ΜΙΚΡΟΣ ΕΒΡΙΣΚΑ ΜΑΛΛΟΝ καταπιεστική τη θεσμική και πανταχού δεσπόζουσα τελετουργία της Μεγάλης Εβδομάδας (από την άλλη, εκτιμούσα δεόντως τις πολυήμερες διακοπές). Εδώ και μερικές δεκαετίες, όμως, μ’ αρέσει το Πάσχα, ακόμα και στη «χειμωνιάτική», μουντή, βροχερή εκδοχή του. Ίσως και πιο πολύ από το υπαίθριο Πάσχα της προχωρημένης άνοιξης, της ζωηρής φύσης, του πρώτου μπάνιου. Μ’ αρέσουν οι εκκλησίες που μοιάζουν να έχουν την τιμητική τους, οι λειτουργίες, τα Ευαγγέλια (που, πέρα απ’ όλα ίσως, αποτελούν εξέχοντα δείγματα πρώιμης ελληνικής λογοτεχνίας), η υποβλητική ατμόσφαιρα, η Σταύρωση, η Ανάσταση, το όλο μυστηριακό αφήγημα όπως ξετυλίγεται σε συγκλονιστικά κεφάλαια μέχρι τη λυτρωτική κορύφωση. Χριστός Ανέστη, Αληθώς ο Κύριος, να είμαστε καλά και του χρόνου.
Ο τρόπος που διαχρονικά αντιμετωπίζουν οι ελληνικές κυβερνήσεις ένα θρησκευτικό έθιμο σαν να πρόκειται για μείζον εθνικό ζήτημα αντικατοπτρίζεται πλήρως στον χαμό που έχει ξεσπάσει τις τελευταίες μέρες σχετικά με το φετινό άγιο φως και τις δυσκολίες της αερομεταφοράς του λόγω του πολέμου.
Αυτό που ποτέ δεν αντεχόταν ήταν τα παχύδερμα και εξαιρετικά ανθεκτικά «ενημερωτικά» κλισέ των ημερών που είχαν και έχουν να κάνουν με την τιμή του «οβελία», με το θρίλερ της εξόδου και της επιστροφής των εκδρομέων και με τη μεγαλοπρεπή άφιξη, σε απευθείας μετάδοση, του «Αγίου Φωτός» με «τιμές αρχηγού κράτους». (Θυμάμαι το φριχτό άγχος που είχα μη σβήσει η αναστάσιμη φλόγα στην παιδική μου λαμπάδα, μέχρι που είδα μια φορά τον πατέρα μου να ανάβει στη ζούλα τη δική του με αναπτήρα, επιστρέφοντας σπίτι από άλλη μια θεαματική και εκκωφαντική Ανάσταση). Μέχρι σχετικά πρόσφατα νόμιζα –επειδή σε μια χώρα όπως η δίκη μας και σ’ έναν περιούσιο λαό σαν τον δικό μας έμοιαζε λογικό– ότι αυτή η ιστορία με το «Άγιο Φως» που μεταφέρεται αεροπορικώς και με κάθε VIP επισημότητα (και τηλεοπτική κάλυψη) από την Ιερουσαλήμ στην Αθήνα είναι μια παλιά ιστορία. Ένα ετήσιο event που θεσμοθετήθηκε ίσως από τους ινστρούχτορες της απριλιανής δικτατορίας.
Κι όμως, αυτή η θεαματική «διαπόμπευση» (έτσι είχε χαρακτηρίσει τη διαδικασία επιφανής ιερωμένος) του αγίου φωτός, όπως μας υπενθυμίζει κάθε χρόνο τέτοιες μέρες κάποια σχετική παραπομπή, ξεκίνησε μόλις το 1988, όταν ένας δαιμόνιος ταξιδιωτικός πράκτορας με ειδικότητα στον θρησκευτικό τουρισμό συνέλαβε την ιδέα και έπεισε τον Έξαρχο του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα να την ενισχύσει. Ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου τη βρήκε εξαιρετική και διέθεσε ένα Boeing για την πραγματοποίησή της, ενώ ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Χρήστος Σαρτζετάκης φέρεται να ήταν εκείνος που εμπνεύστηκε το τελετουργικό υποδοχής «αρχηγού κράτους». Το 2001 η κυβέρνηση (Σημίτη) αναβάθμισε τρόπον τινά τη διαδικασία, ανακοινώνοντας ότι την αεροπορική μεταφορά αναλαμβάνει εφεξής το υπουργείο Εξωτερικών, κίνηση η οποία ερμηνεύτηκε ως απόπειρα κατευνασμού των αντιδράσεων για το ζήτημα των νέων ταυτοτήτων («του διαβόλου»).
Ο τρόπος που διαχρονικά αντιμετωπίζουν οι ελληνικές κυβερνήσεις ένα θρησκευτικό έθιμο σαν να πρόκειται για μείζον εθνικό ζήτημα (ουσιαστικά, ένα μέσο «εποχικής» ψηφοθηρίας με αποδέκτες τους πιο θρησκόληπτους συμπατριώτες μας), αντικατοπτρίζεται πλήρως στον χαμό που έχει ξεσπάσει τις τελευταίες μέρες σχετικά με το φετινό άγιο φως και τις δυσκολίες της αερομεταφοράς του λόγω του πολέμου. «Αγωνία» για τη μοίρα του εκδηλώνουν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε ότι δεν χρειάζεται «πανικός» και ότι «θα φτάσει στην ώρα του». Πάση θυσία. «Σκοπός μας είναι, ακόμα και υπό συνθήκες κάποιου λελογισμένου κινδύνου, να μεταβούμε στην Ιερουσαλήμ, προσωπικά εγώ», δήλωσε με αυταπάρνηση ο υφυπουργός Εξωτερικών Γιάννης Λοβέρδος. «Νομίζω ότι το άγιο πνεύμα θα μας προστατεύσει».