Με τον Παύλο Παυλίδη στο στούντιό του

Με τον Παύλο Παυλίδη στο στούντιό του Facebook Twitter
Άγριο νιάτο, πανκιό, βούτηξε με βουλιμία στο underground, όπως τα είδωλά του, αλλά δεν «κάηκε σαν τα ρωμαϊκά κεριά», γιατί εξελίχθηκε, μετουσίωσε το ταλέντο, τις εμπειρίες του και τα ακούσματά του σε «μεγάλες» μελωδίες, σε κινηματογραφικούς στίχους, σε αριστουργηματικά τραγούδια. Φωτό.: Στάθης Μαμαλάκης / LIFO
0


ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ ΤΟΥ στούντιο, κρυμμένο στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας στη Νέα Σμύρνη, ο Παύλος Παυλίδης πίνει ουίσκι από ένα σφηνάκι, ακούγοντας τις τελευταίες ηχογραφήσεις που έκανε με την μπάντα του, τους B-Movies, πριν από λίγες ημέρες στην Ξεσσαλονίκη. («Σκέψου ότι αυτό που ακούς είναι γραμμένο λάιβ. Μας έκατσε τέλεια και μάλλον θα κρατήσουμε πολλά κομμάτια έτσι».) Η Μέλι, ένα West Highland White Terrier, κυκλοφορεί ανάμεσα στο σταντ με τις κιθάρες και κάτω από τον πάγκο με την κονσόλα και τους υπολογιστές, με ένα λούτρινο κουνέλι στο στόμα. Σε μια γωνιά του δωματίου, μια σανίδα του snowboard που του χάρισε κάποιος ύστερα από μια συναυλία σ’ ένα σαλέ στο Σέλι, παρόλο που ο Παύλος δεν κάνει snowboard και ούτε πρόκειται να κάνει, μάλλον.

Άγριο νιάτο, πανκιό, βούτηξε με βουλιμία στο underground, όπως τα είδωλά του, αλλά δεν «κάηκε σαν τα ρωμαϊκά κεριά», γιατί εξελίχθηκε, μετουσίωσε το ταλέντο, τις εμπειρίες του και τα ακούσματά του σε «μεγάλες» μελωδίες, σε κινηματογραφικούς στίχους, σε αριστουργηματικά τραγούδια

Έχει στο πρόσωπό του καταγεγραμμένη την εμπειρία μιας ξέφρενης διαδρομής 28 χρόνων στο highway της ελληνικής μουσικής, από τα υπόγεια στούντιο της Βέροιας (όπου το 1984 έπαιζε κιθάρα στους Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας), στα θρυλικά κλαμπ της Θεσσαλονίκης (με την ίδια μπάντα, αναβαπτισμένοι αρχικά ως Λεγεώνα των Ξένων και ύστερα ως Μωρά στη Φωτιά), στους χρυσούς δίσκους με τα Ξύλινα Σπαθιά, στην εμφάνισή τους ως support στους Rolling Stones τον Σεπτέμβρη του 1998 μπροστά σε 80.000 θεατές («Η εμπειρία στο Ολυμπιακό Στάδιο με τους Stones ξεπερνούσε τη φαντασία. Ήταν σαν να είχαμε βρεθεί σε διαστημόπλοιο. Εξερευνούσαμε το τριώροφο πάλκο, δούλευαν εκατοντάδες άνθρωποι που δεν φαινόντουσαν πουθενά προς έξω, οι τεχνικοί μάς φερόντουσαν με ευγένεια - σαν παραμύθι. Χαίρομαι που το έζησα»), μέχρι τη σόλο καριέρα που τον καθιέρωσε ως έναν από τους σπουδαιότερους μουσικούς στην Ελλάδα.

Άγριο νιάτο, πανκιό, βούτηξε με βουλιμία στο underground, όπως τα είδωλά του, αλλά δεν «κάηκε σαν τα ρωμαϊκά κεριά», γιατί εξελίχθηκε, μετουσίωσε το ταλέντο, τις εμπειρίες του και τα ακούσματά του σε «μεγάλες» μελωδίες, σε κινηματογραφικούς στίχους, σε αριστουργηματικά τραγούδια. Έχει ένα βλέμμα μιας καθησυχαστικής ευφορίας (θα γίνει και πατέρας σε δύο μήνες), κάτι που αντανακλάται στα σόλο κομμάτια του. Μελωδικές, ονειρικές συνθέσεις κοντά στην αντίστοιχη αμερικανική τραγουδοποιία και στίχοι όπως «Την πρώτη φορά ήταν σαν να ‘χε αρπάξει φωτιά / κάπου μέσα βαθιά κάτι μες στην ψυχή μου / Κοιτούσα τις φλόγες κι αυτόν τον αέρα μακριά / ν’ αλλάζει αργά τις σκιές της ερήμου» από την υπέροχη «Λευκή Καταιγίδα».

Μου αρέσει πάντα πώς «κρατάει» τα σύμφωνα όταν τραγουδάει. Τα «μι» και τα «κάππα» του, σαν να υπάρχει ένα σημείο στίξης μέσα στις λέξεις, σαν κάποιος να πατάει για μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου το mute στο κανάλι του μικροφώνου του. Ακούμε μερικά από τα καινούργια του κομμάτια, όπως το «Όσο ο αέρας» και το «Τις περισσότερες φορές», ίσως το πιο ωραίο κομμάτι που έχει γράψει ποτέ: ένα μινιμαλιστικό, ρομαντικό κομψοτέχνημα. «Η Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του ‘80 είχε δύο πρόσωπα για μένα. Το ένα ήταν σκληρό γιατί έπρεπε να επιβιώσω σε μια πόλη, όπου είχα εγκαταλείψει αμέσως τον ρόλο του φοιτητή και τα προνόμια που τον ακολουθούσαν, και το άλλο ήταν ξένοιαστο και περιπετειώδες, με όλη την τρέλα και την ορμή της ηλικίας. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι τα κατάφερνα από καθαρή απερισκεψία. Καινούργιες μουσικές, πολλές πρόβες, καινούργιος τρόπος ζωής. Ήταν για μένα όλα στο κόκκινο, μια και τα βράδια δεν επέστρεφα στο πατρικό μου, αλλά στο αυτοσχέδιο προβάδικο που είχαμε φτιάξει στα Λαδάδικα, μια περιοχή που τότε δεν ήταν κοσμική πιάτσα, όπως τώρα, άλλα μάλλον κακόφημη κι επικίνδυνη. Το να παίζεις ελληνόφωνο ροκ έμοιαζε με γοητευτικό αδιέξοδο. Η πόλη τότε έμοιαζε να είναι το Σιάτλ της Ελλάδας». Γύρω στο 1990 θα πάει στο Παρίσι για τρία περίπου χρόνια.

«Το ταξίδι στο Παρίσι ήταν βουτιά στο κενό. Γνώρισα τον Νίκο τον Καντάρη που με στήριξε και πίστεψε σε μένα. Εκεί άρχισε ένας κύκλος πολύ δημιουργικός, που κατέληξε στα Ξύλινα Σπαθιά. Η πρώτη μας συναυλία στον Μύλο ήταν που μας έκανε να καταλάβουμε ότι έχουν αλλάξει τα πράγματα και ότι υπήρχε κάποια προοπτική. Η παρουσία του κόσμου ήταν σαν ευνοϊκός άνεμος. Ακόμα είναι πολύ συγκινητικό...». «Αν ο Παυλίδης το 1993, αφήνοντας πίσω του την τρίχρονη παριζιάνικη φιλοξενία, αποφάσιζε να εγκατασταθεί στo Πάλμα ντε Μαγιόρκα ή ακόμη και στη Βαρκελώνη ή τη Βαλένθια, θα συναλλασσόταν με πεσέτες, δεν θα ‘πινε μονάχα λουλούδια από καιρό πεθαμένα και θα ‘χε σχηματίσει τους Espadas de Μadera και όχι τα Ξύλινα Σπαθιά. Αν έτσι είχε γραφτεί τότε η ιστορία, στη χώρα μας τα playlists των ραδιοφωνικών εκπομπών και τα πικάπ των ροκ στεκιών θα είχαν στερηθεί πολλά κορυφαία τραγούδια», διαβάζω σε ένα βιογραφικό του στο ίντερνετ. Μια τόσο μεγάλη αλήθεια, μια τόσο εύστοχη διαπίστωση.

Ο Παυλίδης βρέθηκε, μετά την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ των Σπαθιών (Ξεσσαλονίκη, 1993), στο μάτι του κυκλώνα του ελληνόφωνου ροκ που τότε, μαζί με τις Τρύπες, τα Διάφανα Κρίνα, τη Λευκή Συμφωνία και τους άλλους σάρωνε τα πάντα στο περασμά του. Ο «Βασιλιάς της Σκόνης» και η «Αδρεναλίνη» έγιναν μεγάλα χιτ, το «Λιωμένο Παγωτό» (από το «Πέρα απ’ τις πόλεις της ασφάλτου» του 1995) εισχώρησε βαθια στους πόρους του playlist των ελληνάδικων, που τότε ύψωναν τη σημαία της κιτς διασκέδασης σε όλη τη χώρα (δεν θέλω καν να τον ρωτήσω γι’ αυτό, φαντάζομαι ότι το σιχαίνεται πια το κομμάτι, όπως οι Radiohead το «Creep», όπως οι περισσότερες σοβαρές μπάντες το radio/club darling κομμάτι τους). Τώρα μοιάζει να τα έχει αφήσει πίσω του όλα αυτά.

Έχει καταβυθιστεί στην ουσία της ωριμότητάς του, μου μιλάει παθιασμένα για έναν δίσκο του Jun Miyake. «Είναι ένας Γιαπωνέζος που ζει και δουλεύει στο Παρίσι, έχει ένα εντεκαμελές συγκρότημα και συμμετέχει σε τζαζ φεστιβάλ κυρίως. Έχει κάνει έναν φοβερό δίσκο με αρκετές μποσανόβες, μεταξύ άλλων, και νομίζω πως λέγεται “Stolen from Strangers”. Aξίζει κανείς να το ακούσει». Και από την άλλη, ο Παυλίδης επιστρέφει εκεί, στις ρίζες του, στη Θεσσαλονική-Ξεσσαλονίκη, κάνει πρόβες ακόμα στο παλιό κτίριο στα Λαδάδικα, εκεί όπου γράφεται ακόμα η underground μουσική ιστορία της πόλης. «Είναι ένα ακόμα από αυτά τα κτίρια που στεγάζουν βιοτεχνίες και γραφεία το πρωί και το βράδυ αδειάζουν, και εκεί, με στοιχειώδη μόνωση, τα γκρουπ της πόλης προβάρουν μέχρι το πρωί. Παίζεις, ας πούμε, εσύ και ακούς από τα διπλανά δωμάτια, από τους πάνω και κάτω ορόφους, διάφορες μουσικές. Είναι τρομερή η ελευθεριάζουσα αυτή αίσθηση».

Ο Παύλος δεν μιλάει πολύ. Μόνο ακούει στωικά και φτιάχνει στο μυαλό του εικόνες και ιστορίες που το βράδυ, πριν κοιμηθεί, θα γίνουν στίχοι, ενώ η Μέλι θα τρέχει στα πόδια του μ’ ένα κουνέλι στο στόμα κι εκείνος θα πίνει σκωτσέζικο ουίσκι από ένα σφηνάκι. Κάπως έτσι τα έκανε όλα πάντα. Κάπως έτσι τα κάνει και τώρα. Respect

Μουσική
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Παύλος Παυλίδης: «Δεν ξέρω αν τελικά θα σώσει τον κόσμο η ομορφιά, θέλω όμως να την εμπιστευτώ»

Μουσική / Παύλος Παυλίδης: «Δεν ξέρω αν τελικά θα σώσει τον κόσμο η ομορφιά, θέλω όμως να την εμπιστευτώ»

Με αφορμή την εμφάνισή του στο φετινό Release Athens, ο δημοφιλής τραγουδοποιός μιλά στη LiFΟ για το νέο του άλμπουμ «Μπρανκαλεόνε», για την ποίηση, την τραπ και τον ΛΕΞ, τις ευκαιρίες που δίνει στους ανθρώπους, καθώς και για την ωμή, απρόκλητη βία που τον οδήγησε να γράψει το τραγούδι «Ένα αλλιώτικο παιδάκι» για τον Ζακ Κωστόπουλο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Παύλος Παυλίδης, μουσικός

Οι Αθηναίοι / Παύλος Παυλίδης: «Kάποιος πιτσιρικάς φτιάχνει τώρα κάτι στο δωμάτιό του, που θα μας αφήσει άφωνους»

Μωρά στη φωτιά, Ξύλινα Σπαθιά, B Movies, μια αξιοζήλευτη πορεία στο ελληνικό τραγούδι: Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του υλικού, ο Παύλος Παυλίδης αυτοβιογραφείται στη LiFO.
M. HULOT

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Παναγιώτης Κουνάδης

Οι Αθηναίοι / Παναγιώτης Κουνάδης: «Η Μπέλλου ήταν μάγκας. Ο Τσιτσάνης, θεός»

Από τη μεταπολεμική Νέα Φιλαδέλφεια μέχρι τις πολύτιμες παρέες των ρεμπετών, η διαδρομή του είναι ταυτισμένη με την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Δημιούργησε ένα μοναδικό αρχείο 10.000 δίσκων, διασώζοντας έναν ολόκληρο κόσμο που χανόταν. Ο ερευνητής και μελετητής της ελληνικής μουσικής, Παναγιώτης Κουνάδης, αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Χάρις Αλεξίου

Οι Αθηναίοι / Χάρις Αλεξίου: «Ένα καθαρό σπίτι θέλω να είμαι, γεμάτο ζωή και αίσθημα»

Από το δημοτικό τραγούδι, στο «Δι' ευχών», στην «Οδό Νεφέλης», ως τις μεγάλες περιοδείες στην άκρη του κόσμου, η φωνή της δεν άφησε κανέναν ασυγκίνητο. Κι αν σήμερα την έχει κερδίσει το θέατρο και η τηλεόραση, αυτό δεν αλλάζει ούτε στο ελάχιστο την ιστορία που έχει γράψει στο ελληνικό τραγούδι. Η Χάρις Αλεξίου αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
M. HULOT
Argonauts: DJ set σε πρωτότυπα μέρη με ιστορία σε όλη την Ελλάδα

Μουσική / Οι Argonauts κάνουν live sessions στα πιο όμορφα μέρη της Ελλάδας

Ο Nicholas Vibes έφτιαξε ένα πρότζεκτ μοναδικό στην Ευρώπη. Στόχος του είναι να αναδείξει την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας μέσα από την ηλεκτρονική μουσική, και να οργανώσει ένα μεγάλο event στην Ακρόπολη.
M. HULOT
Ντίσκο εκ του ασφαλούς από τον Χάρι Στάιλς

Μουσική / Ο νέος Χάρι Στάιλς δεν είναι κακός, είναι απλώς βαρετός

«Τα περισσότερα tracks στο "Kiss all the time. Disco, occasionally" κυλούν χλιαρά, εγκλωβισμένα σε μια ευγενική, σχεδόν υπνωτιστική μετριοπάθεια. Τίποτα δεν είναι πραγματικά κακό, αλλά τίποτα δεν είναι και αρκετά καλό και αξιομνημόνευτο»
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Γιώργος Κατσαρός: Ένας ρεμπέτης, φαινόμενο μνήμης και αντοχής

Ντοκιμαντέρ / Γιώργος Κατσαρός: Ένας ρεμπέτης, φαινόμενο μνήμης και αντοχής

Το ντοκιμαντέρ «Στην Αμερική σαν πήγα» των Αργύρη Θέου και Άγγελου Κοβότσου αφηγείται τη συναρπαστική ιστορία του Έλληνα μουσικού και παράλληλα την ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού και συνολικά των Ελλήνων μεταναστών και της ομογένειας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ