ΓΥΡΙΖΑ ΜΕ ΤΟ ΤΡΕΝΟ από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη όταν, λίγο προτού νυχτώσει, περνώντας από ένα σημείο όπου απλωνόταν η πορφυρή Όθρυς, ανασηκώθηκα, με τη φαντασία, από το κάθισμά μου. Είχα βρεθεί στο δικό μου Νησί του Πάσχα. Κεραυνοβολημένος από αυτήv τη νοσταλγία που όλο σπεύδω να την αφορίσω σε ομιλίες και άρθρα, όπως οφείλει να κάνει κάθε καθωσπρέπει σχολιαστής των πραγμάτων, αν θέλει βέβαια να τον παίρνουν στα σοβαρά. Για τους γνωστούς λόγους, γιατί, όπως λέγεται, η νοσταλγία αποπροσανατολίζει και θολώνει τα νερά και αδικεί, ενδεχομένως, την εποχή επιχρωματίζοντας με ύποπτα, ρόδινα χρώματα το παρελθόν. Κυρίως όμως γιατί αυτές οι μικρές αγκίδες νοσταλγίας έχουν γίνει η μοναδική προσομοίωση σωτηρίας για όλους όσοι βεβαιώνουν πως παλιά ήταν καλύτερα, και μπορεί να ήταν έτσι για κάποιους και κάποιες. Στα 62 πάντως έρχεται αναπόφευκτα η συνάντηση με αυτά τα ουράνια ξέφωτα και τις λάμψεις τους. Άσχετα από το αν τις ίδιες ακριβώς χρωματιστές σχισμές στα σύννεφα και στα βουνά θυμάσαι να τις βλέπεις και στα 15 και αργότερα.
Είχα βρεθεί στο δικό μου Νησί του Πάσχα. Κεραυνοβολημένος από αυτήν τη νοσταλγία που όλο σπεύδω να αφορίσω γιατί, όπως λέγεται, αποπροσανατολίζει και θολώνει τα νερά και αδικεί, ενδεχομένως, την εποχή.
Το τρένο, που ξεκίνησε ακριβώς στις 5:58 από τον Σταθμό Λαρίσης, συνέχισε και πάνω του τρεμόπαιζε αυτό το μυστήριο Πάσχα. Από το τζάμι στο παράθυρο του βαγονιού 6, όπως οι ιπτάμενοι χωριάτες στους πίνακες του Σαγκάλ, υψώθηκε η αρχαία γιορτή. Είδα τον Μανόλη, την Τασία, τον Ξενοφώντα. Τα θύματα και οι θύτες των συνηθισμένων καιρών είχαν παραμεριστεί. Είχε, προς στιγμήν, ανασταλεί το πρόσωπο της φρίκης. Δεν υπήρχε όμως και κάποιο άρωμα Ανάστασης, εκτός από τα αρώματα κολόνιας που φορούσαν οι οικογένειες που περπατούσαν μπροστά στα μάτια μου.
Αιωρήθηκε ένα Πάσχα σαν αναχώρηση από τα βάσανα της Ιστορίας. Στιγμή εξόδου. Μου ήρθε τότε στο μυαλό η φράση που με είχε εντυπωσιάσει διαβάζοντας κάποτε για τις μεσσιανικές ιδέες, πως υπάρχει ένα φως μέσα από το οποίο ο κόσμος θα μας φανερωθεί επιτέλους «από τη σκοπιά της Λύτρωσης».
Τι πάει να πει όμως σήμερα, σε καιρούς ωμού πραγματικού, η σκοπιά της Λύτρωσης;
Στο μεταξύ, έξω από το βαγόνι, το γήινο φως πήρε να λιγοστεύει, τα δέντρα σκεπάστηκαν και τα χωράφια βυθίστηκαν κι αυτά σιγά σιγά σε ένα κυπαρισσί σκοτάδι. Στάθηκαν ακόμα για λίγο δεξιά στον ουρανό, όπως κοιτούσα, πρόσωπα της παιδικής ηλικίας, απόντες, νεκροί. Δίκαιοι και άδικοι. Ονόματα που πενήντα χρόνια πριν είχαν ταυτιστεί με αυτές τις μέρες. Ο Μπίλης, η Μάρω, ο Κάπτεν. Ταξίδευαν από την Αμερική και την Αυστραλία ή από άλλες πόλεις της Ελλάδας. Έρχονταν για να ψάλλουν στον ναό της Παναγίας, ακόμα και όσοι μιλούσαν άπταιστα τα ελληνοαμερικάνικα. Οι περισσότεροι δεν πρέπει να βρίσκονται στη ζωή, γιατί ήδη ήταν μεγάλοι άνθρωποι και έμπηγαν τις φωνές μαλώνοντάς μας για τις παραβάσεις των κανόνων. Σοβάρευαν τα κοκκινισμένα πρόσωπά τους μέσα στις εκκλησίες.
«Κανένα σέβας πια», έλεγαν.
«Σιωπή, παλιόπαιδα», συνέχιζαν.
Τελικά τα καταφέραμε και σιωπήσαμε. Το τρένο χώθηκε στη σήραγγα, το γαλακτώδες φως των κινητών στάθηκε αμήχανο φωτίζοντας το κενό μας. Το κάθισμα εξακολούθησε να είναι υπερβολικά στενό και άβολο. Ο χρόνος είχε περάσει και η κινητή γιορτή που σχηματίστηκε για λίγα δευτερόλεπτα κάπου ανάμεσα στο Λιανοκλάδι και στον Δομοκό διαλύθηκε. Μεσάνυχτα φτάσαμε πια στη Θεσσαλονίκη.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO.