Οι Σκουριές και η ύβρις. Του Θωμά Κοροβίνη

Οι Σκουριές και η ύβρις. Του Θωμά Κοροβίνη Facebook Twitter
SOOC
0

–στον Γιάννη Μακριδάκη-

Με φύτεψαν αιώνες πριν αλογάριαστους χθόνιοι θεοί. Ούτε από πατρικό χάδι ξέρω, ούτε από μητρική στοργή. Έτσι ορφανό κι ολομόναχο πορεύτηκα μέσα στο χρόνο. Πάντα περήφανο κι αγέρωχο και φορτωμένο μπερεκέτια ατέλειωτα που χόρτασαν λαούς και λαούς.

Οι πιο κοντινοί μου γείτονες είναι οι ουράνιοι θεοί. Εκείνοι ορίζανε παλιά τα πεπρωμένα μου. Όποτε μου ’κλειναν το μάτι, με φώτιζαν ολόκορμο και μ’ έκαναν ν’ αστράφτω. Όταν είχαν σεκλέτια, με φυλάκιζαν σε καταχνιά απροσπέλαστη. Άλλοτε μ’ έλουζαν με καταρράκτες νερού κι άλλοτε ξεφλούδιζε τη σάρκα μου ο ήλιος κι έμενα φαλακρό κι ολοτσίτσιδο να με δέρνουν τα ξεροβόρια. 


Προτού να φτιάξουν τις πολιτείες οι άνθρωποι, δεν κοτούσαν να με ζυγώσουν, γιατί με λογάριαζαν κι εμένα σαν ένα μικρό αυτεξούσιο και κραταιό θεό. Κι επειδή τους κερνούσα σπάταλα τα δώρα μου, έδιναν ισόβιους όρκους πίστης και σεβασμού ότι ποτέ δε θα με πειράξουν και θα με προστατεύουν σαν ό, τι πιο ιερό στον κόσμο. 


Με τον καιρό, όταν ξεκίνησαν οι μεγάλες φατρίες να μάχονται για την κυριαρχία της γης, οι ταπεινές φυλές εύρισκαν καταφύγιο στις κατωφέρειες, σε απόκρημνες σπηλιές, σε ευρύχωρα λαγούμια και σε απρόσιτες σκάφες στα ριζά μου. Άρχισαν να χτίζουν κατοικίες με πρώτη ύλη απ’ τις δεντρόφυτες πλαγιές μου και φερτή ύλη απ’ τα αστείρευτα ποτάμια μου. 

Τα λημέρια μου πατήθηκαν, οι στέρνες μου μαγαρίστηκαν, οι χείμαρροί μου πήραν να στερεύουν. Οι δρακόλιμνες που βασίλευαν στα οροπέδιά μου φαρμακώθηκαν. Οι καστανιές μου έγιναν έπιπλα για τα σπίτια, τα πλατάνια μου μαδέρια για πλωτά σκάφη


Οι κρυστάλλινες πηγές μου, γάργαρες και κελαρυστές, μιλούσαν και τραγουδούσαν πιο όμορφα απ’ τους ανθρώπους. Σε μια τέτοια πηγή βάφτισε η Θέτις τον μοναχογιό της, στο νερό της τ’ αθάνατο, κρατώντας τον αψήφιστα απ’ τη φτέρνα. Τα ξωτικά κι οι νεράιδες δε μ’ άφησαν ποτέ τις νύχτες της ερημιάς μου ασυντρόφιαστο και τα φεγγάρια, πότε στη χάση, πότε στη φέξη τους, μου ’στελναν στα όνειρά μου τα φιλιά τους και με κρατούσαν σ’ έναν οίστρο ερωτικό. 


Σιγά σιγά κάποιες φυλές που τις κουμαντάριζαν η αψάδα κι η αχορταγιά μπήκαν στον πειρασμό ν’ ανεβούν πιο ψηλά, να ανακαλύψουν όλα μου τα μυστήρια και να με φτάσουν ως την κορφή. Στην αρχή τρυγούσαν τα φρούτα και ξερίζωναν τα χόρτα μου. Κυνηγούσαν τα ωραία μου ζαρκάδια, τις αλεπούδες και τους σκαντζόχοιρους. Οι αρκούδες μου χτυπήθηκαν στις νεροφαγιές σκύβοντας να ξεδιψάσουν, τα τομάρια τους γδάρθηκαν για να γίνουν ζεστές φορεσιές. Ύστερα τους μιμήθηκαν κι άλλοι, που απέκτησαν τα χούγια τους κι αποθρασύνθηκαν. Τα λημέρια μου πατήθηκαν, οι στέρνες μου μαγαρίστηκαν, οι χείμαρροί μου πήραν να στερεύουν. Οι δρακόλιμνες που βασίλευαν στα οροπέδιά μου φαρμακώθηκαν. Οι καστανιές μου έγιναν έπιπλα για τα σπίτια, τα πλατάνια μου μαδέρια για πλωτά σκάφη, οι οξιές μου μανίκια για κιθαρομπούζουκα. Τα τορνευτά πλευρά μου πελεκήθηκαν, λαξεύτηκαν άτσαλα και μεταμορφώθηκαν σε άγαρμπα νταμάρια. Έχωναν μπαρούτι σε φουρνέλα και τρυπούσαν την ραχοκοκαλιά μου ως το μεδούλι μου. Ποτέ τους δεν αναρωτήθηκαν πως άντεξα σε τόσο πόνο! Όλες αυτές οι πηγές που στάζουν απ’ το σώμα μου είναι οι παλιές μου πληγές που δεν κλείνουν!


Έβαλα μεράκι βαθύ και μ’ έπαιρνε κάθε τόσο το παράπονο. Πώς να τα βγάλω πέρα με τις άπληστες ορδές των απογόνων εκείνων των πρωτανθρώπων που οι καινούριοι τους έλεγαν άγριους, οι αγριάνθρωποι, και που όταν έκαναν και καμιά ζημιά οι καψεροί, την έκαναν για να παλέψουν με τις μάστιγες των καιρών εκείνων, των τόσο μακρινών, που οι νέοι άνθρωποι με τα εξελιγμένα εργαλεία τους, όσο και να μελετούν, δε θα μπορέσουν να φτάσουν ποτέ στην αρχική φύτρα της γέννησής τους. 

Είμαι ένα απροστάτευτο κι ανυπεράσπιστο βουνό· ένας πανάρχαιος θεός που του έκλεψαν τη δύναμη. Εγώ, που δε με βούλιαξε ούτε ο πιο άγριος κατακλυσμός, δε με γκρέμισε ο πιο θυμωμένος σεισμός, δε μ’ έλιωσε η πιο καυτή ηλιαχτίδα, δε με πλάνεψε το πιο ωραίο φεγγάρι, πάντα κρατούσα βαθιά στα σωθικά μου κάποιο μυστικό αφανέρωτο: το χρυσάφι της γης, σ’ αδιάβατα μονοπάτια. Μα τα πατήσανε κι αυτά, έσκαψαν κι έφτασαν μέσα στα έγκατά μου και βάλθηκαν να ξεπατώσουν τη μαλαματένια μου μήτρα, ν’ αρπάξουν το χρυσάφι μου, που είναι για μένα ίδιο, όπως η λάσπη στον πυθμένα των ποταμών μου. 


Δε ζητώ να εκδικηθώ τον άνθρωπο, ούτε εύχομαι να γυρίσει σ’ εκείνα τα πρώτα πρώτα χρόνια που ροβολούσε τις καταρραχιές μου ολόγυμνος και λυσσασμένος απ’ την πείνα. Μα ας σταθεί ως εδώ και ας μ’ αφήσει στη γαλήνη μου, να ξαναγεμίσω δώρα κι ομορφιές, να ζήσω όπως μου έλαχε, όπως μου δόθηκε απ’ τη φύση. Αλλιώς, -ποιος ξέρει!- ίσως και να ήρθε η ώρα της ιερής αράς! Η ώρα του γδικιωμού λόγω της υψίστης Ύβρεως! Όχι από μένα, η μάνα-φύση είναι πιο δυνατή κι από μένα κι απ’ όλα τα πλάσματα. Ο άνθρωπος, που αποδείχτηκε αχάριστος, μπορεί και να ’ναι μόνο ένα καπρίτσιο της κι εκείνη τώρα πια, με τον πόλεμο που της άνοιξε, να το ’ χει μετανιώσει και να τον τσακίσει για πάντα.

Από την συλλογή αφηγημάτων μου Τι πάθος ατελείωτο, εκδ. ΑΓΡΑ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η Σύλβια Πλαθ έλεγε την αλήθεια της, και τη διεκδικούσε

Το Πίσω Ράφι / Η Σύλβια Πλαθ μετέτρεψε το προσωπικό της τραύμα σε ποιητικό υλικό

Στην αποκατεστημένη έκδοση της εμβληματικής συλλογής «Άριελ» η Αμερικανίδα ποιήτρια μιλά για θέματα όπως ο θάνατος, η αυτοκαταστροφή, η γυναικεία ταυτότητα, η μητρότητα, η πατρική εξουσία, η οργή, η ερωτική προδοσία, κι όλα αυτά σε μια γλώσσα που βγάζει σπίθες, κοφτή, πυκνή, επιθετική, με βίαιες εικόνες και απροσδόκητες μεταφορές.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Μαγειρεύοντας για τους δικτάτορες

Βιβλίο / Τι τρώνε οι δικτάτορες; Ένα βιβλίο γράφει την ιστορία της όρεξής τους

Ταξιδεύοντας σε τέσσερις ηπείρους για τέσσερα χρόνια, ο Βίτολντ Σαμπουόφσκι εντόπισε τους πιο ασυνήθιστους μάγειρες του κόσμου, καταγράφοντας κομβικές στιγμές της ιστορίας του 20ού αιώνα μέσα από το φαγητό.
M. HULOT
Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Βιβλίο / Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Το βιβλίο «Με τους Ευρωπαίους περιηγητές στα χαμάμ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» φωτίζει όψεις αυτών των χώρων, τους ανθρώπους που σύχναζαν εκεί και τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν, όπως και τον ρόλο τους στη ζωή της Ανατολής.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Στα «Νέα» μου έλεγαν: «Πότε θα φύγεις για να πάρουμε αύξηση;»

Συνέντευξη / Μικέλα Χαρτουλάρη: «Στα ΝEA με ρωτούσαν πότε θα φύγω για να πάρουν αύξηση»

Από τις χρυσές εποχές των εφημερίδων και τις «Κεραίες της εποχής μας» έως το «Βιβλιοδρόμιο», τις συγκρούσεις, το μπούλινγκ και την έξοδο από τα «Νέα», η Μικέλα Χαρτουλάρη μιλά για τη δημοσιογραφία ως στάση ζωής, για την αριστερά, την εξουσία καθώς και για όλα όσα δεν συγχωρεί και δεν ξεχνά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Δεσποτικό: το ιερό του Απόλλωνα αλλάζει τον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων

Βιβλίο / Δεσποτικό: το ιερό του Απόλλωνα αλλάζει τον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων

Απέναντι από την Αντίπαρο, ένα ακατοίκητο νησί φέρνει σταδιακά στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαϊκά ιερά του Αιγαίου. Το νέο λεύκωμα «Δεσποτικό. Φωτογραφίες και ιστορίες» συμπυκνώνει περισσότερα από είκοσι χρόνια συστηματικής ανασκαφικής έρευνας και αναστήλωσης.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
«Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Βιβλίο / «Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Πόση Ρώμη υπάρχει ακόμη στην Ευρώπη, την Εγγύς Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την Ελλάδα; Ο μεταφραστής και επιμελητής της ελληνικής έκδοσης της «Ρωμαϊκής Ιστορίας», Σωτήρης Μετεβελής, μιλά για τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία του αρχαίου κόσμου και την κληρονομιά που άφησε πίσω της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Λονγκ Άιλαντ»του Κολμ Τομπίν: Μυστικά και ψέματα στην Ιρλανδία του '70

The Review / «Λονγκ Άιλαντ»: Ένα ακόμα συναρπαστικό βιβλίο από τον Κολμ Τομπίν;

Ο μεγάλος Ιρλανδός συγγραφέας γράφει ένα σίκουελ του μυθιστορήματός του «Μπρούκλιν», γνωστού και από την πολύ καλή κινηματογραφική του μεταφορά. Η Βένα Γεωργακοπούλου και ο αρχισυντάκτης του πολιτιστικού τμήματος της «Καθημερινής», Σάκης Ιωαννίδης, συζητούν για το βιβλίο.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ