Έναν χρόνο μετά τον φόρο τιμής στον ανεξάρτητο κινηματογράφο διά του Σον Μπέικερ, είχε να ψηφίσει αυτήν τη φορά ανάμεσα σε δυο Αμερικανούς, τους δημιουργούς του «Μια μάχη μετά την άλλη» και του «Sinners», που ανέβαινε μετεωρικά στα προγνωστικά όσο πλησιάζαμε στην απονομή, και επέλεξε, ορθώς, τον καλύτερο, βαδίζοντας στη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Μετά από έντεκα άσφαιρες υποψηφιότητες, ο Πολ Τόμας Άντερσον κέρδισε και τα τρία προσωπικά Όσκαρ για τα οποία ήταν υποψήφιος στην 98η απονομή, δηλαδή της καλύτερης ταινίας, της σκηνοθεσίας και του σεναρίου για το «Μια μάχη μετά την άλλη».
Με 6 Όσκαρ συνολικά, μαζί με εκείνα του δεύτερου ανδρικού ρόλου, του κάστινγκ για την επί τριάντα χρόνια αχώριστη συνεργάτιδά του, Κασσάνδρα Κουλουκουντή, και του μοντάζ που, όπως και στην περίπτωση του «Ανόρα» και τόσων άλλων στο παρελθόν, αποτελεί σαφή ένδειξη για τον παλμό της βραδιάς, ο PTA επέμεινε στην εμπιστοσύνη που αναπτύσσεται στη μακρά διαδικασία της δημιουργίας, στον ζωτικό ρόλο της οικογένειας, στον κόπο για να παραδοθεί κάτι τόσο μεγάλο και ολοκληρωμένο βάσει των αρχικών προδιαγραφών. Αντέδρασε με ταπεινότητα και τρακ, πιστός στην αρχή του να μην εμπλέξει την ταινία του με οποιαδήποτε πολιτική επικαιρότητα, σε μια βραδιά με λίγες αιχμές και μια ηχηρή απουσία.
Η ύβρις τιμωρήθηκε με το γάντι, και παρά τον σχετικό θρίαμβο του «Μια Μάχη μετά την Άλλη», οι «Αμαρτωλοί» είπαν την τελευταία λέξη επί του δράματος και του σασπένς, στην πιο αμφίρροπη μάχη της βραδιάς, στην κατηγορία του πρώτου ανδρικού ρόλου.
Όλοι αναρωτιόντουσαν πού είναι ο Σον Πεν, ο οποίος, με το τρίτο Όσκαρ για τον ρόλο του συνταγματάρχη Λόκτζο, έπιασε τον Τζακ Νίκολσον, την Ίνγκριντ Μπέργκμαν και τη Μέριλ Στριπ στο κλαμπ των νικητών με δυο πρώτου και ένα δεύτερου – η Κάθριν Χέπμπορν είναι στην κορυφή με τέσσερα πρώτου ρόλου, ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις έχει τρία πρώτου, ενώ ο καρατερίστας Γουόλτερ Μπρέναν είχε τρία δεύτερου από τα ’30s. Υποτίθεται πως η Ακαδημία είχε αρνηθεί στον Πεν το δικαίωμα να μιλήσει ανοιχτά εναντίον της Ρωσίας το 2023 κι εκείνος εξεμάνη, απαντώντας «δεν μου επιτρέπουν να πω τη γνώμη μου, και κοιτάξτε πού κατάντησε η φάση με τον Γουίλ Σμιθ και τη σφαλιάρα στον Κρις Ροκ». Εκπρόσωπός του αρνήθηκε να διευκρινίσει αν βρίσκεται κάπου κοντά ή έχει μεταβεί στην Ουκρανία, εκεί που αναπαύεται ένα από τα Όσκαρ που έχει δανείσει στον φίλο του, τον Βολοντιμίρ Ζελένσκι, μέχρι να του το επιστρέψει στο Μάλιμπου όταν με το καλό λήξει ο πόλεμος, και κανείς δεν είναι σίγουρος αν θα τηρήσει την υπόσχεσή του να λιώσει τα αγαλματίδιά του από το «Milk» και το «Σκοτεινό Ποτάμι» για να γίνουν πυρομαχικά εναντίον των Ρώσων, ή απλώς δεν ήθελε να συμμετάσχει σε μια ακόμη γιορτή μετά τις Χρυσές Σφαίρες, όπου οι κάμερες τον έπιασαν να καπνίζει χαρακτηριστικά μέσα στην αίθουσα, αλλά χάθηκε η ευκαιρία για το speech της βραδιάς.
Κι έτσι περιοριστήκαμε στην αντιπολεμική έκκληση του πρωταγωνιστή του βραβευμένου ντοκιμαντέρ «Mr Nobody against Putin», και στο επιγραμματικό «Όχι στον πόλεμο, Λευτεριά στην Παλαιστίνη» από τον απονεμητή Χαβιέρ Μπαρδέμ, ενώ η ατάκα της βραδιάς ήρθε από το δίκαιο Όσκαρ στην Τζέσι Μπάκλεϊ (και το μοναδικό για το «Άμνετ»), την πρώτη Ιρλανδή μετά την Μπρέντα Φρίκερ που ανεβαίνει στη σκηνή, η οποία θυμήθηκε το όμορφο χάος της μητρικής καρδιάς, ανήμερα της Γιορτής της Μητέρας στη χώρα της.
Ο «Φρανκενστάιν» κέρδισε για το μακιγιάζ, τα κοστούμια και τα σκηνικά, ακριβώς τα τρία Όσκαρ που διεκδικούσε δηλαδή, όπως και το «K-Pop Demon Hunters» για τις δυο υποψηφιότητές του, στο animation και την κατηγορία τραγουδιού για το «Golden».
Οι Ράιαν Κούγκλερ τελικά δεν έσπασε το ρόδι για να γίνει ο πρώτος μαύρος σκηνοθέτης με Όσκαρ στην κυρίως λευκή και ανδρική prestige κατηγορία, και περιορίστηκε στο «τιμητικό» Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου, όπως και ο Τζόρνταν Πιλ στο «Τρέξε». Το κλίμα ήταν ιδιαίτερα θετικό για τους «Αμαρτωλούς» σε όλη τη διάρκεια της βραδιάς των τεσσάρων Όσκαρ, ένα από τα οποία κατέληξε στην πρώτη ever διευθύντρια φωτογραφίας με Όσκαρ, την Ότομ Ντουράλντ Άκαποου, και ειδικά στην πανηγυρική (ανα)παράσταση του «I Lied to You». Από την πολυπληθή εκτέλεση του υποψήφιου τραγουδιού, και ανάμεσα στον Ραφαέλ Σααντίκ, τον Μάιλς Κέιτον και τους χορευτές, ξεπρόβαλε η πρίμα μπαλαρίνα Μίστι Κόουπλαντ σε μια έκρηξη καλλιτεχνικής συμπερίληψης, μπροστά στο πρόσωπο του πάλλευκα ντυμένου και αναμενόμενα χλωμού Τίμοθι Σαλαμέ και της Κάιλι Τζένερ, που κάθονταν στην πρώτη σειρά του Dolby και παρακολουθούσαν την προδιαγεγραμμένη αποκαθήλωση σαν εφιάλτη που ερχόταν με ταχύτητα προς το μέρος τους για να συνθλίψει τις λίγες ελπίδες για ένα Όσκαρ. Η τρολιά έγινε σοβαρά, μέσα από τη μουσική σύνοψη του «Sinners», κι όχι από αστείο σχόλιο, συνεπώς είχε νόημα και υπολογίστηκε σαν καλοζυγισμένη μαχαιριά στο θράσος ενός ηθοποιού να θίξει καλλιτέχνες από συγγενείς χώρους, όποια καλή πρόθεση και να είχε κατά βάθος το επιχείρημα τού ζωντανού mainstream έναντι της τέχνης για την ελίτ.
Ένα δάκρυ πνίγηκε στα μάτια του Τίμοθι Σαλαμέ χθες το βράδυ τη στιγμή που αντήχησε η νίκη του Μάικλ Μπ. Τζόρνταν στο Dolby Theater στο Λος Άντζελες, ένας στεναγμός χαμογελαστός αλλά τόσο σφιγμένος για τον ηθοποιό που, αν πέρυσι λιποθύμησε μέσα του που έχασε με brutalist τρόπο, φέτος έχασε με ένα παταγώδες αυτογκόλ, και δεν έχει παρά να κατηγορεί για πάντα τον μάνατζερ εαυτό του για τη μέθοδο. Δεν ήταν τόσο το άστοχο σχόλιό του για το μπαλέτο και την όπερα, αλλά η συμφορά από την πολλή καμπάνια, που μάλλον έπληξε ανεπανόρθωτα τις ελπίδες του Αμερικανού ηθοποιού να πάρει ένα Όσκαρ, όχι πριν, για να κάνει ρεκόρ όπως θα γινόταν πέρυσι, αλλά ακριβώς στα 30 του χρόνια, και ποιος ξέρει πόσα ακόμη στο λαμπρό του μέλλον. Αυτή ακριβώς η προοπτική μοιάζει να μηδενίζεται από σήμερα: σαν τον Μάρτιν Μάουζερ που ονειρεύτηκε «ψηλά» για να εξελιχθεί μανιακά σε «Marty Supreme», ο Σαλαμέ θα πρέπει να υποστεί την καμπάνια για το τρίτο μέρος του «Dune» στο τέλος του 2026, ή να κρυφτεί επίτηδες για να αποφύγει τα προφανή, να δει πώς μπορεί να απολογηθεί χωρίς να φαίνεται πως ζητά συγγνώμη, γιατί αυτό θα είναι κι άλλη καταστροφή, αν θα δώσει μια μεγάλη συνέντευξη κάπου για να τον ακούσουν όλοι (αν και το υπερβολικό μπλα μπλα τού στοίχισε) ή αν θα κάτσει σπίτι του ήσυχος για να σκεφτεί πραγματικά τι χρειάζεται να διορθώσει σε μια πορεία που εξετράπη και μια καριέρα που κινδυνεύει να στιγματιστεί πραγματικά τσάμπα. Στο πάρτι του «Vanity Fair» πήγε, αξιοπρεπής good sport αν και σβησμένος, σαν να μεγάλωσε απότομα ο αιώνιος έφηβος ράπερ που αστραποβολούσε ταλέντο και μετέδιδε ενθουσιασμό σε κάθε του ενέργεια.
Ήδη από το ξεκίνημα, ο οικοδεσπότης Κόναν Ο’ Μπράιαν έδειξε τον δρόμο της παρωδίας στα καβαλημένα καλάμια του χώρου, όταν στον μονόλογό του προσέθεσε ένα σκετς όπου ο ίδιος κερδίζει ένα επινοημένο Όσκαρ, τον ντύνουν με βελούδα και του περνούν το στέμμα, τον ευλογεί ο Πάπας και αυτοενθρονίζεται σκαρφαλώνοντας σε ένα βουνό για να χαιρετίσει τους χαμένους, ενώ ένας αετός τού φέρνει το αγαλματίδιο. Ο Σαλαμέ πρέπει να ενόχλησε πολύ το Χόλιγουντ και την Ακαδημία, όσο και τον υπόλοιπο πλανήτη που δεν ψηφίζει στα Όσκαρ. Υπάρχει μια στιγμή που ακόμη και όσοι καλούνται ψύχραιμα να αποτιμήσουν την καλλιτεχνική προσπάθεια, λένε «basta» και προχωρούν στον επόμενο. Ειδικά αν η εναλλακτική επιλογή για φέτος ήταν ο πρωταγωνιστής του «Sinners», ακόμη καλύτερα. Ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν έγινε ο πρώτος ηθοποιός που παίρνει Όσκαρ για διπλό ρόλο από την εποχή του Λι Μάρβιν στη «Λησταρχίνα», 60 χρόνια πριν, και συνεχίζει την κληρονομιά των ελάχιστων Αφροαμερικανών στην περίοπτη αυτή κατηγορία – ο έκτος μετά τους Σίντνεϊ Πουατιέ, Ντενζέλ Γουόσινγκτον, Φόρεστ Γουίτακερ, Τζέιμι Φοξ και Γουίλ Σμιθ.
Ο Τζόρνταν, 39 ετών –όπως και ο κολλητός του, Ράιαν Κούγκλερ–, που δεν ξεχνά πως το μεγαλύτερο μάθημα υποκριτικής το έλαβε παρακολουθώντας σπουδαίους συναδέλφους του όσο έπαιζε στην εμβληματική και παραδόξως αβράβευτη αστυνομική σειρά του HBO, «The Wire», στην αρχή της καριέρας του, ήρθε στην τελετή με τη μάνα του και χαιρέτισε τον πατέρα και τα άλλα μέλη της οικογένειάς του που ταξίδεψαν στο Λος Άντζελες από την Γκάνα, και μετά το γιόρτασε στο μπεργκεράδικο In N Out, σεμνά, χωρίς κοσμικότητες, ένα statement για το ποιος είναι και πού πατάει.
Η ύβρις τιμωρήθηκε με το γάντι, και παρά τον σχετικό θρίαμβο του «Μια Μάχη μετά την Άλλη», οι «Αμαρτωλοί» είπαν την τελευταία λέξη επί του δράματος και του σασπένς, στην πιο αμφίρροπη μάχη της βραδιάς, στην κατηγορία του πρώτου ανδρικού ρόλου. Τις εντυπώσεις θόλωσε μόνο ο Ντελρόι Λίντο: τη στιγμή που ανακοινώθηκε το όνομα του Σον Πεν, δεν έκρυψε τη δυσαρέσκειά του, σοκαρισμένος που δεν προτιμήθηκε ο ίδιος, ή κάποιος άλλος, σαν να έλεγε, ακόμη ένας λευκός, και μάλιστα για τρίτη φορά, για πόσο ακόμη…