Η χαμένη τιμή των λέξεων

Η χαμένη τιμή των λέξεων Facebook Twitter
Ο Πολ Όστερ σε νεαρή ηλικία
0

Το να γράφεις δεν είναι μια τέχνη σαν τις άλλες: δεν προϋποθέτει ευγενή συνύπαρξη, αγαστά ταλέντα ή ομορφιά. Σε αντίθεση με ό,τι εικάζεται, η συγγραφή είναι μια ασθενική κατάσταση –περίπου σαν τη λέπρα, όπως επέβαλλε η παρομοίωση του Κάφκα– που απαιτεί από τον φορέα της να αποκρύπτεται απ' οτιδήποτε βλέπει το φως της μέρας και την κοινωνική προοπτική. Σχεδόν επιβάλλει από τον χτυπημένο από την ιερή αυτή νόσο να ζει απομονωμένος από τον κόσμο, προσπαθώντας να αναστήσει το χαμένο θάμβος των λέξεων, όσο μάταιο κι αν ξέρει ότι είναι κάτι τέτοιο. Στόχος είναι οι λέξεις να μπορέσουν να αναστηθούν και να καταργήσουν τον συγγραφέα, ο οποίος αναλαμβάνει να τις φέρει στο φως σχεδόν σαν μοιραίος και μοναδικός διαμεσολαβητής. Δεν υπάρχει συγγραφέας που να μην επιδιώκει την αποκλειστική συνύπαρξη με τη μοναξιά σε ένα ιδανικό δωμάτιο που ο Μονταίνι παρομοίασε με πύργο και ο Κίρκεργκορ με έναν κλειστό χώρο όπου κατοικούν μόνο ο ίδιος και οι αμέτρητες ερωμένες του, οι λέξεις. Μονάχα απέναντι σε αυτές μοιάζει ο συγγραφέας εντελώς ανυπεράσπιστος και γυμνός, απέναντι σε αυτές λογοδοτεί, αυτές λατρεύει ταυτόχρονα σαν απόλυτος κυρίαρχος και δούλος .

Γνωρίζοντας καλά ως το μεδούλι του τι σημαίνει αυτή η μοναχική διαδικασία, ο Πολ  Όστερ αποπειράται, σε μια εποχή κατά την οποία δεσπόζουν ακόμα τα «μεγάλα αμερικανικά μυθιστορήματα», να μεταφέρει το αιώνιο ζήτημα της αντιπαράθεσης του συγγραφέα με τις λέξεις στην καρδιά της ίδιας της συγγραφικής πράξης, δηλαδή στο μυθιστόρημα. Αποφεύγοντας τις έξωθεν μαρτυρίες και τα δεκανίκια –δηλαδή το να αφηγηθεί άλλη μια ιστορία για την «αγία αμερικανική οικογένεια»–, καταθέτει μια τριλογία για την ίδια την ουσία και την αποστολή της γραφής. Γιατί, τι άλλο μπορεί να είναι ένας συγγραφέας από έναν ντετέκτιβ που αναζητά μάταια την αρχή του χαμένου νοήματος στις λέξεις, αδυνατώντας να χωρέσει εντός τους ολάκερο τον κόσμο; Τι άλλο μπορεί να είναι η γραφή από μια ατέρμονη περιπέτεια στην καρδιά του νοήματος, όπως αυτή που κάνει ένας πλάνητας –βλέπε Κάφκα και Μπένγιαμιν– σε έναν φανταστικό πύργο ή στην ίδια την πόλη; Ο Πολ Όστερ, επιστρέφοντας μέσα της δεκαετίας του '80 στη Νέα Υόρκη από τη Γαλλία, έχοντας ήδη μελετήσει τις διάφορες θεωρίες για την αδυναμία του νοήματος κι έχοντας ολοκληρώσει με επιτυχία την αναμέτρησή του με την ποιητική του μούσα, καταθέτει την τριλογία που θα αλλάξει την πορεία του αμερικανικού μυθιστορήματος για πάντα. Μέσα από την ακατανόητη αρχικά στους εκδότες Τριλογία της Νέας Υόρκης, που γνώρισε δεκαεπτά απορρίψεις προτού δει το φως της δημοσιότητας, ο Πολ Όστερ θα αποπειραθεί να φέρει τη γραφή αντιμέτωπη με τον εαυτό της ως μια κατεξοχήν αυτοαναφορική διαδικασία χωρίς τέλος. Ο παραλογισμός που παραπέμπει στις ύψιστες στιγμές του Κάφκα, οι επαναλήψεις, η αποδόμηση, τα πιο χυδαία αστεία που ξεπατικώνει εσκεμμένα από τον αγαπημένο του Δον Κιχώτη, συνυπάρχουν ιδανικά στις σελίδες του Όστερ που σκοπό έχουν να καταδείξουν την αιώνια αναμέτρηση του συγγραφέα με τις λέξεις και τη μοναξιά. Και οι τρεις ιστορίες του που περιλαμβάνονται στην Τριλογία της Νέας Υόρκης (η μόνη νόμιμη έκδοση κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε ωραία μετάφραση της Σταυρούλας Αργυροπούλου) αναφέρονται στην αναζήτηση κάποιου φανταστικού ήρωα –που δεν είναι παρά ο μυθιστορηματικός άλλος– και σε ένα έγκλημα που είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν διαπράχθηκε ποτέ. Στη Γυάλινη Πόλη και στα Φαντάσματα ο κεντρικός ήρωας μετατρέπεται σε αυτοσχέδιο ντετέκτιβ που αναζητά ένα σχεδόν φανταστικό πρόσωπο, αποδεικνύοντας ότι η περιπέτεια της γραφής είναι μια αστυνομική έρευνα ενός εγκλήματος που δεν πραγματοποιήθηκε ακόμη. Τα ψευδώνυμα που υιοθετεί ο εκάστοτε ήρωας δίνουν και παίρνουν και είτε έχουν συμβολική σημασία, είτε αναφέρονται σε διάφορα πρόσωπα στην ιστορία της λογοτεχνίας, είτε παραπέμπουν σχεδόν ξεδιάντροπα στον ίδιο τον συγγραφέα, όπως στην περίπτωση του ντετέκτιβ της Γυάλινης Πόλης, ο οποίος ονομάζεται Πολ Όστερ! Πάντως, και στις τρεις αφηγηματικές περιπτώσεις τα ασφυχτικά περιβάλλοντα περιγράφουν τον συγγραφικό χώρο που είναι περίκλειστος, αλλότριος και ξένος σε όσους δεν σχετίζονται με το «έγκλημα» της γραφής. Προνόμιο των συγγραφέων-αυτοσχέδιων ντετέκτιβ και στις τρεις ιστορίες είναι να εντοπίζουν τα σημάδια και τα ίχνη των λέξεων, γνωρίζοντας ότι το έγκλημα που καλούνται να ερευνήσουν έχει, τελικά, μοναδικά θύματα και θύτες τους ίδιους. Σάμπως η εξέταση και η εξιχνίαση του φανταστικού εγκλήματος να αποβλέπει όχι στην ανεύρεση των υπαίτιων της δράσης αλλά στην αποκατάσταση της καθαρότητας της γλώσσας – ένα μόνιμο αίτημα των εκάστοτε θεωρητικών που, ακολουθώντας τον Μαλαρμέ, αποσκοπούσαν στο «να καθαρίσουν τις λέξεις της φυλής», να αποκαθάρουν τον κόσμο του νοήματος και της γλώσσας από τις όποιες προσμείξεις του.

«Βλέπετε κύριε, ο κόσμος έγινε κομμάτια. Όχι μόνο χάσαμε το νόημα του σκοπού, χάσαμε και τη γλώσσα μέσω της οποίας μπορούμε να μιλήσουμε γι' αυτόν. Αναμφίβολα αυτά είναι πνευματικά θέματα, έχουν όμως τα ανάλογά τους στον υλικό κόσμο» επαναλαμβάνει στην Τριλογία ο  Όστερ. «Επειδή οι λέξεις μας δεν αντιστοιχούν πια στον κόσμο. Όμως τα πράγματα ήταν ακέραια, είχαμε την πεποίθηση ότι οι λέξεις μας μπορούσαν να τα εκφράσουν. Σιγά-σιγά, όμως, τα πράγματα έσπασαν, διαλύθηκαν, κατέρρευσαν μέσα στο χάος. Παρ' όλα αυτά, οι λέξεις μας παραμένουν ίδιες. Δεν προσαρμόστηκαν στη νέα πραγματικότητα. Έτσι, κάθε φορά που προσπαθούμε να μιλήσουμε για ό,τι βλέπουμε, μιλάμε λανθασμένα, διαστρεβλώνοντας το ίδιο το πράγμα που θέλουμε να αναπαραστήσουμε. Αυτό χάλασε τα πάντα».

Με άλλα λόγια, ο επίσης συγγραφέας από τη Γυάλινη Πόλη Στίλμαν βρίσκεται, όπως ομολογεί και ο ίδιος, στη «διαδικασία επινόησης μιας νέας γλώσσας», σάμπως όλα αυτά «να είναι μέρος της αρρώστιας που προσπαθώ να θεραπεύσω», όπως ομολογεί. Στον βαθμό που ο πρωταγωνιστής του  Όστερ δεν είναι ο Βιτγκενστάιν, ο οποίος επίσης βάλθηκε να βρει τον θεραπευτικό σκοπό της φιλοσοφίας, ο συγγραφέας γίνεται εκείνος που θα αποκαλύψει το παιχνίδι της γραφής, την ιερή της τρέλα, τη μοναδική της ικανότητα να σε οδηγεί σχεδόν ταυτόχρονα στον Παράδεισο και στην Κόλαση (πολύ εύστοχα ο Όστερ παρομοιάζει τη γραφή με το προπατορικό αμάρτημα στον βαθμό που αυτή δεν θα βρει ποτέ τη χαμένη της καθαρότητα και την αρχική της καταγωγή, ποτέ δεν θα υπάρξει έξω από τις λέξεις). Η fata libellorum, δηλαδή η μοίρα των βιβλίων, βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια του συγγραφέα και αυτό είναι το υπέρτατο και το ηρωικότερο καθήκον που ο ίδιος διατηρεί απέναντι στη γραφή ως παρουσία. «Να νοιάζεσαι για τις λέξεις, να ποντάρεις σε ό,τι γράφεται, να πιστεύεις στη δύναμη των βιβλίων. Αυτό υπερβαίνει και όλα τα υπόλοιπα και, πέρα από αυτό, η ζωή ενός ανθρώπου γίνεται πολύ μικρή» προτείνει εν τέλει ο μοναδικός πρωταγωνιστής σε όλα τα μυθιστορήματα του Όστερ –ένας συγγραφέας με διαφορετικά ονόματα–, ξέροντας ότι όλα αρχίζουν, περνούν και καταλήγουν σε εκείνον. Κατά βάθος, γνωρίζει ότι μόνος αυτός μπορεί να αναστήσει και να αναπαραστήσει μέσα από τις λέξεις την ομορφιά των πραγμάτων και του κόσμου, «αν και του ήταν οδυνηρό να ξέρει ότι αυτό δεν θα ήταν δυνατόν. Ωστόσο, προσπάθησε να αντιμετωπίσει με θάρρος το τέλος του σημειωματάριου. Αναρωτιόταν αν είχε το χάρισμα να γράφει χωρίς στυλό, αν αντιθέτως θα μπορούσε να μάθει να μιλά, να γεμίζει το σκοτάδι με τη φωνή του, να λέει τα λόγια στον αέρα, μέσα στους τοίχους, μέσα στην πόλη, έστω κι αν το φως δεν θα ξαναγύριζε ποτέ». Εκεί καταλήγει και από εκεί ξεκινά ο συγγραφέας στον φανταστικό κόσμο της γραφής που μερικές φορές αξιώνεται να γνωρίζει ελάχιστους ιδανικούς κατοίκους –όπως είναι, αναμφίβολα, ο Πολ  Όστερ– και συναρπαστικά βιβλία που μπορούν και αποκαθιστούν τη χαμένη τιμή των λέξεων και της γραφής. Έστω κι εν μέρει, έστω και για λίγο. Και αυτή η παρηγοριά αρκεί.

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Σούζαν Τσόι: «Με συγκίνησε η ιστορία του Υψηλάντη!»

Βιβλίο / Σούζαν Τσόι: «Με συγκίνησε η ιστορία του Υψηλάντη!»

Με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψή της στην Αθήνα, μια από τις σημαντικότερες σύγχρονες Αμερικανίδες συγγραφείς μιλά στη LiFO για τα οικογενειακά μυστικά, την κουλτούρα των βραβείων και το επεισόδιο της Ελληνικής Επανάστασης που την άγγιξε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Πόσα μυστικά μπορεί να κρύβει ένας επιτυχημένος γάμος

Βιβλίο / Θοδωρής Καλλιφατίδης: «Η πραγματική εξορία είναι να ζεις χωρίς αγάπη»

Στο μυθιστόρημά του «Φίλοι και εραστές», ο κορυφαίος συγγραφέας, μέσα από την ιστορία ενός Σουηδού μεσήλικα που αναμετριέται με το παρελθόν του, μας ξεναγεί με απλή και μεστή γλώσσα στη δεύτερη πατρίδα του, την πολυπολιτισμική Σουηδία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Πόσο επικίνδυνη είναι η Σάλι Ρούνεϊ;

Βιβλίο / Πόσο επικίνδυνη είναι η Σάλι Ρούνεϊ;

Από τη σύγκρουση με τη βρετανική αντιτρομοκρατική νομοθεσία και την εκδοτική απόσυρση των βιβλίων της έως τη διεθνή αλληλεγγύη, αυτή είναι η ιστορία της Ιρλανδής συγγραφέως που αρνήθηκε να ανταλλάξει την πολιτική της συνείδηση με την ασφάλεια της παγκόσμιας επιτυχίας.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ιωάννα Μπουραζοπούλου: «Μπαίνω στα σκοτάδια των μύθων ατρόμητη»

Βιβλίο / Ιωάννα Μπουραζοπούλου: «Μπαίνω στα σκοτάδια των μύθων ατρόμητη»

Με αφορμή το νέο της βιβλίο, «Φτερούγες κι οπλές στο αστικό δάσος», η συγγραφέας μιλά για τη λογοτεχνία του φανταστικού, την τεχνητή νοημοσύνη, τον έρωτα, κι εκείνη την ανθρώπινη πλευρά που εξακολουθεί να αντιστέκεται σε κάθε αλγόριθμο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Βιρζινί Βιάρ: Το σφάλμα (ή η αμαρτία) να μην είσαι σταρ στη μόδα

Βιβλίο / Βιρζινί Βιάρ: Το θανάσιμο αμάρτημα του να είσαι αόρατη στη μόδα

Η πρώην καλλιτεχνική διευθύντρια της Chanel έγραψε ένα βιβλίο για να υπερασπιστεί τα πέντε χρόνια της δημιουργικής της πορείας. Αντί, όμως, να ενισχύσει τη θέση της, επιβεβαίωσε την έλλειψη πάθους που τη χαρακτηρίζει, καθώς και την αδυναμία της να εμπνέει.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ
Ε.Ε. Κάμινγκς: «Τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα από τη σοφία»

Βιβλίο / Ε.Ε. Κάμινγκς: «Τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα από τη σοφία»

O αντισυμβατικός, ευφυής και διαβόητος Αμερικανός ποιητής, που όσο ζούσε έβλεπε τα βιβλία του να απορρίπτονται και τα ποιήματά του να αποσύρονται, ενώ οι εκδότες τού ζητούσαν να γράφει επεξηγηματικούς προλόγους για να γίνει κατανοητό το ασυνήθιστο ύφος του.
ΜΑΤΟΥΛΑ ΚΟΥΣΤΕΝΗ
Υπάρχει η Αθήνα που αγαπάμε ή είναι μόνο για τουρίστες;

Βιβλίο / Υπάρχει η Αθήνα που αγαπάμε ή είναι μόνο για τουρίστες;

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο ΕΚΠΑ, Δημήτρης Πλάντζος, μιλά για το βιβλίο του «Συνέβη στην Αθήνα», που φέρνει στο φως άγνωστες πλευρές της πόλης και καταγράφει τις αλλαγές στις γειτονιές, που γίνονται όλο και πιο ξένες στους ίδιους τους κατοίκους τους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Η (διαρκώς) απρόβλεπτη ζωή και έργο της Αν Κάρσον

Βιβλίο / Αν Κάρσον: «Οι άνθρωποι που αγαπάμε, ποτέ δεν είναι όπως τους επιθυμούμε»

Η Καναδή συγγραφέας, που τιμήθηκε με το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας, άλλαξε τον χάρτη των παγκόσμιων γραμμάτων με την ξεχωριστή γραφή της. Κινήθηκε με απαράμιλλη άνεση ανάμεσα στην ποίηση, το δοκίμιο και το λιμπρέτο, πλάθοντας ένα προσωπικό λογοτεχνικό σύμπαν, όπου η ειρωνεία συνυπάρχει με την ομορφιά και το προσωπικό πένθος συνομιλεί με την οδύνη των κλασικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Βιβλίο / Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Στην «Εκλεκτή των θεών», η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας εμπνέεται από τον βίαιο εκχριστιανισμό της Ευρώπης, και γράφει ένα πρωτότυπο, σκωπτικό και συγκινητικό μυθιστόρημα για την εξουσία και την εμμονή που οδηγεί στο ιδεολογικό μίσος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ