Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΧΤΥΠΑΕΙ σαν ηλεκτρική εκκένωση και κόβει, όπως θα έλεγε ο Κάφκα, σαν τσεκούρι την παγωμένη θάλασσα μέσα μας, ακριβώς γιατί πλάθεται πάνω στη δριμύτητα των γεγονότων, κάνοντας ακόμα και σένα, υποκριτή αναγνώστη, συνένοχο σε ό,τι διαμείφθηκε σε κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας: στο έγκλημα, στην κατάκτηση από τους ισχυρούς, στην εξόντωση των φτωχών και των αδικημένων αλλά και στην επανάσταση και την εξέγερση. Ξεκινώντας από τα βάθη του Μεσαίωνα, όταν οι φτωχοί εντόπισαν στο πρόσωπο του φλογερού επαναστάτη Τόμας Μίνστερ τον κατεξοχήν εκπρόσωπό τους, διαμορφώνοντας έτσι την πρώτη καθαρή επαναστατική κοινότητα της Ιστορίας, και φτάνοντας στα βάθη της Άγριας Δύσης για να εντοπίσει τον έφηβο Μπίλι δε Κιντ, τον Ρεμπό των ντεσπεράντο, ο Γάλλος συγγραφέας Ερίκ Βιγιάρ διαγράφει μια μεγάλη διαδρομή με την ίδια συνέπεια, δημιουργώντας αξιομνημόνευτο έργο.
Οι Γάλλοι προτιμούν να ονομάζουν το είδος που εκπροσωπεί ο Ερίκ Βιγιάρ, συνδυάζοντας πραγματικά ιστορικά γεγονότα με τη μυθοπλασία, «μυθοπλαστικό ντοκιμαντέρ», αν και ίδιος περιέγραψε απλώς την τεχνική της εξιστόρησής του ως αφήγημα. Άλλωστε, ο αφανής δάσκαλός του, ο Μπαλζάκ –στην πραγματικότητα ήταν μαθητής του Ντεριντά– πίστευε ότι μέσω της μυθιστορηματικής αφήγησης επιχειρείται μια σχοινοτενής, άρα άκρως επιστημονική εξερεύνηση και εν τέλει αποτύπωση της πολύπτυχης ανθρώπινης φύσης, κάτι που προσπάθησε να κάνει με την Ανθρώπινη Κωμωδία, επαναπροσδιορίζοντας το μυθιστόρημα. Ως εκ τούτου, η ρεαλιστική απεικόνιση των γεγονότων μέσω της ποιητικής μορφής της αφήγησης στο έργο του Βιγιάρ έχει κάτι από τον τρόπο των κλασικών συγγραφέων, διατηρώντας έναν βαθύ σεβασμό για την προφορική παράδοση αλλά και για τον ενεστώτα χρόνο που βιώνει ο μοντέρνος άνθρωπος, εξού ότι ο συγγραφέας εξιστορεί πάντα τα γεγονότα ωσεί παρών.
«Ο Βιγιάρ αναλαμβάνει το πολύτιμο έργο τού να φέρει στο προσκήνιο όλους όσοι “αποτελούν το αόρατο υπόλοιπο της Ιστορίας, τις κενές στήλες του μεγάλου λογιστικού μας γραφείου”».
Επιλέγοντας τη μυθιστορία στόχο έχει να δείξει, όπως έκανε ο Ντίκενς με τον Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, πως μόνο η λογοτεχνία μπορεί να ταράξει τα νερά μέσα στην παθητικότητα του κόσμου και να ανοίξει έναν δρόμο για να φανούν οι ανισότητες, ενίοτε με τρόπο πολύ πιο αποτελεσματικό από οποιοδήποτε μανιφέστο. Και αυτό γιατί η ηθική σαφήνεια που προασπίζεται ένας τέτοιος στρατευμένος λόγος και η αντικειμενική περιγραφή που, εκ των πραγμάτων, προστάζει η Ιστορία δεν αρκούν για να περιγράψουν αντιφατικές παρουσίες όπως ο Μπιλι δε Κιντ, ο οποίος, παρότι εξεγερμένος δολοφόνος, σκόρπισε με την παρουσία του την ελπίδα της αντίστασης, ακροβατώντας ταυτόχρονα μεταξύ αναγκαίου και εφικτού.
Οι ατελείωτες περιδινήσεις των χαρακτήρων, που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να επαναφέρει με γνήσιο και πειστικό τρόπο στο προσκήνιο, ταυτίζονται έτσι με τα αντι-ηρωικά αλλά απόλυτα αυθεντικά χαρακτηριστικά που εντοπίζει ο Βιγιάρ στις πλέον περιθωριακές μορφές της Ιστορίας. Είναι σαν η Ιστορία που αφηγείται με τον γνήσιο τρόπο του παραμυθά να επαναπροσδιορίζεται ως ένα χρονικό κοινωνικού ρεαλισμού: στο πρόσωπο του Μπίλι δε Κιντ, για παράδειγμα, μοιάζουν πλέον να αποτυπώνονται όλοι οι φτωχοί και οι κατατρεγμένοι που πέτυχαν κάτι αντίστοιχο. «Είναι κάθε χαμένη νιότη, το κάθε εγκαταλελειμμένο παιδί στους δρόμους του κόσμου, το κάθε θύμα κακοτυχίας, είναι ο περιπλανώμενος, τα κακά μαντάτα», όπως γράφει με ενάργεια στο βιβλίο του που δεν τιτλοφορεί τυχαία Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ (εκδόσεις Πόλις). Οι αρχές της εξιστόρησης φυτεύονται, άλλωστε, στην πιο ακραία κακοτυχία, όπως συνέβη με τον απαισιόδοξο Μπέρνχαρντ, που έστησε την προσωπική μυθιστορία του στα ερείπια του βομβαρδισμένου Ζάλτσμπουργκ και με τον ρεαλιστή Τσέσλαβ Μίλος, που έβλεπε στη ρημαγμένη γη της Βαρσοβίας την πιο ακραία, ποιητική ομορφιά.
Ο Ερίκ Βιγιάρ γεννήθηκε τη χρονιά των εξεγέρσεων του Μάη και κατάφερε με τα πολυδιάστατα βιβλία του να συνοψίσει αυτό που ανέκαθεν προασπίζονταν οι Γάλλοι και απέφευγαν οι Βρετανοί: να δει την Ιστορία ως σκηνοθέτης –που ήταν και η πρώτη του επίσημη ιδιότητα– και να γράψει δοκίμιο ως μυθιστοριογράφος. Μπορεί ο Έρικ Χομπσμπάουμ να άνοιξε τον δρόμο στους ιστορικούς που κατάφεραν να μεταγράψουν τις ιστορικές μεταβάσεις από την οπτική του ιδανικού παρατηρητή που έβλεπε ολιστικά τη ροή των γεγονότων, αλλά ο Βιγιάρ θέλησε με το θράσος τού λογοτέχνη να συμμετάσχει σε αυτά, γράφοντας κυριολεκτικά εν θερμώ, παρεμβαίνοντας ενίοτε στο πλάνο και κάνοντας ακόμα και χιούμορ.
Πόσο σαρκασμό, φέρ’ ειπείν, μπορεί να διαθέτει κανείς για να περιγράψει την ιλαροτραγική συνάντηση των βιομηχάνων που χρηματοδότησαν τον Χίτλερ το 1933, βοηθώντας τον να εδραιωθεί μια για πάντα στην εξουσία (βλέπε Ημερήσια Διάταξη, μτφρ. Μανώλης Πιμπλής, το βιβλίο που καθιέρωσε τον Βιγιάρ και του χάρισε το Γκονκούρ), την ώρα που οι καλοντυμένοι Γάλλοι αξιωματούχοι, που δεν κατάφεραν να νικήσουν τους Βιετμίνχ, εγκαταλείπουν άρον άρον την Ινδοκίνα (Μια αξιοπρεπής έξοδος, μτφρ. Μανώλης Πιμπλής) ή τη στιγμή που οργανώνονταν οι πρώτες μεθοριακές πόλεις των ΗΠΑ, που σήμερα πιστεύουν ότι τις επισκέπτονται οι εξωγήινοι (Οι ορφανοί, μτφρ. Στύλβα Πράσσου). Και, όμως, εκείνος γελάει με την εξωφρενική διάσταση των γεγονότων που εκθέτουν τους ισχυρούς τη στιγμή της παντοδυναμίας τους, στήνοντας αφηγηματικές παγίδες στις εγκληματικές τους πράξεις, γι’ αυτό και τα κεφάλαια στα βιβλία του μοιάζουν με μικρές, κινηματογραφικές σεκάνς ανάμεσα στα μεγάλα γεγονότα. Σαν να εστιάζει με την αφήγησή του στη στιγμή που η γελοιότητα των ισχυρών συναντά τη φρίκη των σκληρών τους πράξεων – κατ’ ουσίαν, λες και ο γελοίος σερίφης με τα βρόμικα μουστάκια από τα σαλούν, που εξελίχθηκε από πρώην κακοποιό σε αξιωματούχο, ταυτίζεται με τους σύγχρονους Αμερικανούς πολιτικούς.
Ουσιαστικά, είναι λες και ο Βιγιάρ λέει ότι δεν σημειώθηκαν μεγάλα βήματα από τότε που οι ισχυροί έστηναν τα πολιτικά τους γραφεία στη μέση των αχανών εκτάσεων που είχαν κλέψει από τις απαλλοτριώσεις της γης των αυτοχθόνων: «Ο νόμος και η τάξη μοιάζουν κάπως με εκείνα τα μονοπάτια που ξετυλίγονται φιδογυριστά ανάμεσα στα βουνά και ποτέ δεν ξέρεις αν τα ανεβαίνεις ή τα κατεβαίνεις, αν κατευθύνεσαι προς τον ουρανό ή κάποιο σκοτεινό φαράγγι. Έτσι κι ο καλός Τζέιμς Ιστ –ένα κάθαρμα του χειρίστου είδους που στρατολογήθηκε από τον Γκάρετ– θα μπορούσε κάλλιστα εκείνη τη μέρα να βρίσκεται στη θέση του Ο’Φόλιαρντ, ταβλιασμένος με μια σφαίρα στην κοιλιά. Μόνο που είχε στραφεί εγκαίρως στην κατεύθυνση του νόμου, με αποτέλεσμα, μερικά χρόνια αργότερα, ο εν λόγω μικροκακοποιός να έχει στην κατοχή του δυο σαλούν και να είναι πλέον ένας αξιοσέβαστος πολίτης, όπως μαρτυρεί και μια φωτογραφία όπου, συνταξιούχος πια, ποζάρει με κομψό κοστούμι, παχύ μουστάκι και αυτάρεσκο ύφος».
Αυτή είναι η λογική που καθορίζει την παρουσία και το status quo των ισχυρών όλου του κόσμου, οι οποίοι κάτω από τα καλοραμμένα κοστούμια τους ενίοτε κρύβουν μια εγκληματική προσωπικότητα που δεν διαφέρει σε τίποτα από αυτή του σερίφη πρώην κακοποιού της άγριας Δύσης. Εξού και ότι ο συγγραφέας παρομοιάζει τον τρόπο που ενεργούσαν οι ληστές στην Άγρια Δύση, όταν έκλεβαν αγελάδες και τις πουλούσαν κοψοχρονιά στους μεταπράτες, οι οποίοι τις μεταπωλούσαν με τη σειρά τους στο κράτος, τριπλασιάζοντας ουσιαστικά το κέρδος, με τον τρόπο που λειτουργεί σήμερα η οικονομία της αγοράς. Ακόμα και ο γιάπης, όπως και ο αυτοδημιούργητος κυνηγός του αμερικανικού ονείρου, μοιάζουν να λειτουργούν με την ίδια αρπακτική διάθεση, καθώς αμφότεροι, στα μάτια του, κινούνται στην αδιόρατη γραμμή όπου η επιτυχία καλύπτει την ανηθικότητα και νομιμοποιεί κάθε λογής εγκλήματα.
Ο Βιγιάρ μάς θυμίζει πως, σε αντίθεση με τον ντεσπεράντο, που ως ηττημένος ήταν η ανολοκλήρωτη εκδοχή του αυτοδημιούργητου, ο Ροκφέλερ κατάφερε να δικαιολογήσει τα παράνομα παιχνίδια του υπό τον μανδύα του φιλάνθρωπου και ο τραπεζίτης Τζον Πιερμόντ Μόργκαν να δει το Χρηματιστήριο να σταματά τις εργασίες του για να τον τιμήσει. Επειδή, όμως, σε αντίθεση με αυτούς, δεν υπάρχει κανείς για να τιμήσει τους ανάξιους παρίες που μετατράπηκαν από θύματα σε θύτες, ο Βιγιάρ αναλαμβάνει το πολύτιμο έργο τού να φέρει στο προσκήνιο όλους όσοι «αποτελούν το αόρατο υπόλοιπο της Ιστορίας, τις κενές στήλες του μεγάλου λογιστικού μας γραφείου». Τι έλεγε ο Μπρεχτ; Δεν πρέπει μόνο να λάμπει η αλήθεια, πρέπει και να σφάζει.
Εξού και ότι Μπιλι δε Κιντ, στο έκτο κατά σειρά βιβλίο του Βιγιάρ που μεταφράζεται στα ελληνικά, δεν είναι μόνο ο μυθικός ληστής που μνημόνευσε ακόμα και ο έτερος φαν των γκαούτσο και των ντεσπεράντο, Μπόρχες, αλλά ο ορφανός παράνομος που με την ποιητική αυθάδεια της εφηβείας κατάφερε να ξεμπροστιάσει όλο το κατεστημένο και να μεταμορφωθεί μετά θάνατον σε μια μορφή αντίστασης σε αυτή την «αποικία που στήθηκε πάνω σε βαλτότοπους». Ο λεγόμενος «Ρεμπό των κατατρεγμένων» δεν έγινε τυχαία ποίημα, πηγή έμπνευσης για τους τραγουδοποιούς όπως ο Ντίλαν, αν και όλοι ξεχνάνε ότι πριν του δώσει ο Τσάπλιν το προσωνύμιο «δε Κιντ», δεν ήταν παρά ένα ορφανό που δεν το αγάπησε κανείς. Κατ’ ουσίαν, όπως υποστηρίζει ο Βιγιάρ, ήταν ένα αγόρι που δεν κατάφερε να γλιτώσει ποτέ από το κυνηγητό που του έστησε το κατεστημένο και πυροβολήθηκε σε μια άδοξη μάλλον μονομαχία, την οποία περιγράφει παραστατικά ο συγγραφέας σε ένα από τα πιο ωραία κεφάλαια για την αντίθεση Ιστορίας και μύθου. Ωστόσο, πρόλαβε να αφήσει μια πολύτιμη παρακαταθήκη, ότι η σκληρότητα είναι το μόνο όπλο που έχει ο αδύναμος όταν η πολιτεία τον εξοντώνει: «Σε έναν τόσο ταραγμένο κόσμο, όπου η κοινωνική κατάπτωση είναι τόσο ραγδαία, ο Μπίλι προσπάθησε να τα βγάλει πέρα με πιστολιές, με ασταθείς συμμαχίες, με ζωοκλοπές». Έτσι απέδειξε, κατά τη ρομαντική λογική του Μπένγιαμιν, την οποία επαναφέρει ο Βιγιάρ στα βιβλία του, ότι «η βία είναι απαραίτητη για την ελευθερία». Και ο μόνος τρόπος να μπορέσει ο ίδιος να κρατήσει ζωντανά αυτά τα ελεύθερα πρόσωπα είναι μέσα απ’ τις λέξεις. Αυτές τα ανεβάζουν στο ψηλότερο βάθρο, μέσα από υψηλές λογοτεχνικές περιγραφές, όπως αυτές που μεταφέρει με ακρίβεια η Στύλβα Πράσσου, σε μια από τις καλύτερες ίσως μεταφράσεις της πολυεπίπεδης πρόζας του Βιγιάρ.
Στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας μοιάζει μάλιστα να βλέπει τον ήρωά του να ζωντανεύει και πάλι, σαν άλλο φάντασμα του Άμλετ, να τεντώνεται μπροστά του και να χαζεύει τους αυτόχθονες και τους κολίγους: «Η σκόνη ήταν ψιλή και καυτή, τα μάτια του στεγνά. Οι ποιητές ονειρεύονταν για καιρό πως ο κόσμος θα κατέληγε σε ένα βιβλίο, και ίσως να μην έκαναν λάθος». Σε αυτό ακριβώς το «ίσως» είναι που στήνεται η βεβαιότητα της αφήγησης την οποία υποστηρίζει εξαρχής με τα βιβλία του ο Βιγιάρ: μοιάζουν στρατευμένα ενώ ουσιαστικά αποτίουν αποκλειστικά φόρο τιμής στην ίδια τη μούσα.
ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΕΡΙΚ ΒΙΓΙΑΡ ΕΔΩ
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.