Το συγκλονιστικό «Νυχτοδάσος» της Τζούνα Μπαρνς

Το συγκλονιστικό «Νυχτοδάσος» της Τζούνα Μπαρνς Facebook Twitter
Η ώριμη ματιά της στα εικαστικά και ένα κύμα από αναφορές σε κάθε επίπεδο καλλιτεχνικού γεγονότος διαπερνούν το αδιανόητα πρωτότυπο «Νυχτοδάσος» που δεν σε αφήνει για μέρες αφότου το έχεις τελειώσει.
0

Ανένταχτη, πολυμαθής και κοσμοπολίτισσα, παράτολμη και αποσυνάγωγη, αλκοολική, λεσβία, παν-ερωτική, με το χάρισμα να μεταπλάθει σε τέχνη κάθε λεπτομέρεια του βίου, η Τζούνα Μπαρνς άφησε το δικό της ισχυρό αποτύπωμα στη λογοτεχνία. Όχι άδικα τη λάτρεψαν οι μοντερνιστές για την αδιανόητη τόλμη του ύφους της, με τον Τ.Σ. Έλιοτ να αποφασίζει να εκδώσει το εμβληματικό Νυχτοδάσος της το 1936 στον Faber & Faber, γράφοντας μάλιστα την εισαγωγή και κάνοντας ευρέως γνωστή την Αμερικανίδα συγγραφέα στους ευρωπαϊκούς κύκλους. Γεννημένη λίγο πριν από το τέλος του 19ου αιώνα σε μια ξύλινη καλύβα στα βόρεια της Νέας Υόρκης, την οποία είχαν καταλάβει εναλλακτικοί και ελευθεριακοί καλλιτέχνες όπως ο ζωγράφος πατέρας της, η Μπαρνς ανατράφηκε με καλλιτεχνικά ερεθίσματα αντί για απλά παιχνίδια. Η ώριμη ματιά της στα εικαστικά και ένα κύμα από αναφορές σε κάθε επίπεδο καλλιτεχνικού γεγονότος –ποίηση, λογοτεχνία, ακόμα και ιερά κείμενα, τα οποία επίσης διαβάζει ως ποιητικά έργα– διαπερνούν το αδιανόητα πρωτότυπο Νυχτοδάσος που δεν σε αφήνει για μέρες αφότου το έχεις τελειώσει. Και όπως όλα τα αξιοσημείωτα έργα που διαθέτουν έναν ανάλογο ποιητικο-κρυπτικό χαρακτήρα, σου αντιστέκεται σθεναρά. Ίσως είχε δίκιο ο Έλιοτ που έγραφε πως χρειάζεται η επίμονη επαναληπτική ανάγνωσή του για να αντιληφθείς τις κρυφές του χάρες, «το μεγάλο επίτευγμα του ύφους του, την ομορφιά της έκφρασης, τη λαμπρότητα του πνεύματος και των χαρακτηρισμών και μια ατμόσφαιρα φρίκης και ολέθρου που μας φέρνει κοντά στην ελισαβετιανή τραγωδία».


Ενδεχομένως και κοντά στην μπαρόκ πρόσληψη του κόσμου, αφού οι ήρωες του Νυχτοδάσους ψάχνουν εναγωνίως αυτό που τους υπερβαίνει, επικαλούμενοι εκστατικές καταστάσεις σε ένα κείμενο που θάλλει μέσα στον πειραματισμό του μοντερνισμού. Μια τέτοια αντίστιξη συναντά κανείς στην υπερβολική και συνάμα απέριττη πρόζα του Τζέιμς Τζόις, ίσως και στα ενορασιακά μοντερνιστικά παιχνίδια του Ντίλαν Τόμας, και δεν είναι να απορείς που αμφότεροι αγάπησαν την Τζούνα Μπαρνς όσο καμία. Ειδικά ο Ντίλαν Τόμας έλεγε πως ήταν η μόνη από τις τρεις γυναίκες που παραδεχόταν, δημιουργώντας αντιδράσεις μέχρι σήμερα. Με τα χρόνια η Αμερικανίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος μετατράπηκε σε περσόνα, καθώς η ισχυρή της παρουσία στους κύκλους του μεσοπολεμικού Παρισιού ή στον γαλλικό Νότο ως μέλους της περίφημης «Χαμένης Γενιάς» φάνηκε να πρωταγωνιστεί στις καλλιτεχνικές φαντασιώσεις. Αφού συνέβαλε στη διαμόρφωση της φήμης του Γκρίνουιτς Βίλατζ ως ενός τόπου οργιαστικού και καλλιτεχνικού, συνιστώντας αδιαμφισβήτητο μέλος του, την περίοδο του Μεσοπολέμου μετοίκησε στη Γαλλία για να πάρει συνεντεύξεις από κορυφαίους εκπροσώπους του μοντερνισμού. Φορώντας μια μαύρη κάπα, κατεβάζοντας μπουκάλια κρασί και αψέντι και διαθέτοντας ένα βιτριολικό χιούμορ που όλοι τότε παρομοίαζαν με του Όσκαρ Ουάιλντ, έγινε γνωστή στους κύκλους του Παρισιού ως η περιπετειώδης ελευθεριακή ύπαρξη που αγαπούσε τις γυναίκες. Διαβόητη έμεινε και η σχέση της με τη γλύπτρια Θέλμα Γουντ, με τις διαπρύσιες ερωτικές ομολογίες της Νόρα προς τη Ρόμπιν στο βιβλίο να απηχούν κάτι από τις έντονες στιγμές εκείνου του έρωτα. Ίσως γι' αυτό το Νυχτοδάσος εξυμνήθηκε τόσα χρόνια μετά την έκδοσή του ως κομμάτι της περίφημης «λεσβιακής λογοτεχνίας» –αν και το έργο, όπως αντίστοιχα το Ορλάντο της Γουλφ, υπερβαίνει κάθε κατηγορία– και τελικά επανεκδόθηκε το 2007 από τη Faber & Faber, με την Τζάνετ Γουίντερσον να υπογράφει τη σχετική εισαγωγή.

H άκρως ποιητική πρόζα της Μπαρνς δεν έχει τίποτα αμερικανικό και ακόμα και οι στιγμές της γιορτής περισσότερο μοιάζουν με σκηνές της δαντικής κόλασης παρά με εκείνες του Φιτζέραλντ.


Αυτή την εισαγωγή μπορεί κανείς να βρει τώρα στην άρτια έκδοση του Gutenberg από τη σειρά της Aldina, συμπληρωμένη από την αντίστοιχη που έγραψε ο T.Σ. Έλιοτ για την πρώτη έκδοση και το κατατοπιστικότατο επίμετρο της μεταφράστριας Αργυρώς Μαντόγλου, στην οποία οφείλουμε την όμορφη και ακριβή απόδοση του πολυποίκιλτου ύφους της Μπαρνς στα ελληνικά. Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά μιλώντας για το Νυχτοδάσος: «Μικρό σε όγκο, αλλά αριστοτεχνικά γραμμένο, συνεχίζει να προκαλεί με τις τολμηρές υφολογικές επιλογές και τις αμφιλεγόμενες περιγραφές των χαρακτήρων του, τις πολυσημίες, την αβίαστη συγκίνηση και τα θέματά του: το πάθος, την παρακμή, τον έρωτα για άτομα του ίδιου φύλου αλλά και τον έρωτα εν γένει, το μίσος, την πλήξη, αλλά και την αδάμαστη φύση που ελλοχεύει μέσα σε κάθε ανθρώπινο ον και που, κατά κάποιον τρόπο, αυτή αποφασίζει για το πώς και ποιους θα αγαπάμε για λίγο ή για μια ζωή».


Σε κάθε της φράση η Τζούνα Μπαρνς επικαλείται την τύχη, την οποία ορίζει ως μια διαρκή μάχη με το πεπρωμένο ή μια ατέρμονη αντιπαλότητα με την αιωνιότητα, την οποία φαίνεται να χαρίζει μονάχα στην τέχνη ή στις στιγμές του έρωτα. Οι ήρωές της, ο υποτιθέμενος βαρόνος Φέλιξ Φολκμπάιν, η χαμένη βαρόνη Ρόμπιν Βόουτ, την οποία όλοι ερωτεύονται και όλοι αναζητούν, ο γιατρός Μάθιου-Μέγκας-κόκκος-άλατος-Δάντης Ο'Κόνορ και η στωική Νόρα Φλαντ, όλοι μαζί μοιάζουν βγαλμένοι από ένα πολύχρωμο έργο τέχνης, αποτελώντας τις καλοδουλεμένες λεπτομέρειές του. Κάθε στιγμιότυπο από τη ζωή τους, ασήμαντο ή καθοριστικό, συνιστά υψηλό εικαστικό γεγονός με τα χρώματα και τις αντιθέσεις του, τις λεπτές σκιές αλλά και τον μπαρόκ-ροκοκό διάκοσμο τοποθετημένο σε ένα τεράστιο ταμπλό βιβάν που είναι η ίδια η λογοτεχνία. Επίσης, όλοι επιτελούν ρόλους, δεν είναι ποτέ αληθινοί, θυμίζοντας ήρωες της όπερας, στους οποίους παραπέμπει διαρκώς η συγγραφέας.


Όμως, αυτό που ουσιαστικά τους απασχολεί, κατά την Μπαρνς, είναι να βρουν τη μοίρα τους –«σπίτι, πουλί ή άνθρωπο»–, ανακαλύπτοντας διαρκώς ότι είναι χαμένοι σε ένα συμβολικό εσωτερικό νυχτοδάσος: «Δεν είμαστε παρά κουφάρια στον άνεμο, με τους μυς μας σφιγμένους μπροστά στη θνητότητα. Μας παίρνει ο ύπνος μέσα στην ατέρμονη σκόνη που επικάθεται στο σαρκίο μας. Είμαστε βυθισμένοι μέσα στα ονόματα που δίνουμε στη δυστυχία μας. Ζωή, το λιβάδι όπου η νύχτα βόσκει να αναμασά το χορτάρι που θρέφει την απόγνωσή μας. Ζωή, το δικαίωμα να γνωρίσουμε τον θάνατο. Δημιουργηθήκαμε μόνο και μόνο για να μπορέσει η γη να μάθει τις απάνθρωπες προτιμήσεις της και αγαπάμε μόνο και μόνο για να γίνει το σώμα μας τόσο πολύτιμο, ώστε ακόμα και η γη να βογκάει όταν το υποδέχεται. Μάλιστα, εμείς που ξεχειλίζουμε από θλίψη πρέπει να κοιτάζουμε γύρω μας προσεκτικά, να αμφιβάλλουμε για όσα βλέπουμε, για όσα γίνονται και λέγονται, επειδή ξέρουμε μονάχα το όνομά τους και όχι την πεμπτουσία τους».

Επομένως, η αφρώδης ψευδαίσθηση της ματαιότητας, τα πάρτι, οι συνευρέσεις, οι ευκαιριακοί εναγκαλισμοί, δεν είναι ποτέ ικανά να κρύψουν την αγωνία γι' αυτό που υπάρχει πίσω από το γέλιο, «το δεύτερο κέλυφος κάτω από το οποίο κρύβεται ο απροστάτευτος άνθρωπος», που δεν είναι άλλο από το διαρκές άγχος του θανάτου. Παραδόξως η άκρως ποιητική πρόζα της Μπαρνς δεν έχει τίποτα αμερικανικό και ακόμα και οι στιγμές της γιορτής περισσότερο μοιάζουν με σκηνές της δαντικής κόλασης παρά με εκείνες του Φιτζέραλντ. Το Παρίσι των έντονων αντιθέσεων και η Βιέννη στην αριστοκρατική της αιχμή και όχι στο μοντερνιστικό της κλέος, με τα παλάτια της ή τους αυτοκρατορικούς κήπους, δεσπόζουν παντού στο βιβλίο ως το κατεξοχήν ταμπλό βιβάν του ψευτοβαρόνου πρωταγωνιστή της και ως απόδειξη πως «η ανάμνηση του παρελθόντος είναι το μοναδικό μας μέλλον», υπογραμμίζοντας πως ακόμα και οι βασιλιάδες και οι σπουδαίες προσωπικότητες, όπως η Αικατερίνη η Μεγάλη, ουρούσαν στους θρόνους των αντιπάλων τους και κυλιόντουσαν στη λάσπη. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα του χαρακτήρα.

Αυτό που συνδέει τους ετερόκλητους πρωταγωνιστές της Μπαρνς είναι ότι ακόμα και την πιο ιταμή στιγμή δεν στερούνται τη χαμένη μεγαλοπρέπεια την οποία η Μπαρνς καταφανώς αναζητά σε κάθε φευγαλέα λεπτομέρεια. Δεν την απασχολεί οτιδήποτε θα γινόταν αφορμή να καταργηθεί η ποιητικότητα και σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να ταυτιστεί με την τριταγωνίστριά της Τζένη Πεθερμπρίντζ, η οποία επιθυμούσε «να γίνει η αφορμή όλων των γεγονότων κι έτσι κατέληγε να μην είναι η αιτία για το τίποτα» και «ήταν ειδική στις υπερβολικά γλυκές φράσεις και στις υπερβολικά σφιχτές αγκαλιές». Τα είχε δει αυτά η Μπαρνς στα διάσημα καλλιτεχνικά στέκια και τις βαρετές συναναστροφές, ήξερε πόσο καταστροφικά μπορούν να αποβούν για τη λογοτεχνία. Γιατί η ουσιαστική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ακρίβεια και στην υπερβολή, στην επίφαση και στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να είναι παρά η υψηλή τέχνη και η εικαστική λειτουργία, οι αρχαίοι μύθοι με τη μεταφορική τους διάσταση, η ποίηση με τους άγραφους κανόνες της. Εκεί λειτουργούν όλες οι αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν τους πρωταγωνιστές της Τζούνα Μπαρνς, οι οποίοι μπορεί να ψεύδονται καταφανώς στις αφηγήσεις τους, αλλά είναι πραγματικά ικανοί να νιώσουν βαθιά συγκίνηση, μπορεί να φαίνονται άνθρωποι του λόγου, αλλά ενίοτε διαθέτουν βαθιά ενσυναίσθηση, όπως το alter ego της, η Νόρα, για την οποία γράφει πως «υπήρχε μια παραφροσύνη στην ισορροπία της, η οποία τη διατηρούσε απρόσβλητη από την ίδια της την πτώση» – και θαρρείς πως περιγράφει τον ίδιο της τον εαυτό.


Ικανοί κόλακες, αποτυχημένοι γονείς, χαμένοι εραστές, τελικά αυτό που όλοι αναζητούν μέσα στην ιερή τους παραφροσύνη είναι η αγάπη. «Προσκολληθήκαμε στη ζωή με τον τελευταίο μυ που μας έχει απομείνει... την καρδιά» γράφει η Μπαρνς, για να τονίσει ότι το χαμένο νόημα κάθε αρχέγονης πράξης και η πραγματική κινητήρια δύναμή της, εκτός από τη μοίρα, είναι η αγάπη, γράφοντας έναν από τους πιο όμορφους μονολόγους στην ιστορία της λογοτεχνίας: «Η αγάπη γίνεται ο χώρος όπου φυλάσσεται η καρδιά, ανάλογος, από κάθε άποψη, με τα "ευρήματα" ενός τάφου. Όπως σε έναν τάφο χαρτογραφείται το σημείο που καταλαμβάνουν το σώμα, τα ρούχα, τα χρειώδη σκεύη για την άλλη ζωή, έτσι και στην καρδιά του αγαπημένου θα χαρτογραφηθεί η ανεξίτηλη σκιά εκείνου που αγαπά. Στην καρδιά της Νόρας υπήρχε το απολίθωμα της Ρόμπιν, η σφραγίδα της ταυτότητάς της και γύρω της, για να συντηρηθεί, έρρεε το αίμα της Νόρας. Συνεπώς το σώμα της Ρόμπιν δεν θα ξέμενε ποτέ από αγάπη, ποτέ δεν θα φθειρόταν ούτε θα παραμεριζόταν. Η Ρόμπιν τώρα βρισκόταν πέρα από τις μεταβολές που επιφέρει ο χρόνος, εκτός από τις μεταβολές του αίματος που της έδινε ζωή. Με τη σκέψη πως εκείνο το αίμα θα μπορούσε να χυθεί, η Νόρα εναγωνίως σταθεροποιούσε τη ρευστή εικόνα της Ρόμπιν στο μυαλό της – η Ρόμπιν μόνη της να διασχίζει τους δρόμους, να κινδυνεύει. Της έγινε έμμονη ιδέα και ο φόβος της έκανε τη Ρόμπιν να φαντάζει γιγάντια, να γίνεται δύο πόλοι που έλκυαν όλες τις καταστροφές, μαγνήτιζαν όλες τις δυσκολίες: η Νόρα ξυπνούσε από τον ύπνο ουρλιάζοντας, ανακαλώντας τη δίνη των εφιαλτών που η ανησυχία της την είχε βυθίσει, συμπαρασύροντας και το σώμα της Ρόμπιν εκεί κάτω, όπως τα επίγεια πλάσματα παρασύρουν ένα πτώμα κάτω από το χώμα, ενώ αυτό προβάλλει ελάχιστη αντίσταση, αφήνοντας πάνω στο χορτάρι σχήματα, λες και κατά τη διάρκεια της κατάβασής τους ταυτόχρονα κεντούν».

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

 

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Παλατινή Ανθολογία: H ελληνική ποίηση που φώτισε τον κόσμο

Βιβλίο / Παλατινή Ανθολογία: H ελληνική ποίηση που φώτισε τον κόσμο

Γεγονός συνιστά η επανέκδοση της εμβληματικής μετάφρασης των ποιημάτων της «Παλατινής Ανθολογίας» από τον Ανδρέα Λεντάκη και τις εκδόσεις Gutenberg, για να μας θυμίσει το μεγαλείο των ελληνικών επιγραμμάτων από την αρχαιοελληνική, την αλεξανδρινή και τη βυζαντινή περίοδο.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Δυο βιβλία μικρής φόρμας βάζουν το εξωφρενικό ελληνικό σύμπαν στο μικροσκόπιο

Βιβλίο / Δυο βιβλία μικρής φόρμας βάζουν το εξωφρενικό ελληνικό σύμπαν στο μικροσκόπιο

Οι εκδόσεις Νεφέλη προσφέρουν πλέον μια συνεκτική πρόταση για το τι σημαίνει μικρή φόρμα στην Ελλάδα με δυνατούς συγγραφείς: μετά τον Γιάννη Παλαβό, ξεχωρίζουν τα διηγήματα του Πάνου Τσίρου «Η μοναξιά των σκύλων» και τη νουβέλα «Φιλελλήνων» της Βίκυς Τσελεπίδου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ