Τα τελευταία χρόνια τη διέσχιζα τρέχοντας, κρατώντας γερά την τσάντα μου και με κεραίες τεντωμένες. Ανεπαισθήτως, η Ομόνοια είχε μετατραπεί σε μια μαύρη τρύπα στην καρδιά της πόλης, κανείς δεν έμοιαζε να θέλει να βρίσκεται εκεί, πόσω μάλλον να την αγαπά. Η περίφημη ανάπλαση τής στέρησε ακόμα και το κυκλικό της σχήμα, μετατρέποντάς την σε τσιμεντένια πλατεία από αυτές που συναντάς σε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ – δεν υπήρχε ούτε πράσινο φύλλο, ούτε σταγόνα νερό. Κάτω από την πλατεία πηγαινοέρχονταν χιλιάδες άνθρωποι καθημερινά με τον Hλεκτρικό και το μετρό, ενώ επί του εδάφους της έβλεπες όλο και περισσότερα ρημαγμένα κτίρια και ανθρώπους.

 

Πριν από λίγες μέρεςπερπατούσα ξανά στην Ομόνοια, έτοιμη να μπω στον σταθμό του μετρό. Αντί γι' αυτό, βρέθηκα να πίνω τον καφέ μου στα τραπεζάκια του ιστορικού κτιρίου του ΝΕΟΝ, χαζεύοντας την κίνηση γύρω μου. Ήταν μια παρόρμηση της στιγμής – η περιοχή, για πρώτη φορά έπειτα από αιώνες, μου φάνηκε ελκυστική, αλλά και ασφαλής. Οι ελιές πάνω στην πλατεία, δείχνοντας αξιοθαύμαστη αντοχή, κατάφεραν να μεγαλώσουν, αμβλύνοντας την αίσθηση της ξεραΐλας που για καιρό την χαρακτήριζε. Εκτός από τα δύο μεγάλα café που ήταν γεμάτα κόσμο, για πρώτη φορά πρόσεξα πως κι άλλα μαγαζάκια, ακόμα και «αρχαία» τυροπιτάδικα, έχουν τολμήσει να βγάλουν έξω τραπεζοκαθίσματα και όχι ματαίως. Τρίτη πρωί και η Ομόνοια έσφυζε από ζωή, μοιάζοντας απολύτως φυσιολογική, σε βαθμό που άρχισα να αναρωτιέμαι αν όντως τα πράγματα έχουν αλλάξει.

 


«Κάτι γίνεται σιγά-σιγά», «καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια», «η αγορά το πολεμάει και όσο ανοίγουν τα μαγαζιά, η κατάσταση θα εδραιώνεται», είναι κουβέντες που άκουσα με ικανοποίηση, μια και οφείλω να ομολογήσω ότι προς στιγμήν αναρωτήθηκα αν είμαι αιθεροβάμων. Η αλήθεια είναι ότι στην πλατεία φαίνεται πως κάποιοι έχουν αποφασίσει να επενδύσουν ξανά, έπειτα από χρόνια υποβάθμισης.


«Στην Ομόνοια κυκλοφορούν οι τουρίστες και όσοι δεν ξέρουν», «το κλέψιμο πάει σύννεφο», ανέλαβε να με προσγειώσει ο υπάλληλος μιας εταιρείας security, όταν τον ρώτησα αν η κατάσταση στην Ομόνοια έχει βελτιωθεί. Πράγματι, συγκαταλέγω τον εαυτό μου στους τουρίστες. Την Αθήνα την αγαπώ από παιδί, βρίσκομαι συνέχεια εδώ, ποτέ όμως δεν μπήκα στις μυλόπετρες της καθημερινότητάς της – διατηρώ μια αθώα, ελαφρώς ρομαντική ματιά. Δεν μπορούσα όμως έτσι απλά να δεχτώ ότι αυτή η εικόνα ήταν μόνο μια οφθαλμαπάτη και ότι όλα είναι όπως τρία-τέσσερα χρόνια πριν, που βιαζόμουν να προλάβω να φύγω από την περιοχή προτού χαθεί το τελευταίο φως της μέρας, οπότε αποφάσισα να το ψάξω λίγο.

 

Η Ομόνοια αλλάζει, αλλά και πάλι δεν είναι αρκετό
Φωτογραφίες: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


«Το πρωί, όταν έρχομαι με το πρώτο τρένο, η σκάλα από την οποία ανεβαίνεις στη Σταδίου και στην Πανεπιστημίου είναι κατειλημμένη από Έλληνες και αλλοδαπούς που πουλάνε χασίς, με αποτέλεσμα ο κόσμος να φοβάται να περάσει, ενώ ο security έρχεται μετά τις 8», καταγγέλλει ο κ. Γιάννης που δουλεύει στην Ομόνοια από το 1960. «Όσο για τα café, οι περισσότεροι που κάθονται είναι ηλικιωμένοι, οι οποίοι αναζητούν γυναικεία συντροφιά. Εκτός από την αστυνόμευση, που λείπει, πρέπει να φτιαχτεί η πλατεία, γιατί είναι σκέτη πέτρα κι επιπλέον μυρίζει, καθώς υπάρχουν άνθρωποι που τη χρησιμοποιούν ως αποχωρητήριο. Δεν είναι δυνατόν η πιο κεντρική πλατεία της Αθήνας, η οποία απέχει δέκα λεπτά από την Ακρόπολη και είναι συγκοινωνιακός κόμβος, να έχει εγκαταλειφθεί στη μοίρα της και ο κόσμος να φοβάται να περπατήσει – όλος ο υπόκοσμος στην Ομόνοια έχει μαζευτεί. Η Ομόνοια δεν έχει αλλάξει, γιατί δεν θέλουν να αλλάξει», συμπληρώνει.

 

Η Ομόνοια αλλάζει, αλλά και πάλι δεν είναι αρκετό
Τρίτη πρωί και η Ομόνοια έσφυζε από ζωή...

 

«Τη νύχτα είναι πιο επικίνδυνα», «το βράδυ δεν πλησιάζεις», «μετά τις 8 δεν κυκλοφορούν Έλληνες», «το βράδυ δουλεύουμε μόνο με τουρίστες, αλλά δεν έχουμε αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα» είναι μερικές από τις απαντήσεις που πήρα, κάνοντας ένα μικρό ρεπορτάζ. Όταν νυχτώνει, λοιπόν, τα πράγματα δυσκολεύουν στην περιοχή. Πάρα την αισθητή αστυνομική παρουσία, στην οποία όλοι αναφέρονταν, το σκοτάδι εξακολουθεί να διευκολύνει τη διακίνηση ουσιών, καθώς και όσους εκδίδονται, το φαινόμενο όμως έχει μικρότερες διαστάσεις απ' ό,τι κατά το παρελθόν – το πρόβλημα έχει μετακινηθεί. Δρόμοι όπως η Μενάνδρου και η Σωκράτους, που αποτελούσαν άβατο, σήμερα είναι σε σαφώς καλύτερη μοίρα. «Παλαιότερα, δεν τολμούσαμε να πάμε να καθαρίσουμε. Σήμερα δεν υπάρχει καμία σχέση», τονίζει η οδοκαθαρίστρια του Δήμου.

 

«Κάτι γίνεται σιγά-σιγά», «καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια», «η αγορά το πολεμάει και όσο ανοίγουν τα μαγαζιά, η κατάσταση θα εδραιώνεται», είναι κουβέντες που άκουσα με ικανοποίηση, μια και οφείλω να ομολογήσω ότι προς στιγμήν αναρωτήθηκα αν είμαι αιθεροβάμων. Η αλήθεια είναι ότι στην πλατεία φαίνεται πως κάποιοι έχουν αποφασίσει να επενδύσουν ξανά, έπειτα από χρόνια υποβάθμισης. Το πρώην 2 Fashion House Hotel ετοιμάζεται να ξανανοίξει ως Αthens Tiffany Hotel, ενώ λέγεται ότι θα ακολουθήσει και το Acropol, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι. Τη σειρά τους περιμένουν το Μπάγκειον και ο Μέγας Αλέξανδρος –έργα του Τσίλερ–, με το πρώτο προς το παρόν να αποτελεί τον βασικό εκθεσιακό χώρο της Μπιενάλε της Αθήνας. «Όταν ανοίξουν και αυτά, θα αλλάξει η όψη της Ομόνοιας», θα μου πει ένας καταστηματάρχης που έχει απαυδήσει από την υψηλή φορολογία που, όπως δηλώνει, σκοτώνει την εμπορική δραστηριότητα.

 

 

Η Ομόνοια αλλάζει, αλλά και πάλι δεν είναι αρκετό
Φωτογραφίες: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


Κάνω άλλη μια φορά τον γύρο της πλατείας. Κάθε κατάστημα έχει από έναν security, αγορές χρυσού και μαγαζάκια με κινητά ξεφυτρώνουν παντού, στο βάθος της πλατείας, σχεδόν αόρατοι, έχουν κατασκηνώσει λιγοστοί πρόσφυγες. «Δεν ενοχλούν κανέναν», σπεύδει να με καθησυχάσει ένας νεαρός σερβιτόρος, «η πλατεία έχει καθαρίσει», συμπληρώνει. Πράγματι έχει καθαρίσει, καθαρή όμως με την κυριολεκτική έννοια δεν είναι. Παρατηρώ μια λιμνούλα από χυμένους καφέδες κάτω από κάθε καλάθι για τα σκουπίδια και από τύχη γλιτώνω τα σκάγια, όταν ένα μισογεμάτο ποτήρι, που κάποιος μόλις πέταξε, σκάει στο έδαφος, αφού ο κάδος δεν είχε πάτο.

 

«Δουλεύω στην Ομόνοια από τα μέσα του '90 και θα έλεγα ότι σε σχέση με τότε η εικόνα της περιοχής έχει λιγάκι επιδεινωθεί. Η χειρότερη εποχή για την πλατεία, κατά τη γνώμη μου, ήταν το καλοκαίρι του 2012. Η κατάσταση σήμερα είναι καλύτερη και, όπως και να 'χει, θεωρώ ότι δεν υπάρχει τόσο ζήτημα ασφάλειας, όσο αισθητικής. Το πρόβλημα δεν είναι ουσίας, αλλά κυρίως αισθητικό – βλέποντας κάποιον τοξικομανή ή κάποιον που εκδίδεται, αποθαρρύνεται κανείς. Κάτι πρέπει να γίνει, επίσης, με τα τόσα κλειστά κτίρια – τα μισά αν είχαν κάνει απ' όσα κατά καιρούς έχουν ανακοινωθεί, θα βοηθούσε να αλλάξει η εικόνα της Ομόνοιας. Το ότι έχουν ανοίξει καινούργια μαγαζιά στην πλατεία είναι πολύ ελπιδοφόρο και μακάρι το ένα να φέρει το άλλο και να επιστρέψει η άνθηση που θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια, τότε που από την πολυκοσμία δυσκολευόταν κανείς ακόμα και να περπατήσει στην περιοχή» λέει ο κ. Θανάσης Καραγεώργος, ιδιοκτήτης του γαλακτοπωλείου «Στάνη», που άνοιξε ο παππούς του στην Ομόνοια το 1931.

 

Η Ομόνοια αλλάζει, αλλά και πάλι δεν είναι αρκετό
Φωτογραφίες: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

«Η πλατεία χρειάζεται αναβάθμιση και από αισθητικής άποψης. Πρέπει ακόμα να γίνουν πολλά» παρατηρεί μία από τις υπαλλήλους του Μπακάκου και δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο, κοιτάζοντας την –ουσιαστικά μισοτελειωμένη– πλατεία. Όσα σχέδια έχουν παρουσιαστεί κατά καιρούς για τη βελτίωση της εικόνας της έχουν παραμείνει ανεφάρμοστα, με τελευταία εξέλιξη την απόρριψη της χρηματοδότησης από την Ε.Ε. του Rethink Athens, που θα την άλλαζε ριζικά. Προς το παρόν, ο Δήμος, εκτός από μικρές παρεμβάσεις, δεν φαίνεται να είναι σε θέση να κάνει πολλά πράγματα. Σε περιόδους κρίσης ακόμα και η αισθητική γίνεται πολυτέλεια.


«Η Ομόνοια τους μαζεύει όλους», θα μου πει ένας εργαζόμενος στον σταθμό του μετρό, «κάθε καρυδιάς καρύδι». «Έρχονται κυρίως τουρίστες, γιατί νομίζουν ότι είναι το κέντρο της πόλης» χαμογελά ένας σερβιτόρος. «Μα, είναι το κέντρο της πόλης, το σημείο μηδέν» παρατηρώ. Δύο ηλικιωμένοι από την επαρχία που πίνουν τον καφέ τους θα συμφωνήσουν, συμπληρώνοντας ότι επιστρέφουν εδώ έπειτα από χρόνια. Για καιρό η Ομόνοια είχε πάψει να είναι πλατεία, είχε μεταβληθεί σε κόμβο απ' όπου όλοι περνούσαν, μα κανείς δεν στεκόταν. Τώρα φαίνεται να έχει μια ευκαιρία να αποκτήσει ξανά λίγη από την παλιά της αίγλη. Πιστεύω πως θα τα καταφέρει τελικά – είμαι από αυτούς που επιλέγουν να βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο.