ΣΕ ΒΑΘΟΣ ΠΕΡΙΠΟΥ τριών χιλιομέτρων κάτω από τον θαλάσσιο πυθμένα του κόλπου της Καβάλας, στο σχεδόν εξαντλημένο κοίτασμα του Πρίνου, σχεδιάζεται η πρώτη υποδομή γεωλογικής αποθήκευσης CO₂ στη Νότια Ευρώπη. Καθώς όμως οι αδειοδοτήσεις προχωρούν και το έργο ωριμάζει, οι αντιδράσεις εντείνονται.
Η τοπική κοινωνία βρίσκεται σε αναβρασμό, ενώ σοβαρές διαφωνίες για την υλοποίηση του έργου εκφράζονται και σε επιστημονικό επίπεδο. Το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και η εταιρεία που έχει αναλάβει το έργο δέσμευσης και αποθήκευσης CO₂ στον Πρίνο χαρακτηρίζουν το έργο ως μια κρίσιμη πράσινη υποδομή για τη μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος της βιομηχανίας. Για τους πολίτες και τις επιστημονικές φωνές που είναι απέναντι, η όλη υπόθεση αφορά ένα έργο με τεχνικές και περιβαλλοντικές αβεβαιότητες που δεν έχουν ακόμη ξεκαθαριστεί.
Σύμφωνα με το υπουργείο Περιβάλλοντος και την εταιρεία EnEarth Greece, θυγατρική του ομίλου Energean που δραστηριοποιείται στην εξόρυξη υδρογονανθράκων στον Πρίνο και φορέα υλοποίησης του έργου, το «Πρίνος CO2», όπως ονομάζεται, εντάσσεται στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό για τη δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα (Carbon Capture and Storage/CCS). Πρόκειται για μια τεχνολογία που, όπως υποστηρίζουν, θεωρείται κρίσιμη για την επίτευξη των στόχων κλιματικής ουδετερότητας της Ευρώπης.
Η αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα στον Πρίνο, όπως και όλα τα έργα αντίστοιχης τεχνολογίας, ούτε σταματούν, ούτε περιορίζουν τις εκπομπές CO₂ στην πηγή, αλλά θάβουν το πρόβλημα της ρύπανσης, στην προκειμένη περίπτωση κάτω από τον θαλάσσιο πυθμένα.
Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο για τη δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα, όπως αποτυπώνεται στην Οδηγία 2009/31/ΕΚ. Στόχος είναι να προσφέρει λύση σε βιομηχανικούς κλάδους που δεν μπορούν εύκολα να απανθρακοποιηθούν, δηλαδή, να μειώσουν ουσιαστικά τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Το βασικό επιχείρημα το οποίο απορρέει από την ευρωπαϊκή νομοθεσία που προβάλλουν οι επενδυτές, αλλά και από το υπουργείο Περιβάλλοντος, που έχει προωθήσει το έργο με ταχείες διαδικασίες αδειοδότησης, είναι ότι ο βιομηχανικός κλάδος θα βρεθεί αντιμέτωπος με αυξανόμενο κόστος από την αγορά δικαιωμάτων εκπομπών στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων, γεγονός που θα μπορούσε σταδιακά να οδηγήσει ακόμη και σε παύση λειτουργίας και απώλεια θέσεων εργασίας. Σύμφωνα μ’ αυτή την επιχειρηματολογία, η τεχνολογία της δέσμευσης και αποθήκευσης CO₂ παρουσιάζεται ως η μόνη ρεαλιστική λύση ώστε οι βιομηχανίες να συνεχίσουν να λειτουργούν με όρους ανταγωνιστικότητας, χωρίς να επιβαρύνουν την ατμόσφαιρα.
Οι αντιδράσεις και οι προβληματισμοί
Από την άλλη πλευρά, υπάρχει επιστημονικός αντίλογος και μια κοινωνία σε αναβρασμό. Η δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα στον Πρίνο αμφισβητείται έντονα. Ήδη έχουν κατατεθεί δύο προσφυγές για την ακύρωση της Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) του έργου, η πρώτη από τον δήμο Θάσου και η δεύτερη από 50 συλλόγους, φορείς και πολίτες της Θάσου και της Καβάλας. Για τους κατοίκους, τις συλλογικότητες της περιοχής, τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, τοπικές και μη, όπως είναι η Greenpeace και το WWF, αλλά και πολλούς επιστήμονες, το έργο αυτό δεν αντιμετωπίζει, μεταξύ άλλων, το πρόβλημα στη ρίζα του.
Όπως επισημαίνουν, η αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα στον Πρίνο, όπως και όλα τα έργα αντίστοιχης τεχνολογίας, ούτε σταματούν, ούτε περιορίζουν τις εκπομπές CO₂ στην πηγή, αλλά θάβουν το πρόβλημα της ρύπανσης, στην προκειμένη περίπτωση κάτω από τον θαλάσσιο πυθμένα. Υποστηρίζουν ότι η διοχέτευση του διοξειδίου του άνθρακα στο υπέδαφος για μόνιμη αποθήκευση δημιουργεί ένα μακροχρόνιο πεδίο κινδύνων. Για την πλευρά που βρίσκεται απέναντι στο σχέδιο υπάρχουν ερωτήματα για το κατά πόσο η γεωλογική αποθήκη του Πρίνου μπορεί να εγκλωβίσει το CO₂ με ασφάλεια, χωρίς διαρροές, προτάσσοντας ως νούμερο ένα κίνδυνο τη σεισμική δραστηριότητα, είτε πρόκειται για φυσική σεισμικότητα, είτε για επαγόμενη, δηλαδή τη σεισμικότητα που ενδέχεται να συνδέεται με την έγχυση του διοξειδίου στην υποθαλάσσια αποθήκη.
Οι κίνδυνοι αυτοί, εφόσον προκύψουν, ισχυρίζονται ότι δεν θα είναι διαχειρίσιμοι. Αυτό ακριβώς παρακίνησε και τον Γιάννη Οικονομίδη, μηχανολόγο μηχανικό και πρώην Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Έργων, να ασχοληθεί με το έργο, συμμετέχοντας στη διεπιστημονική ομάδα που συνέστησε ο δήμος Θάσου για να υποστηρίξει σε τεχνικό επίπεδο την αρνητική του στάση απέναντι στην υλοποίηση του έργου. «Τυχόν διαρροή C02 από τον ταμιευτήρα θα οδηγήσει σε οξίνιση του ύδατος, στη μετατροπή δηλαδή του ύδατος σε ασθενές οξύ, με απρόβλεπτες συνέπειες για το θαλάσσιο περιβάλλον και φυσικά την αλιεία. Όλοι σε κάποια χρονική στιγμή έχουμε δει κάποιο ντοκιμαντέρ που αναφέρεται στην καταστροφή των κοραλλιογενών υφάλων των ωκεανών», αναφέρει. «Η καταστροφή αυτή, που συντελείται σταδιακά, έχει ως αιτία το CO2 της ατμόσφαιρας. Φανταστείτε αν αυτή η καταστροφή είχε ως αιτία καθαρό CO2», λέει. Και προσθέτει: «Οι κίνδυνοι είναι εξαιρετικά μεγάλοι και οι πλέον κρίσιμοι, όταν εμφανιστούν, κατά την άποψή μου είναι μη διαχειρίσιμοι».
Στον αντίποδα, η EnEarth Greece παρουσιάζει την τεχνολογία της δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα ως ώριμη και δοκιμασμένη διεθνώς. Όπως επισημαίνει: «Πάνω από 200 εκατ. τόνοι CO2 έχουν αποθηκευτεί με επιτυχία κάτω από το έδαφος, συμπεριλαμβανομένων 26 εκατ. τόνων στη Νορβηγία από το 1996. Δεκαετίες εμπειρίας δείχνουν την ασφάλεια και το εφικτό της αποθήκευσης του CO2, υποστηριζόμενες από έμπειρους ειδικούς. Η τεχνολογία παρακολούθησης εξασφαλίζει τη συγκράτηση του CO2, και καθιερωμένες μέθοδοι αντιμετωπίζουν τυχόν διαρροές, αν και αυτές είναι σπάνιες. Δεν έχει συμβεί ποτέ σημαντική διαρροή διοξειδίου του άνθρακα σε λειτουργία CCS».
Στην κριτική περιλαμβάνεται και η ίδια η αποτελεσματικότητα της τεχνολογίας. Ο Λάζαρος Βασιλειάδης, αν. καθηγητής Πολιτικών Μηχανικών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, πρώην πρόεδρος του ΤΕΕ Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, εξηγεί στη LiFO ότι η συμβολή της δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα σε παγκόσμιο επίπεδο παραμένει περιορισμένη σε σχέση με το σύνολο των εκπομπών: «Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Global CCS Institute, τη διεθνή δεξαμενή σκέψης με αποστολή την επιτάχυνση της δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα παγκοσμίως, το 2025 υπήρχαν σε όλον τον πλανήτη μόνο 77 μονάδες σε λειτουργία και η ποσότητα αποθήκευσης ήταν μόνο 64 εκατ. τόνοι, δηλαδή το 1,68 τις χιλίοις των ετήσιων εκπομπών άνθρακα». Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι «ακόμη και αν υλοποιηθούν όλες οι σχεδιαζόμενες μονάδες ταυτόχρονα –προφανώς είναι αδύνατον να υλοποιηθούν μέσα σε έναν χρόνο–, η αποθηκευμένη ποσότητα θα αντιστοιχεί στο 1,35% των ετήσιων παγκόσμιων εκπομπών». Και προσθέτει: «Η επιλογή για εξάλειψη του διοξειδίου του άνθρακα μέσω αποθήκευσης σε γεωλογικούς σχηματισμούς θυμίζει την προσπάθεια κάποιου να αδειάσει το νερό μιας λίμνης με έναν κουβά. Μόνο που στην περίπτωση της λίμνης δεν υπάρχει ρίσκο».
Απρόσκοπτη η πορεία του έργου παρά τις αντιδράσεις
Παρά τη δημόσια συζήτηση, τις αντιδράσεις των κατοίκων και τις επιστημονικές ενστάσεις που έχουν διατυπωθεί, η πορεία του έργου δεν ανακόπηκε, ούτε επιβραδύνθηκε. Τον Νοέμβριο του 2025 εκδόθηκε η Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) για την πρώτη φάση του έργου και πρόσφατα έπεσαν οι υπογραφές για την άδεια αποθήκευσης από την Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ), η οποία ανακοινώθηκε με πανηγυρικό τρόπο. Το έργο παρουσιάζεται ως υποδομή «εθνικής και στρατηγικής σημασίας», ενταγμένη στον σχεδιασμό για τη μετάβαση σε οικονομία χαμηλών εκπομπών. Στις δηλώσεις του με αφορμή τη χορήγηση της άδειας, ο Σταύρος Παπασταύρου, υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ανέφερε ότι πρόκειται για «μια σημαντική εξέλιξη που συμβάλλει στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και την προστασία του περιβάλλοντος, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας μας», σημειώνοντας ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον στις πρώτες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προχωρούν στην εφαρμογή της τεχνολογίας.
Στην ίδια κατεύθυνση, ο Νικόλαος Ρήγας, επικεφαλής του τομέα αποθήκευσης άνθρακα της Energean, χαρακτήρισε το έργο «το πρώτο στον ευρωπαϊκό Νότο που λαμβάνει άδεια αποθήκευσης στα πρότυπα των πιο προηγμένων χωρών της Ευρώπης», υπογραμμίζοντας ότι συμβάλλει στη διατήρηση της βιομηχανικής δραστηριότητας στην περιοχή. Όπως ανέφερε, μεταξύ άλλων, η επένδυση «προχωρεί με γοργά βήματα», ενώ ήδη έχει ανατεθεί ο προκαταρκτικός τεχνικός σχεδιασμός στην εταιρεία Kent, «μια από τις πλέον καταξιωμένες τεχνικές εταιρείες στον χώρο, που εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο», με στόχο την πλήρη λειτουργία της μονάδας πριν από το 2030.
Το συνολικό ύψος της επένδυσης «Πρίνος CO₂» υπερβαίνει το 1 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας, το έργο έχει ήδη εξασφαλίσει σημαντική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, ύψους περίπου 270 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 150 εκατ. ευρώ προέρχονται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και 120 εκατ. ευρώ από τον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη». Το έργο έχει ενταχθεί στη λίστα Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για μια λίστα ενεργειακών υποδομών που θεωρούνται σημαντικές για την ευρωπαϊκή ενεργειακή και κλιματική πολιτική και μπορούν να λάβουν επιτάχυνση αδειοδοτήσεων και χρηματοδοτική στήριξη. Η ανάπτυξη του έργου προβλέπεται σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση, η αποθηκευτική δυναμικότητα φθάνει έως 1 εκατ. τόνους CO₂ ετησίως για περίπου δύο δεκαετίες. Σε δεύτερη φάση, προβλέπεται σημαντική επέκταση της δυναμικότητας, έως περίπου 2,8 εκατ. τόνους ετησίως.
Η υποδομή περιλαμβάνει χερσαίες εγκαταστάσεις στη Νέα Καρβάλη για την παραλαβή και συμπίεση του CO₂, υποθαλάσσιο αγωγό μήκους περίπου 20 χιλιομέτρων που συνδέει τις εγκαταστάσεις με τις υπεράκτιες εξέδρες, καθώς και γεωτρήσεις εισπίεσης και παραγωγής νερού στο υπεράκτιο συγκρότημα του Πρίνου. Το CO₂ θα μεταφέρεται κυρίως μέσω αγωγών, ενώ σε πιλοτική φάση προβλέπεται και η μεταφορά του με πλοία και φορτηγά.
Μία ΜΠΕ με «γενικόλογο ακαδημαϊσμό» και το «σφουγγάρι»-αποθήκη του CO₂
Το διοξείδιο του άνθρακα θα εκχέεται σε συμπιεσμένη, σχεδόν υγρή μορφή στη γεωλογική «αποθήκη» του Πρίνου, σε μεγάλο βάθος, τριών χιλιομέτρων κάτω από τον θαλάσσιο πυθμένα. Εκεί, το CO₂ θα αποθηκεύεται σε πορώδη πετρώματα, τα οποία καλύπτονται από γεωλογικά στρώματα που θα πρέπει να είναι αδιαπέραστα, τα οποία λειτουργούν ως φυσικό «καπάκι» και θα πρέπει να είναι απολύτως στεγανά σε βάθος χρόνου.
Ο Γ. Οικονομίδης περιγράφει αυτή την πολύπλοκη και εξαιρετικά τεχνική διαδικασία με μια απλή εικόνα: «Φανταστείτε τον ταμιευτήρα στον οποίο θα αποθηκευτεί το CO₂ σαν ένα τεράστιο σφουγγάρι. Εκεί, κάτω από τον πυθμένα της θάλασσας, σε βάθη 2-3 χιλιομέτρων, δεν υπάρχει “κενό”. Υπάρχουν πορώδη πετρώματα, σαν σφουγγάρι ή κυψέλες, των οποίων οι πόροι, μετά την εξόρυξη του πετρελαίου, είναι πλέον γεμάτοι με νερό και άλατα, δηλαδή άλμη. Το CO₂, αφού συλλεχθεί και συμπιεστεί σε μια πυκνή, σχεδόν υγρή μορφή, εγχέεται μέσω γεωτρήσεων βαθιά κάτω από τον θαλάσσιο πυθμένα. Εκεί εισχωρεί στους πόρους των πετρωμάτων, όπως ακριβώς το λάδι σε ένα σφουγγάρι που είναι ήδη γεμάτο νερό. Όμως το νερό δεν εξαφανίζεται. Το CO₂ το εκτοπίζει, αυξάνοντας την πίεση μέσα στον ταμιευτήρα. Αν η πίεση αυτή δεν εκτονωθεί, υπάρχει κίνδυνος να διαταραχθεί η συνοχή του γεωλογικού σχηματισμού. Γι’ αυτό και απαιτούνται παράλληλες γεωτρήσεις άντλησης, μέσω των οποίων αφαιρείται η άλμη, λειτουργώντας ως μια “βαλβίδα εκτόνωσης” του συστήματος».
Πάνω από αυτό το «σφουγγάρι», όπως μας εξηγεί, «βρίσκονται γεωλογικοί σχηματισμοί, πετρώματα που πρέπει να είναι απολύτως στεγανά και να λειτουργούν ως το καπάκι, ως η σφράγιση του ταμιευτήρα. Και εδώ βρίσκεται η κρίσιμη προϋπόθεση: οι γεωλογικοί σχηματισμοί πάνω από τον ταμιευτήρα πρέπει να είναι στεγανοί και να σφραγίζουν τον ταμιευτήρα εξασφαλίζοντας ότι ποτέ, μα ποτέ, και για οποιονδήποτε λόγο και αιτία δεν θα υπάρξει η οποιαδήποτε διαρροή του περιεχομένου του ταμιευτήρα, δηλαδή του CO2, προς τους γεωλογικούς σχηματισμούς και προς τον πυθμένα της θάλασσας», συμπληρώνει.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύονται οι βασικοί κίνδυνοι που μας επισημαίνουν επιστήμονες, φορείς και περιβαλλοντικές οργανώσεις: η διάβρωση των γεωλογικών σχηματισμών και των υλικών, η τεκτονική και επαγόμενη σεισμικότητα, η ύπαρξη παλαιών γεωτρήσεων που μπορούν να λειτουργήσουν ως «οδοί διαφυγής», αλλά και οι πιθανές επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον και τα ευαίσθητα οικοσυστήματα της περιοχής: «Το έργο, άλλωστε, δεν σχεδιάζεται σε μια ουδέτερη θαλάσσια ζώνη, αλλά μέσα σε προστατευόμενη περιοχή του δικτύου Natura 2000, με σημαντικά είδη και οικοτόπους, θαλάσσια θηλαστικά, πουλιά, λιβάδια Ποσειδωνίας και πολύτιμα αλιευτικά πεδία», αναφέρoυν στη LiFO μέλη της οργάνωσης Οικοτοπία, που βρίσκεται απέναντι από την επένδυση, μαζί με δεκάδες άλλες πρωτοβουλίες πολιτών.
Ο μηχανολόγος-μηχανικός Γ. Οικονομίδης μεταφέρει την κριτική αυτή απευθείας στον πυρήνα της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), που αφορά τους κινδύνους και τη διαχείρισή τους: «Αν με ρωτούσατε ποιο είναι το πιο ουσιαστικό μέρος της ΜΠΕ του έργου, πέρα από την κατανόηση του σχεδιασμού του, θα σας έλεγα χωρίς περιστροφή το κεφάλαιο του εντοπισμού, της αξιολόγησης και της διαχείρισης των κινδύνων από την υλοποίησή του». Η διαπίστωση αυτή, όπως μας εξηγεί, «αποτελεί προϊόν της συμμετοχής ενός σημαντικού αριθμού επιστημόνων στην άτυπη ομάδα που συγκρότησα: χημικοί μηχανικοί, γεωλόγοι, περιβαλλοντολόγοι και, προφανώς, νομικοί». Και προσθέτει: «Τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη ΜΠΕ αριθμούν κοντά στις 2.000 σελίδες, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων και της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης. Παρά το γιγαντιαίο μέγεθός τους, οι κρίσιμοι κίνδυνοι και η διαχείρισή τους αναγνωρίζονται και αντιμετωπίζονται στις ΜΠΕ με έναν γενικόλογο ακαδημαϊσμό, ενώ οι επιπτώσεις τους εν τέλει υποβαθμίζονται και αξιολογούνται, στην πλειονότητά τους, ως αμελητέες έως μέτριες», λέει.
«Ακόμα και σε ό,τι αφορά ιδιαίτερα μεγάλους και κρίσιμους κινδύνους, γεωλογία, σεισμικότητα, διαρροή CO₂, περιβαλλοντική καταστροφή, δηλαδή “κινδύνους υψηλής επίπτωσης”, τα μέτρα μετριασμού που προτείνονται αποτελούν αόριστες γενικολογίες, που συνοδεύονται από υποτυπώδεις ενέργειες και δράσεις και δεν οδηγούν, όπως θα όφειλαν, στην ουσιαστική αντιμετώπισή τους», προσθέτει.
Οι τεχνικές εκθέσεις για τη σεισμικότητα και τη διάβρωση των γεωλογικών σχηματισμών και τις παλιές γεωτρήσεις
Και οι δύο προσφυγές που έχουν κατατεθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας συνοδεύονται από τεχνικές αναλύσεις σημαντικών επιστημόνων για τους κινδύνους διαρροής που μπορεί να προκύψουν από το έργο. Στην αίτηση ακύρωσης της ΑΕΠΟ που έχει καταθέσει ο δήμος Θάσου περιλαμβάνεται η τεχνική έκθεση του Θεόδωρου Καραπάντσιου, καθηγητή στο τμήμα Χημείας του ΑΠΘ, η οποία εστιάζει στη χημική συμπεριφορά των γεωλογικών σχηματισμών που βρίσκονται πάνω από τον ταμιευτήρα και στις επιπτώσεις που μπορεί να έχει σε αυτούς η μακροχρόνια έκθεση στο CO₂. Με απλά λόγια, η έκθεση εστιάζει στο πώς το CO₂ μπορεί με τον χρόνο να διαβρώσει τους γεωλογικούς σχηματισμούς που το κρατούν εγκλωβισμένο. Ειδική αναφορά γίνεται και στις παλαιές, εγκαταλελειμμένες γεωτρήσεις, οι οποίες, όπως εξηγεί ο Γ. Οικονομίδης, «αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους δυνητικούς μηχανισμούς διαρροής CO₂». Στην περίπτωση που «η γεώτρηση δεν έχει σφραγιστεί σωστά ή έχει υποστεί φθορά με τον χρόνο, μπορεί να λειτουργήσει ως κατακόρυφος αγωγός διαρροής, επιτρέποντας στο CO₂ να μετακινηθεί προς ανώτερα στρώματα ή ακόμα και στην επιφάνεια».
Το ίδιο βεβαίως ισχύει, κατά τον κ. Καραπάντσιο, και για τους γεωλογικούς σχηματισμούς που λειτουργούν ως φράγμα/καπάκι πάνω από τον ταμιευτήρα μέσα στον οποίο αποθηκεύεται το διοξείδιο του άνθρακα. Ειδικότερα, στην έκθεση, βάσει ενός εκ των αποσπασμάτων που μεταφέρεται στο κύριο σώμα της προσφυγής, αναφέρεται: «Η αστοχία του καλύμματος είναι καθοριστικός παράγοντας ασφαλείας. Θερμομηχανικές μεταβολές, διατμηματικές τάσεις και ετερογένειες στη δομή του μπορούν να οδηγήσουν σε ρωγμές και απώλεια της στεγανότητας. Σε περιπτώσεις που το κάλυμμα είναι αργιλικής φύσης και έχει υποστεί ιστορικά τεκτονική καταπόνηση, η αξιολόγηση αυτών των κινδύνων είναι κρίσιμη. Ένας άλλος κρίσιμος παράγοντας είναι η ακεραιότητα/στεγανότητα των γεωτρήσεων. Το CO2 είναι χημικά ενεργό και μπορεί να διαβρώσει το τσιμέντο και τα μεταλλικά περιβλήματα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για παλαιές γεωτρήσεις παραγωγής πετρελαίου που επαναχρησιμοποιούνται. Η διάβρωση και η μηχανική κόπωση από αυξομειώσεις πίεσης ή θερμοκρασίας μπορεί να προκαλέσουν ρωγμές και να επιτρέψουν τη διαρροή του CO2 στην υδάτινη στήλη ή στην ατμόσφαιρα».
Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα που αναδεικνύονται στις τεχνικές εκθέσεις αφορά τη σεισμικότητα, τόσο τη φυσική όσο και την επαγόμενη, δηλαδή αυτή που μπορεί να προκληθεί από την ίδια τη διαδικασία της εισπίεσης, δηλαδή τους σεισμούς που μπορεί να προκαλέσει η ίδια η διαδικασία της έγχυσης του CO₂ στο υπέδαφος κάτω από τον θαλάσσιο πυθμένα.
Η τεχνική έκθεση των σεισμολόγων Γεράσιμου Παπαδόπουλου και Ιωάννας Τριανταφύλλου, η οποία συνοδεύει την προσφυγή κατοίκων και φορέων στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αναφέρει στα συμπεράσματά της τα εξής για τη ΜΠΕ της επένδυσης, στην οποία αξιολογείται και η σεισμικότητα της περιοχής: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εκτέλεση της ΜΠΕ απαίτησε τη σύμπραξη πολλών ειδικών και την αφιέρωση σημαντικού χρόνου μελέτης και συγγραφής. Ωστόσο, η αξιολόγηση της σεισμικής επικινδυνότητας για το Έργο αποθήκευσης CO2 στην περιοχή του Πρίνου, όπως προκύπτει από την προσέγγιση της ΜΠΕ, δεν ικανοποιεί τις ελάχιστες απαιτήσεις που απαιτούνται στην περίπτωση τέτοιων σημαντικών και κρίσιμων έργων με μεγάλη διάρκεια ζωής». Όπως επισημαίνουν οι δύο σεισμολόγοι, η εκτίμηση που γίνεται στη μελέτη βασίζεται σε περιορισμένα δεδομένα.
σεισμολόγος
«Συνεπώς, η ΜΠΕ στηρίζεται μόνο στη φαινόμενη σεισμικότητα της περιοχής και προβαίνει σε εκτίμηση της σεισμικότητας με απλό ποιοτικό τρόπο, χωρίς να υπεισέρχεται στον απαραίτητο ποσοτικό προσδιορισμό της πραγματικής μακροπρόθεσμης σεισμικότητας». Καταλήγουν ότι για έργα τέτοιας κλίμακας και διάρκειας απαιτείται διαφορετική προσέγγιση: «Στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβάλλεται η ποσοτική εκτίμηση της πραγματικής μακροπρόθεσμης σεισμικότητας, με χρονικό ορίζοντα εκατοντάδων ετών. Μια τέτοια προσέγγιση επιβάλλεται για έργα ειδικού ενδιαφέροντος και κρίσιμης σημασίας με μακροχρόνιο προβλεπόμενο χρόνο ζωής».
Η διεθνής εμπειρία και οι μονάδες αποθήκευσης στον ευρωπαϊκό Βορρά και στις ΗΠΑ
Μια βασική διάσταση της κριτικής που διατυπώνεται αφορά και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η διεθνής εμπειρία γύρω από την αποθήκευση CO₂. Από την πλευρά του υπουργείου Περιβάλλοντος, το έργο προβάλλεται ως μια πρωτοποριακή ενεργειακή υποδομή, που φέρνει τη χώρα στην πρώτη γραμμή των νέων τεχνολογιών για την κλιματική μετάβαση. Στο ίδιο πλαίσιο, τονίζεται ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον ανάμεσα στις πρώτες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προχωρούν στην εφαρμογή της γεωλογικής αποθήκευσης CO₂, μαζί με χώρες όπως η Ολλανδία και η Δανία, οι οποίες ήδη αναπτύσσουν αντίστοιχα έργα.
Ωστόσο, ο Λάζαρος Βασιλειάδης υποστηρίζει ότι η εικόνα αυτή δεν αποτυπώνει πλήρως τη διεθνή πραγματικότητα της τεχνολογίας. Όπως επισημαίνει, ένα κρίσιμο στοιχείο, το οποίο κατά τον ίδιο αποσιωπάται, είναι η φύση των περισσότερων έργων που λειτουργούν σήμερα: «Πρέπει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες μονάδες (σε ποσοστό πάνω από το 90%) είναι μονάδες είτε παραγωγής φυσικού αερίου οι οποίες αφαιρούν το CO2 που περιέχεται σε αυτό και αντί να το αφήσουν να διαφύγει στην ατμόσφαιρα το αποθηκεύουν (όπως οι “πρότυπες” μονάδες Sleipner και Snohvit στη Νορβηγία, καθώς και η Gorgon του ενεργειακού κολοσσού Chevron, η μεγαλύτερη μονάδα στον κόσμο στη δυτική Αυστραλία), είτε μονάδες που χρησιμοποιούν CO2 για βελτιωμένη ανάκτηση πετρελαίου και φυσικού αερίου, σε έναν κλειστό κύκλο στον οποίο το διοξείδιο του άνθρακα επαναχρησιμοποιείται. Αυτή η σημαντική διαφορά των έργων που υπάρχουν παγκοσμίως με το σχεδιαζόμενο έργο αποθήκευσης στον Πρίνο επιμελώς αποσιωπάται, τόσο από την εταιρεία και την ΕΔΕΥΕΠ (κρατική εταιρεία υδρογονανθράκων) όσο και από τους επιστήμονες που έχουν αναλάβει να υποστηρίξουν το έργο. Η πρώτη μονάδα αποθήκευσης στην Ευρώπη που αποθηκεύει CO2 το οποίο προέρχεται από τη βιομηχανία τσιμέντων είναι η Northern Lights της Νορβηγίας, που μόλις τον Αύγουστο του 2025 τέθηκε σε λειτουργία», λέει.
Κάτι που επίσης αμφισβητείται από τους επιστήμονες που βρίσκονται απέναντι στην επένδυση είναι η ωριμότητα της τεχνολογίας και η διεθνής της αποτελεσματικότητα, που υποστηρίζεται από την εταιρεία η οποία υλοποιεί το έργο. Ο καθηγητής Βασιλειάδης μάς παραθέτει μια σειρά χαρακτηριστικών παραδειγμάτων στα οποία υπήρξαν αστοχίες. Στο έργο Sleipner στη Νορβηγία, την πρώτη υπεράκτια εφαρμογή CCS παγκοσμίως, «υπήρξαν διαρροές που ανακαλύφθηκαν με σχηματισμό φιλμ λαδιού στην επιφάνεια του νερού, λόγω υπερβολικής πίεσης που ασκήθηκε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ρωγμές στη στεγανή οροφή. Το CO2 που εγχύθηκε συμπεριφέρθηκε εντελώς διαφορετικά από ό,τι περίμεναν και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ανέβηκε σε στρώματα που βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην επιφάνεια».
Αντίστοιχα, στο έργο Snøhvit στη Νορβηγία, στη Θάλασσα Μπάρεντς, είναι ένα υπεράκτιο κοίτασμα φυσικού αερίου στη βόρεια Νορβηγία, το οποίο προμηθεύει αέριο στην εγκατάσταση παραγωγής LNG. Το παραγόμενο φυσικό αέριο περιέχει 5-6% CO2, διαχωρίζεται και το CO2 διοχετεύεται πίσω στο κοίτασμα. Η πίεση ανέβηκε γρήγορα σε κρίσιμες περιοχές. Μόνο η τρίτη προσπάθεια είχε θετικό αποτέλεσμα.
Στην περίπτωση του In Salah στην Αλγερία, η πίεση έγχυσης του CO2 ξεπέρασε τα όρια αντοχής των πετρωμάτων: «Το έργο CCS στο Salah (Αλγερία) απέτυχε εντελώς. Οι διαχειριστές του έργου αγνόησαν την απροσδόκητα ταχεία αύξηση της πίεσης στη δεξαμενή CO2 για πάρα πολύ καιρό. Στην περιοχή πάνω από την υπόγεια αποθήκη, το έδαφος ανέβηκε κατά αρκετά εκατοστά. Ωστόσο, τα τρισδιάστατα σεισμικά δεδομένα και τα προηγούμενα γεωλογικά ευρήματα από την παραγωγή αερίου ήταν σε εξαιρετική συμφωνία (όπως και στον Πρίνο)», λέει. Και προσθέτει: «Η περιοχή δεν είναι κατοικημένη, επομένως δεν επηρεάστηκαν ούτε κτίρια ούτε άνθρωποι. Παρά το παχύ στρώμα κάλυψης, υπήρχε κίνδυνος περαιτέρω ρωγμών και ανεξέλεγκτης απελευθέρωσης CO2. Το έργο σταμάτησε και τελικά τερματίστηκε. Συνολικά, μόνο 3,8 εκατ. τόνοι CO2 μπορούσαν να εναποτεθούν».
Μας αναφέρει επίσης το έργο της Chevron: « Η αυστραλιανή κυβέρνηση υποστήριξε το έργο με 60 εκατ. δολάρια Αυστραλίας. Η μονάδα τέθηκε σε λειτουργία υπό την προϋπόθεση ότι η Chevron θα δέσμευε και θα αποθήκευε για (5) χρόνια τουλάχιστον το 80% των εκπομπών CO2 που απελευθερώνονται. Το 2021 αποκαλύφθηκε ότι το σύστημα έγχυσης CO2 ήταν φραγμένο με άμμο. Το Συμβούλιο της Δυτικής Αυστραλίας ζήτησε το κλείσιμο του εργοστασίου μέχρι να αποκατασταθεί το πρόβλημα», λέει. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το έργο Great Plains, παρά τη μακροχρόνια λειτουργία του, έχει δεσμεύσει μέχρι σήμερα μόλις 1,9 εκατ. τόνους CO₂. Το Petra Nova, ένα από τα πιο γνωστά έργα δέσμευσης άνθρακα, διακόπηκε το 2021 για οικονομικούς λόγους, παρά τη σημαντική δημόσια χρηματοδότηση που είχε λάβει, αποθηκεύοντας λιγότερο από 2 εκατ. τόνους ετησίως.
Αντίστοιχα, το έργο ROAD στο Ρότερνταμ «σχεδιάστηκε για να δεσμεύσει το CO2 από ένα νεοκατασκευασθέν εργοστάσιο άνθρακα και να το αποθηκεύσει σε υπόγειο σχηματισμό ανοιχτά του Ρότερνταμ. Tο έργο χρηματοδοτήθηκε με πάνω από 200 εκατ. ευρώ δημόσιου χρήματος, αλλά για οικονομικούς λόγους δεν συνεχίστηκε», λέει.
Οι αναφορές αυτές σε διεθνή παραδείγματα χρησιμοποιούνται, όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, για να αναδείξουν τις τεχνικές και οικονομικές προκλήσεις που μπορεί να συνοδεύουν τέτοιου είδους έργα. Όπως επισημαίνουν πολίτες και φορείς που έχουν προσφύγει στη Δικαιοσύνη, πριν από την άδεια αποθήκευσης επί της αρχικής ΑΕΠΟ έχει προηγηθεί δημόσια διαβούλευση για νέα Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η οποία λειτουργεί ως τροποποιητική της ίδιας απόφασης που έχει ήδη προσβληθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Η νομικός Σοφία Παυλάκη, η οποία κατέθεσε τη μία εκ των δυο αιτήσεων ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, υποστηρίζει ότι η τροποποιητική ΜΠΕ επιβεβαιώνει μια πρακτική σταδιακής μεταβολής του έργου μέσα από διαδοχικές εγκρίσεις. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «στις μελέτες και στην ΑΕΠΟ του έργου επιχειρείται μία άνευ προηγουμένου καταστρατήγηση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, με τη διαρκή αυθαίρετη τεχνητή κατάτμησή του σε ολοένα μικρότερες φάσεις και μέρη, η οποία απαγορεύεται από την αδειοδοτική νομοθεσία της χώρας και της Ε.Ε. και έχει κριθεί μη νόμιμη και από τη νομολογία του ΣτΕ». Παράλληλα, η ίδια δικηγόρος έχει καταθέσει και αναλυτική έγγραφη αναφορά στην Επιτροπή Αναφορών του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου εκ μέρους 50 συλλόγων, φορέων και πολιτών από τη Θάσο και την Καβάλα.