Ο ΑΝΤΡΙΟΥ ΤΕΪΤ δεν διαβάζει βιβλία. Σε ένα βίντεο που επανήλθε πρόσφατα στην επικαιρότητα, ο διαβόητος, πολωτικός influencer εξηγούσε τον λόγο. Τα βιβλία, υποστήριζε, είναι «πολύ αργά» και ο εγκέφαλός του είναι «πολύ προχωρημένος» για να απολαύσει ένα τόσο χαμηλής ταχύτητας μέσο: «Χρειάζομαι δράση. Χρειάζομαι συνεχώς χάος στη ζωή μου για να νιώθω ικανοποιημένος». Κι αν η «βραδύτητα» των βιβλίων δεν είναι αδυναμία αλλά αρετή, μια αρετή που σε αυτή την ψηφιακή εποχή κινδυνεύουμε να χάσουμε; Η ιστορία της ανάγνωσης είναι μια ιστορία τεχνολογικών ανατροπών, στην οποία οι επαναστατικές καινοτομίες στον σχεδιασμό και στη διαθεσιμότητα των βιβλίων έχουν επιφέρει ριζικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο διαβάζονται.
Μέχρι το 1000 μ.Χ. περίπου τα περισσότερα βιβλία ήταν γραμμένα σε ένα στυλ γνωστό ως scriptio continua το οποίο παρουσίαζε το κείμενο σε μια αδιάσπαστη ροή γραμμάτων χωρίς ενδείξεις για το πού τελείωνε η μία λέξη και πού ξεκινούσε η επόμενη. Αυτά τα κείμενα δεν μπορούσαν να διαβαστούν αποσπασματικά. Έπρεπε να διαβάζονται δυνατά για να επιτρέψουν στο αυτί να ξεδιαλύνει αυτό που στο μάτι φαινόταν μια συνεχής ροή σημείων. Στην πρώιμη μεσαιωνική Ευρώπη, τα μοναστήρια ήταν οι κύριοι χώροι τόσο της ανάγνωσης όσο και της παραγωγής βιβλίων. Οι μοναχοί και οι μοναχές διάβαζαν δυνατά για ώρες κάθε μέρα, αργά, στοχαστικά και προσεκτικά, με έναν τρόπο γνωστό ως lectio divina. Η απουσία διαστήματος μεταξύ των λέξεων ανάγκαζε τους αναγνώστες να καθυστερούν και να ξαναδιαβάζουν με προσοχή το κείμενο, «δοκιμάζοντας» κάθε συλλαβή στο στόμα τους σαν μια γουλιά κρασί, δίνοντας προσοχή στην κάθε της απόχρωση.
Τα οφέλη σε επίπεδο πληροφορίας είναι αναμφισβήτητα, αλλά το κόστος σε επίπεδο προσοχής, στοχασμού και αναστοχασμού είναι εξίσου σημαντικό.
Από τον 11ο αιώνα και μετά, όμως, μια σειρά αλλαγών έκανε τη σιωπηλή ανάγνωση πιο φυσική, και στη συνέχεια ήρθε και η ταχύτερη ανάγνωση. Τα διαστήματα μεταξύ των λέξεων, μαζί με τους τίτλους των κεφαλαίων, τους δείκτες και τους πίνακες περιεχομένων, βοήθησαν στην οργάνωση του διευρυμένου σώματος γνώσεων και το έκαναν πιο εύκολα προσβάσιμο. Οι ακαδημαϊκοί και οι γραφειοκράτες καλωσόρισαν τη δυνατότητα να συμβουλεύονται τα βιβλία με μια ματιά και να εξάγουν πληροφορίες χωρίς να τα διαβάζουν από την αρχή μέχρι το τέλος. Ωστόσο, η δυνατότητα να διαβάζει κανείς επιφανειακά τα κείμενα δεν αντικατέστησε τις διανοητικές συνήθειες της κριτικής σκέψης, της στοχαστικής ανάλυσης και της διάκρισης που προερχόταν από την αργή, βαθιά ανάγνωση.
Η τυπογραφία τον 15ο αιώνα μεταμόρφωσε ριζικά τη σχέση μας με τα βιβλία, διευρύνοντας την πρόσβασή μας σε αυτά. Το 1597, ο επιστήμονας και φιλόσοφος Φράνσις Μπέικον συμβούλευε τους αναγνώστες να διαβάζουν προσεκτικά λίγα, επιλεγμένα βιβλία: «Μερικά βιβλία πρέπει να τα γεύεσαι, άλλα να τα καταπίνεις, και κάποια ελάχιστα να τα μασάς και να τα χωνεύεις». Ο φιλόσοφος Ζαν-Ζακ Ρουσό παραπονιόταν το 1761 ότι «ο Γάλλος διαβάζει πολύ, αλλά μόνο καινούργια βιβλία· ή, για να είμαστε ακριβείς, τα ξεφυλλίζει, όχι για να τα διαβάσει, αλλά για να μπορεί να πει ότι τα διάβασε». Η άνοδος και η εξάπλωση των περιοδικών και των εφημερίδων αύξησε την ανάγκη για ταχύτερη ανάγνωση.
Η ψηφιοποίηση του γραπτού λόγου είναι απλώς η τελευταία καινοτομία στον τομέα της ανάγνωσης και ακόμα προσπαθούμε να συνειδητοποιήσουμε τις πολιτισμικές της συνέπειες. Αν η αποσπασματική ανάγνωση φαινόταν απαραίτητη στην αυγή της Αναγέννησης, σήμερα φαίνεται αναπόφευκτη. Τα οφέλη σε επίπεδο πληροφορίας είναι αναμφισβήτητα, αλλά το κόστος σε επίπεδο προσοχής, στοχασμού και αναστοχασμού είναι εξίσου σημαντικό. Όπως παρατήρησε ο οικονομολόγος και κάτοχος του βραβείου Νόμπελ Χέρμπερτ Α. Σάιμον, «ο πλούτος της πληροφορίας προκαλεί την ένδεια της προσοχής». Όταν όλα γίνονται με ένα κλικ, είναι δύσκολο να επικεντρωθεί κανείς σ’ αυτό που έχει μπροστά του. Οι ψηφιακές σελίδες είναι γεμάτες περισπασμούς –διαφημίσεις, βίντεο, αναδυόμενα παράθυρα– και οι ενσωματωμένοι σύνδεσμοι προκαλούν τους αναγνώστες να χάσουν τον ειρμό όχι μόνο στη μέση ενός κειμένου αλλά στη μέση μιας πρότασης.
Η εξαφάνιση της βαθιάς ανάγνωσης αποδυναμώνει την ικανότητά μας να κατανοούμε σύνθετες ιδέες και αναδιαμορφώνει τη δημόσια συζήτηση, επιτρέποντας σε σύντομα αποσπάσματα φορτισμένου συναισθηματικά περιεχομένου να εκτοπίζουν τις αποχρώσεις και στους αλγόριθμους να ενισχύουν τις προκαταλήψεις. Αν η βαθιά ανάγνωση καλλιεργεί την ενσυναίσθηση, ο σχεδιασμός των ψηφιακών μέσων που αποσπά την προσοχή αυξάνει την ντοπαμίνη και προτρέπει το scrolling, συχνά την υπονομεύει. Έρευνες δείχνουν ότι η απουσία της τρίτης διάστασης –το γεγονός ότι δεν γυρίζουμε τις σελίδες– κάνει πιο δύσκολη την απομνημόνευση αυτού που διαβάζουμε.
Η υλικότητα ενός έντυπου βιβλίου λειτουργεί ως ένα είδος βοηθήματος μνήμης. Σκεφτείτε το γεγονός ότι συχνά θυμόμαστε σε ποιο σημείο μιας σελίδας έχουμε διαβάσει κάτι, αν ήταν στα δεξιά ή στα αριστερά, πάνω ή κάτω. Σήμερα, η ψηφιακή ανάγνωση δεν συμπληρώνει την έντυπη, την αντικαθιστά. Το αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος στον οποίο, για να δανειστούμε τη φράση της ειδικού σε ζητήματα αναλφαβητισμού Μαριάν Γουλφ, «η επιφανειακή ανάγνωση είναι η νέα κανονικότητα». Ένα αυξανόμενο ποσοστό ανθρώπων δεν ασχολείται πλέον καθόλου με τα έντυπα και πολλοί παραδέχονται ότι δυσκολεύονται να διαβάσουν σε βάθος, ακόμα και όταν πραγματικά το θέλουν.
Όποιος όμως επιθυμεί να ενθαρρύνει την προσεκτική ανάγνωση πρέπει να κάνει κάτι περισσότερο από το να επικαλείται τα γνωστικά ή ηθικά οφέλη. Σε αυτήν τη συζήτηση χάνεται το γεγονός ότι η αργή και προσεκτική ανάγνωση είναι μια πραγματική απόλαυση. Είναι επίσης μία από τις δραστηριότητες που συνδέονται περισσότερο με μια κατάσταση γνωστή ως «ροή». Αυτού του είδους η απορρόφηση, όταν ο κόσμος υποχωρεί και το μυαλό είναι πλήρως αιχμαλωτισμένο, είναι μια εμπειρία που μοιάζει με θρησκευτική έκσταση. Και όπως υποδηλώνουν τόσο τα ιστορικά στοιχεία όσο και οι νευρολογικές μελέτες, είναι μια κατάσταση που διευκολύνουν πολύ περισσότερο τα έντυπα βιβλία παρά οι ψηφιακές οθόνες.
Με στοιχεία από το «Atlantic»