Κανένας και τίποτε δεν μπορεί να αναχαιτίσει τη Μαρία Θεοφίλου. Δίχως συμμάχους, δίχως εγγυήσεις, οπλισμένη μονάχα με το ηλεκτροφόρο πάθος και την αδαμάντινη αφοσίωσή της στην Αλήθεια, η νεοφώτιστη δημοσιογράφος θα βουτήξει στον λάκκο με τα τέρατα της διαπλοκής και θα αγωνιστεί ηρωικά μέχρι τέλους.
Τι κι αν είναι αμάθητη στους τρόπους της υψηλής δημοσιογραφίας; Τι κι αν αγνοεί πώς γίνονται οι «συνεννοήσεις», τα αλισβερίσια, τα πισώπλατα μαχαιρώματα, τα έντεχνα καρφώματα, τα πάσης φύσεως κουτουπώματα μεταξύ των ισχυρών; Τι κι αν δεν έχει κάνει ούτε ένα ρεπορτάζ στη ζωή της; Αφελής, αδαής αλλά αποφασισμένη, ορθώνει το ανάστημά της και προχωρά. Ψάχνει, ρωτά, ξαναρωτά.
Δεν είναι ότι μας υπαγορεύεται απλώς τι να αισθανθούμε, αλλά ότι αναγκαζόμαστε να το αισθανθούμε, έτσι όπως εξαπολύεται κατά πάνω μας η φωνασκία των ηθοποιών ή έτσι όπως κινδυνεύει διαρκώς η καλή Μαρία από τα νύχια των θηρευτών της.
Πόσες επιθέσεις θα υποστεί μέχρι να τα καταφέρει! Πόσα μαρτύρια, πόσους λιθοβολισμούς! Και από ποιους; Από τους υποτιθέμενους συναδέλφους της. Από αυτούς που θα έπρεπε να χαίρονται με την πρόοδο και την ικανότητά της, από αυτούς που θα έπρεπε να συνεισφέρουν στον ακέραιο δημοσιογραφικό αγώνα της. Κι όμως, «πουτανάκι» την ανεβάζουν, «βρομιάρα» την κατεβάζουν. Την προσβάλλουν, την ταπεινώνουν, τη βάζουν να τους φτιάχνει καφέ, της την πέφτουν, τη χουφτώνουν, την κακοποιούν, εξαπολύουν εναντίον της όλο το μένος του περιφρονημένου φαλλού τους σε μια οργιώδη προσπάθεια να φιμώσουν το ασυμβίβαστο πνεύμα και σώμα της: ο κόσμος να χαλάσει, η Μαρία δεν πρέπει να γράψει την αλήθεια για τον γιατρό Τσιρώνη. Δεν πρέπει να αποκαλύψει ότι ο θάνατός του ήταν κρατική δολοφονία και όχι αυτοκτονία, όπως πίστεψαν όλοι. Και προπαντός, δεν πρέπει να φανερώσει την επονείδιστη εμπλοκή της ίδιας της εφημερίδας της στη σκηνοθετημένη εξόντωση του γιατρού. Αλλά, όσο κι αν τα αφεντικά της λυσσάνε, όσο κι αν τα πρωτοπαλίκαρα «του κυρίου Χρήστου» την απειλούν παντοιοτρόπως, η Μαρία επιμένει. Έχει συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία και πασχίζει να τα φέρει στο φως, ξεσκεπάζοντας πέρα από κάθε αμφιβολία το Καραμανλικό και Λαμπρακικό «κράτος» ως ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς του εγκλήματος.
Οι πύλες της Κολάσεως θ’ ανοίξουν διάπλατα και οι σκύλοι με τις πύρινες γλώσσες θα ξεχυθούν. Σύντομα θα βρεθεί νεκρή στο διαμέρισμά της. Αυτοκτονία ή δολοφονία; Μια σφαίρα καταμεσής στο κούτελο εγείρει υποψίες. Όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Τσιρώνη. Η φωτογράφος της εφημερίδας, η μόνη που διαθέτει ακόμη λίγο θάρρος, θα πάρει μαζί της τον φάκελο που είχε αφήσει πίσω της η Μαρία σε μια μυστική κρυψώνα και θα βγει από το κτίριο με βλέμμα όλο νόημα. Ποιος ξέρει; Ίσως τελικά η Μαρία –και ο Τσιρώνης– δικαιωθούν.
Τι είναι, λοιπόν, τα «Ανεξάρτητα κράτη»;
Δημοσιογραφικό θρίλερ εμπνευσμένο από αληθινά γεγονότα της δεκαετίας του 1970, αλλά και από το πρόσφατο #MeToo; Δράμα ενηλικίωσης στους δυσώδεις διαδρόμους της Τέταρτης εξουσίας; Φεμινιστικό, αντιπατριαρχικό, αντιφασιστικό «κατηγορώ»;
Δεν έχει και τόση σημασία, τελικώς.
Γιατί τα «Ανεξάρτητα κράτη» δεν απευθύνονται σε ανεξάρτητους θεατές.
Κάθε μανιχαϊστική κατασκευή, κάθε διαρρύθμιση που επιδιώκει την εγκαθίδρυση και επιβεβαίωση διχοτομικών διαρρυθμίσεων, κάθε δραματικό σύμπαν που μοιράζει τον κόσμο στις δυνάμεις του Καλού και του Κακού απευθύνεται σε μικροαστικές, κοιμισμένες συνειδήσεις, που αναζητούν τον εφησυχασμό.
Η αγνή, ιδεαλίστρια, ακαταπόνητη και αδιάφθορη Μαρία κόντρα στους μολυσμένους, κυνικούς, αδίστακτους και διεφθαρμένους υπηρέτες του συστήματος επιβεβαιώνει την πλέον απλουστευτική ανάγνωση των όρων της πραγματικότητας. Μας καρφώνει σε μια βολικά κωδικοποιημένη αναπαράσταση της τελευταίας, μας ακινητοποιεί μπροστά σε προσχεδιασμένα αδιέξοδα, καθηλώνει την κριτική σκέψη μας. Έχοντας οδηγηθεί, από την πρώτη στιγμή, σε αυτόματη ταύτιση με την ηρωίδα με το αγγελικό πρόσωπο και τα υψηλά ιδανικά (Άλκηστις Ζιρώ), κάθε γόνιμο δίλημμα, κάθε προβληματισμός καθίστανται περιττά: δεν τίθεται θέμα να επιλέξουμε, έχουν επιλέξει ήδη άλλοι για εμάς. Το αναμενόμενο, το προφανές, το εύληπτο, το μελοδραματικό θριαμβεύουν. What you see is what you get: δεν υπάρχει τίποτε από κάτω. Τίποτε να φανταστείς, να επινοήσεις, να στοχαστείς: γινόμαστε οι θεατές που καταπίνουν.
Δεν είναι ότι μας υπαγορεύεται απλώς τι να αισθανθούμε, αλλά ότι αναγκαζόμαστε να το αισθανθούμε, έτσι όπως εξαπολύεται κατά πάνω μας η φωνασκία των ηθοποιών ή έτσι όπως κινδυνεύει διαρκώς η καλή Μαρία από τα νύχια των θηρευτών της.
Τόσο το κείμενο όσο και η παράσταση βροντοφωνάζουν τις θέσεις και τις προθέσεις τους, κρεμώντας στους ήρωες «ταμπελάκια» άμα τη εμφανίσει τους στη σκηνή. Με μια ματιά καταλαβαίνουμε ότι ο Τσακίρης (Στάθης Σταμουλακάτος) και ο Θεοχαρόπουλος (Μάκης Παπαδημητράτος), οι δύο κορυφαίοι πολιτικοί συντάκτες, είναι σιχάματα, φρουροί του κατεστημένου και θρασύδειλοι, εντύπωση που φυσικά δεν αλλάζει ποτέ. Το ίδιο ισχύει και για τον Λώρα, το αηδιαστικό αρπακτικό και διευθυντή της εφημερίδας (Θάνος Αλεξίου). Η μπριόζα, πληθωρική κυρία Βίκυ (Βασιλική Διαλυνά), που γράφει για ζώδια και οικιακά, καταβάλλει συνεχώς προσπάθεια να μας πείσει ότι πίσω από την περούκα και το σκέρτσο κρύβεται μια καλή καρδιά. Όσο για τον νευρόσπαστο πέφτουλα ΛάμπροΤσάτσο, πολιτιστικό συντάκτη της εφημερίδας (Στέλιος Δημόπουλος), προκαλεί τόση αμηχανία με την κακόγουστη περούκα και την άνοστη κωμική περσόνα που επινοεί, ώστε ούτε ως καρικατούρα δεν λειτουργεί. Μοιάζει φερμένος από άλλο έργο.
Μικρή έκπληξη της βραδιάς, όσον αφορά την πλοκή πάντα, η εμπιστευτική εξομολόγηση του Ντίμη, αστυνομικού συντάκτη, στη Μαρία, σχετικά με την ομοφυλοφιλία του – κι εδώ έχουμε ίσως τη μόνη περίπτωση όπου η παράσταση αποφεύγει τα κλισέ: τόσο ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος όσο και η Ελεάνα Καυκαλά, που ερμηνεύει τον ρόλο της γκέι φωτογράφου με τσαγανό, αρνούνται οποιαδήποτε στερεοτυπική σημειολογία ως προς το queerness των ηρώων τους.
«Τα ερωτικά αποθέματα της τέχνης ξεραίνονται», παρατηρεί απογοητευμένος ο Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν. Πώς να μην ξεραίνονται, όταν η γλώσσα φτωχοποιείται σε σημείο απελπισίας; Όταν παραδίδεται στην κυριολεξία, στην ταυτολογία, στον δήθεν καθημερινό αλλά τόσο ανιαρό διάλογο για την μπιρίμπα και τη σημασία του φραπέ με παγάκια, στα αστεία με παππούδες που πηδούν ή δεν πηδούν γκομενίτσες, στα άχαρα ευρήματα (το κυνήγι του κουνουπιού) κ.ο.κ.;
Απλούστευση μέχρις εξοντώσεως κάθε ικμάδας – γλωσσικής, ψυχικής, πνευματικής. Αντί να ανακαλύπτουμε νέες αλήθειες (αυτό οραματιζόταν ο Μπρεχτ για το δικό του πολιτικό θέατρο), νέες συναισθηματικές αποχρώσεις, νέες αισθητικές εμπειρίες, βρισκόμαστε παγιδευμένοι σε σκουριασμένα καλούπια που παγώνουν τη σκέψη και μας κόβουν την αναπνοή.
Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παρασταση εδώ
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO