσι, λοιπόν, με εκείνα τα 100 ευρώ που περίσσεψαν από τις διακοπές μου στην Ικαρία και τη Μύκονο έφτιαξα βαλίτσα για να ζήσω, αργότερα, τη χειρότερη καλύτερη εμπειρία της ζωής μου.


Βρήκα αμέσως δουλειά στην 3ης Σεπτεμβρίου. Όταν σχόλαγα ξεκινούσε η διασκέδαση, οι έρωτες, τα ξενύχτια, όλα όσα ήθελα να ζήσω, η Αθήνα στα πόδια μου! Σε 6 μήνες είχα αλλάξει 4 δουλειές, το «ταξίδι» Κορυδαλλός-κέντρο με το 806 είχε γίνει εφιάλτης κι έπεσα από το συννεφάκι μου, με συνέπεια να βιώνω κρίσεις πανικού. Μέσα σε έναν μήνα το animal μέσα μου ημέρεψε και τα παράτησα όλα για μια θέση στην ασφάλεια της επαρχίας. Μου πήρε αρκετό καιρό να συνέλθω, ορκίστηκα πως δεν ήθελα να ξαναδώ την Αθήνα ούτε ζωγραφιστή, μάλλον «αυτή» έφταιγε για όλα.


Το 2004 ερωτεύτηκα στην Ικαρία κάποιο αγόρι που είχα γνωρίσει σ' ένα πάρτι υπό τους ήχους της techno, εκείνη την καταραμένη εποχή. Το 2005 μου ζήτησε να συγκατοικήσουμε, ναι-ναι... στην Αθήνα και πέρασα έναν ολόκληρο χρόνο να παλεύω μ' εκείνη την απαίσια εμπειρία για να φτιάξω και πάλι βαλίτσα. Σήμερα ζω στην Αθήνα 13 χρόνια, στα 38 μου πια είμαι απόλυτα συμφιλιωμένη μαζί της, για την ακρίβεια την λατρεύω!

 

Γιώργος Νάστος

Δημοσιογράφος

Η πρώτη μου Αθήνα: 10 Αθηναίοι θυμούνται την πρώτη τους μέρα στη δύσκολη πόλη
Η γειτονιά μου είναι πια το Παγκράτι, με το οποίο έπαθα κάτι σαν κεραυνοβόλο έρωτα.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα (από τα 5 έως τα 18) στην Ξάνθη. Στην Αθήνα ήρθα για να μείνω μόνιμα το καλοκαίρι του 2006. Δεν το ήξερα, βέβαια, τότε ότι θα ήμουν ακόμη εδώ έντεκα χρόνια αργότερα, το υποπτευόμουν όμως. Είχα ζήσει και για ενάμιση περίπου χρόνο στην Κυψέλη ως βρέφος, αλλά αυτό δεν μετράει, γιατί η μόνη ανάμνηση που έχω είναι επίκτητη: μια μέρα που με είχε βγάλει η μάνα μου βόλτα με το καρότσι στη Φωκίωνος Νέγρη τη σταμάτησε η Ιλυα Λιβυκού για να της πει πόσο χαριτωμένο ήταν το μωρό της, εγώ δηλαδή. Έχω ακούσει τόσες φορές αυτή την ιστορία, που νομίζω ότι μπορώ να περιγράψω τον ουρανό εκείνης της μέρας.


Τον πρώτο καιρό που ήρθα στην Αθήνα με φιλοξένησαν δύο φίλες στο διαμέρισμά τους στους Αμπελόκηπους. Όταν αποφάσισα να νοικιάσω σπίτι, μετακόμισα σε ένα επιπλωμένο δυάρι στην Πανόρμου. Θεωρούσα τότε ακόμη κάπως προσωρινή την παρουσία μου εδώ και όταν εμφανίστηκε ένα απίστευτο κύμα ψύχους την πρώτη μου 28η Οκτωβρίου στην πρωτεύουσα με βρήκε παντελώς απροετοίμαστο, ούτε μπουφάν δεν είχα. Πέρασα τρεις μέρες φορώντας όλες μου τις ζακέτες τη μία πάνω στην άλλη. Με τα ίδια περίπου ρούχα κοιμόμουν κιόλας, γιατί ούτε για πάπλωμα είχα προνοήσει. Η γειτονιά μου είναι πια το Παγκράτι, με το οποίο έπαθα κάτι σαν κεραυνοβόλο έρωτα. Στην αρχή μού φαινόταν πολύ περίεργο να συναντάω γνωστούς μου στον δρόμο. Τώρα το έχω συνηθίσει. Δεν έχω αποβάλει, ωστόσο, το βλέμμα του τουρίστα. Οταν κατεβαίνω τη Συγγρού για να πάω στο γραφείο, μεγαλώνουν τα μάτια μου, βλέποντας τη θάλασσα στο βάθος. Την αγαπάω την Αθήνα, όχι σαν μάνα, αλλά όπως αγαπάει κανείς μια μποέμισσα θεία που τον κακομαθαίνει, όποτε πάει να μείνει σπίτι της. Ξέρω τα κουσούρια της, αλλά δεν την έχω απομυθοποιήσει εντελώς.

 

Εύη Λαμπροπούλου

Συγγραφέας

Η πρώτη μου Αθήνα: 10 Αθηναίοι θυμούνται την πρώτη τους μέρα στη δύσκολη πόλη
Άφησα το ονειρεμένο σπίτι μου με το κλειδί κάτω απ' το γεράνι στο κέντρο της Μυτιλήνης, για ένα ανήλιαγο, υπερφωτισμένο λοφτ με πλακάκια αμιάντου, καναπέδες μπαρόκ, διαρκή ανασφάλεια και φασαρία από τη μόνιμη λαϊκή από κάτω (ένα ευρώ, ένα ευρώ!). Φωτο: Σπύρος Στάβερης

Άθενς γκέτο, αθηναϊκά αντισώματα, αθώος Αθηναίος.


Φτάνω από τη Μυτιλήνη τις παράξενες χλωμές ώρες που φτάνουν τα πλοία. Με μια αλόη που παθαίνει θερμοπληξία μέσα στ' αμάξι: είναι Ιούλιος του 2011. Το λιμάνι του Πειραιά μοιάζει ήδη κινέζικο, δηλαδή δαιδαλώδες.


Θα μείνω σ' ένα λοφτ στο μεγάλο γκέτο της Ευρώπης (στη Σαπφούς-Σοφοκλέους), όπου για να μπεις πρέπει να διασχίσεις εκατοντάδες ταλαιπωρημένους πρόσφυγες: στριμώχνονται κάτω από το σπίτι, σαν σε γιαπωνέζικο μετρό, μαζί με πρεζάκια ντόπια και κορίτσια απ' την Αφρική που παρέχουν ανθυγιεινές υπηρεσίες. Είναι σοκαριστικό, αλλά είναι το σπίτι του Χ. (Είμαι ερωτευμένη.)


Στο ισόγειο, το πακιστανικό ρεστοράν φτιάχνει κεμπάπ σε αλουμινόχαρτο. Στον έκτο, ο εικαστικός της «Καππάτος» ψύχεται τον χειμώνα και λιώνει το καλοκαίρι σαν αληθινός καλλιτέχνης∙ θα συνεχίσει το gentrification σε κάποιο γκέτο του Βερολίνου. Έχει διαβάσει το Χάπι-Λου, λατρεύει τη γειτονιά, πριν φύγει θα μας αφήσει το πλυντήριό του.


Άφησα το ονειρεμένο σπίτι μου με το κλειδί κάτω απ' το γεράνι στο κέντρο της Μυτιλήνης, για ένα ανήλιαγο, υπερφωτισμένο λοφτ με πλακάκια αμιάντου, καναπέδες μπαρόκ, διαρκή ανασφάλεια και φασαρία από τη μόνιμη λαϊκή από κάτω (ένα ευρώ, ένα ευρώ!). Αδυνατώ να κοιμηθώ εδώ μόνη, αν χρειαστεί. Αδυνατώ και με τον X., αφού το φως μάς βρίσκει τα πρωινά από τις τζαμαρίες. Όχι πια τοίχοι, παντζούρια, φοίνικες, όχι πια θέα. Μόνο βιομηχανικές κεραίες που προβάλλουν ψηλές και αδύνατες στα σφραγισμένα τζάμια της κουζίνας.


Άφησα και τη δουλειά μου στην κορυφή ενός βουνού – δημιουργική γραφή σε πρόσφυγες. Ήρθα χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Η πρώτη σκέψη στο μετρό: οι Αθηναίοι είτε παίρνουν είτε χρειάζονται ψυχοφάρμακα.


Το αμάξι μου θα 'ναι σε λίγους μήνες τσαλακωμένο, αμάξι του γκέτο. Θα σπάνε τζάμια, θα το παραβιάζουν, θα το παρκάρω μόνιμα. Έτσι κι αλλιώς στην Αθήνα χάνομαι, ξέρω μόνο την Πειραιώς.


Η παρακμή βαράει κόκκινα στην Ομόνοια. Οι τσόντες των περίπτερων έχουν τους πιο αστείους τίτλους.


Στη Σοφοκλέους μού κάνουν άγριο σωματικό έλεγχο για πρώτη φορά, ψάχνουν και το βρακί μου. Επειδή είναι «ύποπτοι οι λευκοί στην περιοχή». Εγώ, ο Χ., ο Καλλιτέχνης και ο Άλλος είμαστε οι μόνοι τρελοί, το δειλό gentrification. Οι φίλοι που έρχονται για καφέ δεν θέλουν να ξανάρθουν.


Στη Σαπφούς μου επιτίθενται Άραβες και με σώζουν Πακιστανοί. Ο Χ. εκπλήσσεται, σηκώνει τους ώμους, είναι τελείως Αθηναίος, δεν τον ενοχλεί η αστυνομία ούτε τα πρεζάκια, είναι σχεδόν δύο μέτρα – εκτός από τη μιζέρια, κανείς δεν του επιτίθεται. Ανοίγει δρόμο σαν παγοθραυστικό κι εγώ από πίσω. Είναι ο λόγος που είμαι εδώ, θα μείνω κι όταν εκλείψει.


Βλέπω όνειρα, ότι πέφτω από ψηλά στο κενό και χάνω χέρια-πόδια, ότι η μεγαλούπολη μού έχει γυρισμένη την πλάτη. Όταν σκοτώνεσαι στα όνειρα, αλλάζουν όλα, όχι μόνο η θέα. Το δυσκολότερο, πεθαίνεις εσύ για να γίνεις κάτι άλλο, Αθηναία: ένα πιο καχύποπτο, μαγκιόρικο, ταλαιπωρημένο είδος ανθρώπου. Θα πατηθείς από το ίδιο σου το βάρος. Την ίδια σου την αθωότητα. Η αθωότητα δεν έχει αντισώματα. Αλλά κι αθώο θύμα δεν υπάρχει.


Τελικά, η Αθήνα με μαζεύει στον καναπέ της.

 

Βαγγέλης Μπέκας

Συγγραφέας

Η πρώτη μου Αθήνα: 10 Αθηναίοι θυμούνται την πρώτη τους μέρα στη δύσκολη πόλη
Το τελευταίο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Μπέκα Μαύρο Φυλαχτό κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Λόγω της εμμονής που είχα τότε με τον Κέρουακ και της γνωριμίας μου με τον Τέο Ρόμβο αναζητούσα εμπειρίες στην άλλη Αθήνα. Την αθέατη. Είχα μόλις έρθει στην πόλη, αποφασισμένος να γίνω συγγραφέας. Όμως οι πρώτοι μήνες κυλούσαν στο γκρι. Κίνηση στους δρόμους, στη δουλειά ρομποτάκι, οθόνες παντού. Ένιωθα να βυθίζομαι στην καθημερινότητα σαν ήρωας του Κάφκα.


Τότε ήταν που έμαθα για ένα καλλιτεχνικό στέκι στην Κατεχάκη (μετακόμισε στο Μεταξουργείο πια). Φτάνω με μπίρα στο χέρι, ανεβαίνω τις τσιμεντένιες σκάλες, μυρίζει καπνός τσιγάρου και αλκοόλ. Ολόγυρα λαμπερά πρόσωπα, κόκκινο φως. Και σε περίοπτη θέση δύο τύποι κάνουν περφόρμανς-δημοπρασία έργων τέχνης συνοδεία μουσικής. Με περισπούδαστο ύφος σοφολογιότατων, ψηλά καπέλα, φαρδιά παντελόνια, ενδυμασία σουρεαλιστική. Φυσικά, τα έργα θα αγόραζε εκείνος με τη χαμηλότερη προσφορά. Οπότε όλοι ψαχουλεύουν τα ψιλά τους. Κι ένας μαύρος με φτερά αγγέλου στην πλάτη, μπλε βαμμένο το πρόσωπο, παίζει τη φλογέρα του βολτάροντας ανάμεσα στο εύθυμο πλήθος. Τα έργα ξεπουλιούνται για κέρματα, υποκλίσεις μεγαλοπρέπειας κι ορμάει στη σκηνή μια μπάντα. Γκροτέσκοι ακροβάτες με τρομπέτες και τρομπόνια, αεικίνητος θίασος. Ξεκίνησαν από τη Νέα Ορλεάνη να γυρίσουν τον κόσμο με τα ποδήλατα. Στη μέση όλων ένα κορίτσι τραγουδάει με βραχνή φωνή, παίζει κλακέτες. Κάτω από το δεξί της μάτι έχει ταουάζ ένα δάκρυ, μα χαμογελά συνέχεια. Και η μουσική της Νέας Ορλεάνης μας παρασέρνει.


Ακόμα θυμάμαι το κορίτσι με τη βραχνή φωνή. Έφυγε με το ποδήλατό της για να γνωρίσει τον κόσμο, όμως άφησε πίσω τη γέφυρα για την άλλη πλευρά της πόλης, που ακόμα αγαπώ. Ίσως διότι είναι γεμάτη από συναρπαστικούς ανθρώπους. Όχι, δεν στήνω casting για μυθιστόρημα. Τα πλάσματα της άλλης Αθήνας είναι χαρακτήρες μοναδικοί, λοξοί αντικομφορμιστές, ελεύθεροι, έχουνε θέση στα καλύτερα μυθιστορήματα που δεν τα γράφεις. Τα ζεις. Και τρέφεις το μέσα σου.


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO