Ο James Ellroy δεν έχει υπολογιστή. Δεν έχει κινητό. Δεν έχει στείλει ποτέ email. Δεν ξέρει καν πώς να ανοίξει την τηλεόραση της πρώην συζύγου του.
Για έναν συγγραφέα που έχει χτίσει ολόκληρη μυθολογία γύρω από το σκοτεινό, βρώμικο, παρανοϊκό Λος Άντζελες του 20ού αιώνα, αυτό δεν μοιάζει απλώς με ιδιοτροπία. Μοιάζει σχεδόν με δήλωση πολέμου. Στα 78 του, ο δημιουργός του L.A. Confidential και της Μαύρης Ντάλιας συνεχίζει να ζει έξω από την ψηφιακή καθημερινότητα, κρατώντας σχεδόν εχθρική σχέση με τον κόσμο των οθονών.
«Μου φαίνεται σατανική η εξάρτηση που έχουν οι άνθρωποι από τους υπολογιστές», λέει στον Guardian, με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα Red Sheet, που κυκλοφορεί στις 9 Ιουνίου.
Η καθημερινότητά του μοιάζει βγαλμένη από άλλη εποχή. Αν ο ατζέντης ή ο εκδότης του θέλουν να επικοινωνήσουν μαζί του, η πρώην σύζυγός του, Helen Knode, τυπώνει το email και του το δίνει. Εκείνος υπαγορεύει την απάντηση. Για τη συγγραφή, χρησιμοποιεί χειρόγραφες σελίδες, οι οποίες στέλνονται σε ένα συνταξιούχο ζευγάρι πρώην πρακτόρων του FBI στη νότια Γαλλία, που του επιστρέφει το κείμενο δακτυλογραφημένο. Όταν χρειάζεται έρευνα, κάποιος άλλος διαβάζει βιβλία, τα συνοψίζει και του στέλνει τις σημειώσεις.
Αυτό, από μόνο του, θα αρκούσε για να φτιάξει ένα πορτρέτο. Αλλά ο Ellroy δεν είναι απλώς ένας συγγραφέας που αρνείται την τεχνολογία. Είναι ένας συγγραφέας που έχει κάνει ολόκληρη καριέρα μέσα από την υπερβολή της περσόνας του: ο «mad dog» της αμερικανικής αστυνομικής λογοτεχνίας, ο άνθρωπος που γράφει για εγκλήματα, διαφθορά, πολιτική υστερία, σεξ, αίμα, προδοσία και ενοχή σαν να μην έφυγε ποτέ από τη μεταπολεμική νύχτα του Λος Άντζελες.
Το νέο του βιβλίο, Red Sheet, συνεχίζει από εκεί όπου σταμάτησε το The Enchanters. Βρισκόμαστε τον Οκτώβριο του 1962, αμέσως μετά την κρίση των πυραύλων της Κούβας. Ο Robert F. Kennedy φοβάται εσωτερικές αντιδράσεις από κομμουνιστές και διατάζει μια αντικομμουνιστική επιχείρηση στο Λος Άντζελες. Ο Ellroy, όπως πάντα, παίρνει πραγματικά ιστορικά γεγονότα και τα ανακατεύει με βίαιη φαντασία, παρανοϊκή σύνθεση και αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «reckless verisimilitude» μια απερίσκεπτη, σχεδόν άγρια αληθοφάνεια.
Στο βιβλίο εμφανίζονται ο Nixon, η αποτυχημένη εκστρατεία του για κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, ο μελλοντικός δήμαρχος του Λος Άντζελες Tom Bradley, το Rumford Fair Housing Act, μια σειρά φόνων και ένα διεφθαρμένο συνδικάτο που λειτουργεί σαν μηχανισμός επιβολής για το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο Ellroy το περιγράφει χωρίς αμηχανία ως αντικομμουνιστικό μυθιστόρημα και δηλώνει ότι θέλει να «διορθώσει» τη συζήτηση γύρω από τον Κόκκινο Τρόμο και τη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ.
Εκεί βρίσκεται ο γνωστός Ellroy: προκλητικός, αντιδημοφιλής, έτοιμος να σπάσει κάθε φιλελεύθερο ιερό της αμερικανικής πολιτιστικής μνήμης. Εκεί όπου το Χόλιγουντ βλέπει τους Hollywood Ten ως θύματα του μακαρθισμού, εκείνος τους αντιμετωπίζει με ειρωνεία και λέει ότι ήξεραν τις συνέπειες της σιωπής τους. Εκεί όπου ο Nixon είναι για πολλούς το απόλυτο πολιτικό τέρας, ο Ellroy βρίσκει στον νεαρό Nixon του 1962 κάτι σχεδόν οικείο: έναν άνθρωπο αδέξιο, ιδρωμένο, φιλόδοξο, έτοιμο να κάψει τον κόσμο με τη βούλησή του.
Ο ήρωας του Red Sheet είναι ο Freddy Otash, παλιός επαναλαμβανόμενος αντιήρωας του Ellroy. Ο πραγματικός Otash ήταν διεφθαρμένος ιδιωτικός ερευνητής και εκβιαστής, τον οποίο ο συγγραφέας είχε συναντήσει και πληρώσει για να τον συμβουλεύσει στη διάρκεια της δουλειάς του για το American Tabloid. Τώρα, νεκρός πια, γίνεται στα χέρια του Ellroy λογοτεχνικό παιχνίδι: πιο βασανισμένος, πιο θρησκευτικός, πιο ερωτεύσιμος, πιο ανθρώπινος από τον πραγματικό άνθρωπο.
Όμως η συνέντευξη δεν μένει μόνο στο νέο βιβλίο. Επιστρέφει αναπόφευκτα στον ίδιο τον μύθο του Ellroy. Γεννημένος στο Λος Άντζελες το 1948, έχασε τη μητέρα του, Geneva Hilliker, όταν ήταν 10 ετών. Δολοφονήθηκε και το έγκλημα δεν εξιχνιάστηκε ποτέ. Εκείνος έχει γράψει για αυτή την υπόθεση στο My Dark Places, το βιβλίο όπου η προσωπική τραγωδία, η αστυνομική έρευνα και η εμμονή με το έγκλημα γίνονται σχεδόν ένα.
Ο ίδιος απορρίπτει τις εύκολες ψυχαναλυτικές ερμηνείες που λένε ότι η δολοφονία της μητέρας του «γέννησε» τη φωνή του. Παραδέχεται όμως ότι διαμόρφωσε τον τρόπο που σκέφτεται. Από μικρός έβλεπε αστυνομικές σειρές, πήγαινε σε crime movies, διάβαζε αστυνομικά μυθιστορήματα. Δεν τελείωσε το λύκειο, δεν πήγε πανεπιστήμιο, αλλά έμαθε τη λογοτεχνία μέσα από την ανάγνωση, τα pulp, τη δομή, το πού μπαίνει μια παράγραφος, το πώς χτίζεται η ένταση.
Πριν γίνει ο Ellroy που γνωρίζουμε, υπήρξε άστεγος, αλκοολικός, μικροπαραβάτης, άνθρωπος που κοιμόταν σε πάρκα ή σε άδεια διαμερίσματα στα οποία είχε μπει παράνομα. Πέρασε από φυλακές της κομητείας του Λος Άντζελες, αρρώστησε βαριά, διάβαζε παλιά paperback από καρότσι εθελοντικής βιβλιοθήκης. Και μετά, όπως έχει πει για τον εαυτό του, έγραψε τον δρόμο του προς τη σωτηρία.
Αυτό δεν τον έκανε ταπεινό. Ή τουλάχιστον όχι δημόσια. Ο Ellroy έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι είναι ο σπουδαιότερος συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας όλων των εποχών. Στη νέα συνέντευξη το λέει λίγο πιο κομψά: τοποθετεί τον εαυτό του μαζί με τον Dashiell Hammett ως την αρχή και το τέλος του αμερικανικού hardboiled μυθιστορήματος. Τον Raymond Chandler, από την άλλη, τον απορρίπτει με τη γνωστή του βιαιότητα, λέγοντας ότι οι πλοκές του δεν στέκουν και οι παρομοιώσεις του δεν λειτουργούν.
Αλλά το πιο αναγνωρίσιμο pop χτύπημα της συνέντευξης αφορά την ταινία L.A. Confidential του 1997. Η μεταφορά του βιβλίου του, με τους Russell Crowe, Guy Pearce, Kevin Spacey και Kim Basinger, θεωρείται μία από τις πιο αγαπημένες crime ταινίες των ’90s και είχε τεράστια επιτυχία. Ο Ellroy, τώρα που ο σκηνοθέτης Curtis Hanson δεν ζει πια, δεν κρατιέται.
Το αποκαλεί «φόλα». Λέει ότι είναι «τόσο βαθιά όσο μια τορτίγια». Την κατηγορεί ότι θέλει να είναι και crowd pleaser και hardboiled crime drama, χωρίς να πετυχαίνει πραγματικά κανένα από τα δύο. Για τον περισσότερο κόσμο, το L.A. Confidential είναι η ταινία που έκανε το όνομά του ευρύτερα γνωστό. Για τον ίδιο, είναι σχεδόν παραχάραξη.
Και εκεί, πάλι, βρίσκεται ο Ellroy. Δεν ενδιαφέρεται να φανεί ευγνώμων. Δεν ενδιαφέρεται να συμπεριφερθεί ευγενικά απέναντι στο ίδιο του το legacy. Η περσόνα του λειτουργεί σαν παλιό noir όπλο: πυροβολεί ακόμη κι εκεί όπου θα μπορούσε απλώς να χαμογελάσει.
Προς το τέλος της συνέντευξης, όμως, εμφανίζεται και κάτι πιο ήσυχο. Ο Ellroy ξέρει ότι ο χρόνος πιέζει. Σε λιγότερο από δύο χρόνια θα γίνει 80. Λέει ότι θέλει να γράψει κι άλλα βιβλία, ότι δουλεύει ήδη το επόμενο, ότι δεν θέλει να σταματήσει. Η χριστιανική του πίστη τον παρηγορεί, αλλά δεν τον κάνει αισιόδοξο με εύκολο τρόπο. Για εκείνον, οι άνθρωποι είναι ατελείς, αμαρτωλοί με την πιο παλιά έννοια της λέξης: πέφτουν έξω από τον στόχο.
Ακόμη κι εκεί, όμως, υπάρχει μια παράξενη τρυφερότητα. Ο Ellroy λέει ότι του αρέσουν οι άνθρωποι, ότι παίρνει μια ακαθόριστη χαρά από την ποικιλία τους. Δεν οδηγεί πια, επειδή είναι πάντα αδέξιος και τώρα ακόμη περισσότερο. Έχει έναν Αιθίοπα ταξιτζή που τον πηγαίνει στην εκκλησία, στα μαγαζιά και στις δουλειές του. Μιλούν για την αμερικανική και την αφρικανική τρέλα. Γελούν με την πολιτική. Για έναν άνθρωπο που έχει φτιάξει καριέρα μέσα στο σκοτάδι, αυτή η εικόνα είναι σχεδόν απρόσμενα φωτεινή.
Το πιο ενδιαφέρον με τον James Ellroy δεν είναι ότι μισεί τους υπολογιστές. Είναι ότι μοιάζει να μισεί οτιδήποτε κάνει τον κόσμο υπερβολικά λείο, υπερβολικά άμεσο, υπερβολικά διαθέσιμο. Η ψηφιακή εποχή, για εκείνον, δεν είναι απλώς πρακτικό πρόβλημα. Είναι σχεδόν αισθητικό και ηθικό ατύχημα. Ο ίδιος ανήκει σε έναν κόσμο χαρτιών, τηλεφώνων, φακέλων, παλιών εγκλημάτων, γραφομηχανημένης παράνοιας, δημόσιας ιστορίας και ιδιωτικής εμμονής.
Μπορεί να είναι ενοχλητικός, αντιδραστικός, υπερβολικός, συχνά απωθητικός. Μπορεί να απολαμβάνει υπερβολικά τον ρόλο του ανθρώπου που λέει αυτό που δεν πρέπει. Αλλά παραμένει σπάνια περίπτωση συγγραφέα που μοιάζει ακόμη κατασκευασμένος από το ίδιο υλικό με τα βιβλία του: βρώμικη μνήμη, πολιτική παράνοια, παλιά Αμερική, θρησκευτικός τρόμος, crime pulp και μια αλύγιστη ανάγκη να μετατρέψει το χάος σε πρόζα.
Με στοιχεία από Guardian.