ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ Η Τζέιν Φόντα, απευθυνόμενη με δυνατή φωνή στο συγκεντρωμένο πλήθος που διαδήλωνε με το σύνθημα «Όχι Βασιλιάδες», θα κάνει λόγο για ριζοσπαστική καλοσύνη (radical kindness). Σε αυτές τις συγκεντρώσεις από τη Μινεσότα και το Σολτ Λέικ μέχρι τη Νέα Υόρκη έδωσαν το «παρών» παλιά και νεότερα ονόματα της πολιτικής διαμαρτυρίας, από τον Ρόμπερτ ντε Νίρο, που το έχει πάρει πολύ θερμά, μέχρι τον Τομ Μορέλο των Rage Against the Machine. Μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η Τζέιν Φόντα, εμβληματικό καλλιτεχνικό και πολιτικό είδωλο συνυφασμένο με τη δεκαετία του ’60, πάει τώρα να επαναλάβει τη γλώσσα της γενιάς της, τη γλώσσα του χίπικου ιδεαλισμού. Επαναφέροντας, ας πούμε, εκείνη τη «μαγική» δύναμη της αγάπης που, ιδίως πριν από 50-60 χρόνια, είχε δεθεί στο άρμα του ριζοσπαστισμού.
Η Τζέιν Φόντα στην ουσία μάς λέει ότι η καλοσύνη δεν μπορεί πλέον παρά να είναι ριζοσπαστική, αφού φυτρώνει πιο κοντά στην ισότητα παρά στην ανισότητα, στο συμπάσχειν παρά στην αδιαφορία.
Διαχρονικά, πολλοί σχολιαστές στην Ευρώπη –και στην Ελλάδα– μπαίνουμε στον πειρασμό να αντιμετωπίσουμε μια τέτοια ρητορεία ως πολιτικά αφελή και κάπως ανάλαφρη. Κάτι συμπαθητικό μεν, αλλά και πολύ «αμερικάνικο» για τα δεδομένα της λεγόμενης στιβαρής προσέγγισης στην πολιτική, στην οικονομία ή στην ιδεολογία του καιρού. Ενώ μάλιστα έχουν γίνει μόδα οι ασκήσεις γεωστρατηγικής ανάλυσης, λόγια σαν αυτά της Αμερικανίδας ηθοποιού μπορεί να φαντάζουν ακόμα πιο αποσυνδεδεμένα από τη «σοβαρότητα της στιγμής». Συχνά εξάλλου τέτοιες εκφράσεις και σχήματα λόγου τα διευθετούμε υποθέτοντας πως είναι κουβέντες από ανθρώπους του καλλιτεχνικού κόσμου που έχουν θυμώσει με τον σνομπισμό και την κοινωνική αδιαφορία των πιο συντηρητικών ελίτ.
Από τυπική άποψη, τα περί αγάπης και ριζοσπαστικής καλοσύνης δεν είναι πολιτικά συνθήματα με την κλασική έννοια. Εννοώ πως δεν είναι λέξεις κατάλληλες για να προσγειωθούμε στο πολιτικό τοπίο. Παρ’ όλα αυτά, οι συγκεκριμένες λέξεις –και ακόμα ο τρόπος που η Τζέιν Φόντα τις σήκωσε ξάφνου ψηλά για να τις αφήσει να συναντηθούν με το πλήθος– διαθέτουν ηθικό και πολιτικό βάρος. Είναι η ίδια η σύσταση της εποχής, τα αλλόκοτα και απεχθή στοιχεία που έχουν συσσωρευτεί εντός της, που δίνουν έναν άλλο ρόλο σε αυτά τα λόγια. Δεν είναι πια νοσταλγικά ριμέικ του χαμένου πνεύματος των ’60s, όσο φράσεις που μιλούν για το δικό μας μέλλον, για το πώς μπορούμε να ρυθμίσουμε τη ζωή μας, φροντίζοντας τουλάχιστον να μην την εξευτελίσουμε.
Έχουν ειδικό βάρος οι λέξεις αυτές, διότι καθημερινά λουζόμαστε τις φρικώδεις, άναρθρες παρλάτες του Τραμπ. Διότι ο ρατσιστής υπουργός του Ισραήλ Μπεν-Γκβιρ γιορτάζει περιφερόμενος με σαμπάνια την νομοθέτηση της εκτέλεσης δι’ απαγχονισμού για τους Παλαιστίνιους κρατούμενους. Διότι ανά πάσα ώρα και στιγμή μάς κατακλύζουν τεράστιες δόσεις αναισχυντίας από εκείνους που παίρνουν αποφάσεις υπονομεύοντας τις συνθήκες της ζωής μας. Ακόμα κι αν ο ένας ή άλλος προσωπικά τα «πηγαίνουμε καλά» –σε δουλειές, υγεία, ευκαιρίες κ.λπ.–, το κακό αποχαλινώνεται παραδίπλα και δεν μας αφήνει σε ησυχία.
Όσα είπε η Τζέιν Φόντα έχουν όμως και βάθος, όχι απλώς κάποια βαρύτητα. Σε πρώτο επίπεδο φωτογραφίζουν τη μοχθηρία ενός Προέδρου, τη νοσηρή χαιρέκακη πόζα κάποιου που βομβαρδίζει ένα αλιευτικό στην Καραϊβική ή μια χώρα σαν να παίζει γκολφ στο Μαρ-α-Λάγκο. Από εκεί και πέρα όμως πρέπει να δούμε στη ριζοσπαστική καλοσύνη ένα μεγάλο ανοιχτό παράθυρο. Ένα αντίδοτο σε όλα τα ρατσιστικά καθεστώτα περιφρόνησης για άλλα σώματα και μορφές ζωής.
Η ριζοσπαστική καλοσύνη είναι όμως κυρίως πια ένα παιδαγωγικό νεύμα. Εδώ και αρκετό καιρό η σκληρότητα και η επίδειξη ισχύος στον «ασθενέστερο» έχουν αποκτήσει μεγάλη βάση οπαδών. Σε ανησυχητικό βαθμό, το κακό έχει μυθοποιηθεί ως πεδίο για την πραγματική εκτόνωση, την ατομική επιβεβαίωση και την ανάκτηση μιας παλιάς, χαμένης δόξας (ιδίως στο ανδρικό φύλο). Για πολλούς, είναι η επίδειξη δύναμης που πρέπει και να προκαλεί φόβο, συνδυασμός ο οποίος προβάλλεται ως τέχνη διαπραγμάτευσης σε έναν κόσμο γεμάτο θηρία.
Δεν είναι μόνο το κακό κορυφής από ανθρώπους όπως ο Τραμπ, ο Μπεν-Γκβιρ, ο Νετανιάχου. Οι κορυφές έχουν ήδη μολύνει μια μεγάλη βάση και με τη σειρά τους οι βαναυσότητες στη μικρή κλίμακα διαμορφώνουν άτομα που δεν συμπάσχουν και δεν συμμερίζονται τον πόνο ιδίως των «κατώτερων» στην πυραμίδα.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζει κανείς τη θεωρία του Καντ για το ριζικό κακό ή να έχει διαβάσει τις σελίδες που αφιέρωσε η Χάνα Άρεντ στην κοινοτοπία του κακού για να κατανοήσει τις δύο λέξεις της Τζέιν Φόντα. Στην ουσία μάς λέει ότι η καλοσύνη δεν μπορεί πλέον παρά να είναι ριζοσπαστική. Αφού φυτρώνει πιο κοντά στην ισότητα παρά στην ανισότητα, στο συμπάσχειν παρά στην αδιαφορία, πιο κοντά στην αλληλεγγύη στους βομβαρδισμένους παρά στην ψυχρή θέαση από το κόκπιτ του αεροπλάνου που ρίχνει τις βόμβες.
Οι δύο λέξεις μιλούν τελικά για μια επινοητική αντίσταση στη μυθοποίηση του κακού. Όταν έχει σχηματιστεί ένας σκοτεινός πλανήτης που αντλεί απόλαυση καταναλώνοντας φασιστικές ιδέες και αισθήματα, είναι μεγάλη υπόθεση το συναισθηματικό σαμποτάζ. Συμβάλλει στη δημιουργία αντιπαραδειγμάτων έναντι των μικρών ή μεγάλων τραμπίσκων που εσχάτως παρουσιάζονται με τη μάσκα του υπερασπιστή των αξιών της Δύσης απέναντι στους εχθρούς της.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.