Η αδειοδότηση των βιομηχανικών και μεταποιητικών δραστηριοτήτων τα τελευταία χρόνια βασίζεται στη διαδικασία της «γνωστοποίησης». Ένα σύστημα ταχείας εκκίνησης, όπου η επιχείρηση δηλώνει ότι πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις και ξεκινά τη λειτουργία της με την ηλεκτρονική ανάρτηση των απαιτούμενων πιστοποιητικών στο πληροφοριακό σύστημα.

 

Και ενώ η εκκίνηση της δραστηριότητας είναι άμεση ακόμα και με ελλιπή πιστοποιητικά, καθώς σήμερα βρίσκεται σε ισχύ παράταση για την υποβολή των δικαιολογητικών από επιχειρήσεις που δεν έχουν καταθέσει το σύνολο των απαιτούμενων εγγράφων, ο έλεγχος από τις κρατικές αρχές παραμένει δυνητικός.

 

Θα έπρεπε, όπως επισημαίνει ο Δ. Πετρόπουλος, μετά τη γνωστοποίηση στο πληροφοριακό σύστημα η αδειοδοτούσα αρχή να έχει την υποχρέωση να ελέγχει και την ορθότητα όλων των υποβληθέντων στοιχείων ανάλογα με το είδος και την κατηγορία της εγκατάστασης που αδειοδοτήθηκε, αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Επισημαίνει ότι είναι το μεγαλύτερο έλλειμμα και μοιάζει με τη διαδικασία αδειοδότησης των οικοδομικών αδειών, τα e-αυθαίρετα: «Οπως ακριβώς γεννήθηκε μια νέα γενιά αυθαιρέτων μετά το 2017 και τον νόμο 4495, έτσι ακριβώς και στον χώρο των μεταποιητικών δραστηριοτήτων υπάρχει μια μεγάλη, ταχεία εκκίνηση δραστηριοτήτων, οι οποίες πρακτικά δεν έχουν ελεγχθεί ποτέ, ή τροποποιήσεις παλιών, γιατί, ξέρετε, μια μεταποιητική δραστηριότητα δεν παραμένει ίδια».

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει και σε μια κρίσιμη θεσμική αλλαγή, που γι’ αυτόν δεν είναι τυπική λεπτομέρεια αλλά θεσμική υποχώρηση: με μνημονιακό νόμο του 2011 καταργήθηκε η υποχρέωση του ιδιοκτήτη μιας τέτοιας μονάδας να απασχολεί μηχανικό λειτουργίας που επιβλέπει συστηματικά την εγκατάσταση. Και προσθέτει: «Εχουμε εγκαταστάσεις, υποσταθμούς, καύσιμα αέρια, δοχεία υπό πίεση, σωλήνες υπό πίεση, κρίσιμες εγκαταστάσεις, οι οποίες δουλεύουν βάσει μιας σειράς κανονισμών. Οι κανονισμοί δεν βγήκαν από το μυαλό κάποιων επιστημόνων. Θεσμοθετήθηκαν ακριβώς για να επιβάλουν κάποια στάνταρ λειτουργίας προκειμένου για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων, των εργαζομένων, της υγιεινής και της ασφάλειας, ώστε να μην έχουμε τέτοιου τύπου ατυχήματα». Και θυμίζει: «Γι’ αυτό υποχρέωνε ο νόμος μέχρι το 2011 να έχουμε έναν μηχανικό, ο οποίος θα είχε τη γνώση να πει: “Σταμάτα! Εδώ έχουμε θέμα. Σταματάμε τη δραστηριότητα”». 

 

Αν δεν αλλάξει κάτι άμεσα, μπορούμε με ειλικρίνεια να πούμε στους πολίτες ότι δεν θα έχουμε άλλη μια Βιολάντα ή το ίδιο το μοντέλο ελέγχου της βιομηχανικής δραστηριότητας δημιουργεί τις συνθήκες που οδηγούν σε τραγωδίες; Η απάντησή του είναι σαφής: «Εάν δεν αλλάξει κάτι, πολύ φοβάμαι ότι όσο συνεχίζονται τα περιβαλλοντικά εγκλήματα στη δόμηση, θα αυξάνουν στατιστικά και οι πιθανότητες να συμβούν αντίστοιχα εγκλήματα και σε χώρους εργασίας, μεταφορών, βιομηχανιών».