Η Ντίνα Καράτζιου συζητά με τον Δημήτρη Μπιλάλη, πρόεδρο του Τμήματος Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής και διευθυντή του Εργαστηρίου Γεωργίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, τι σημαίνουν για την ελληνική γεωργία οι νέες εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή με το Mercosur, και η υπό διαπραγμάτευση συμφωνία με την Ινδία. Συμφωνίες που ανοίγουν αγορές, αλλά ταυτόχρονα φέρνουν νέους, ισχυρούς ανταγωνιστές― από το ελαιόλαδο χωρών με εξαιρετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά μέχρι τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά, όπου άλλες χώρες διαθέτουν τεράστια τεχνογνωσία και παραγωγική κλίμακα.

 

Ο Δημήτρης Μπιλάλης επισημαίνει ότι, παρότι τέτοιες συμφωνίες μπορεί να ωφελούν την ευρωπαϊκή οικονομία συνολικά, για την ευρωπαϊκή γεωργία τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Το χαμηλότερο κόστος παραγωγής σε χώρες της Λατινικής Αμερικής δημιουργεί έντονες πιέσεις σε τομείς όπως η εκτροφή βοοειδών, τους οποίους η Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν μπορούν να ανταγωνιστούν εύκολα. Όπως εξηγεί, εδώ αναδεικνύεται μια στρατηγική επιλογή για τη χώρα: η ενίσχυση της αιγοπροβατοτροφίας, ενός τομέα στον οποίο η Ελλάδα διαθέτει ιστορικό και συγκριτικό πλεονέκτημα.

 

Παράλληλα, εκφράζει προβληματισμό για το ενδεχόμενο η συμφωνία με το Mercosur να μην περιορίζεται μόνο στα κράτη-μέλη του, αλλά να επηρεάζει και χώρες που συνδέονται εμπορικά με το μπλοκ, όπως η Χιλή, η οποία, αξιοποιώντας ηφαιστειογενή εδάφη και ευνοϊκό κλίμα, παράγει ελαιόλαδο υψηλής ποιότητας που τα τελευταία χρόνια σαρώνει διεθνή βραβεία, ακόμη και στην κατηγορία του βιολογικού ελαιολάδου. Σε αυτό το πλαίσιο, υπογραμμίζει την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να διασφαλίσει την ουσιαστική προστασία στρατηγικών προϊόντων, όπως το ελληνικό ελαιόλαδο, και να ξεκαθαρίσει με ποιους όρους και από ποιες χώρες θα επιτρέπεται η εισαγωγή τους.

 

Υπογραμμίζει, επίσης, την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να διασφαλίσει την ουσιαστική προστασία στρατηγικών προϊόντων, όπως το ελληνικό ελαιόλαδο, και να ξεκαθαρίσει με ποιους όρους και από ποιες χώρες θα επιτρέπεται η εισαγωγή τους.

 

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει και στο ζήτημα των φυτοπροστατευτικών ουσιών. Όπως σημειώνει, σε χώρες του Mercosur χρησιμοποιούνται εντομοκτόνα και ζιζανιοκτόνα που είτε δεν έχουν αδειοδοτηθεί ποτέ στην Ευρώπη είτε έχουν αποσυρθεί ή απαγορευτεί. Γι’ αυτό, θεωρεί κρίσιμο, κατά την εφαρμογή οποιασδήποτε εμπορικής συμφωνίας, να τηρείται μια βασική αρχή: τα προϊόντα που εισάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση να έχουν παραχθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία και τα πρότυπα του κράτους υποδοχής.

 

Η συζήτηση επεκτείνεται και στις νέες γονιδιωματικές τεχνικές και στα γενετικά τροποποιημένα φυτά. Ο Δημήτρης Μπιλάλης εκφράζει τον προβληματισμό του για το γεγονός ότι πρόκειται για μια τεχνογνωσία που συγκεντρώνεται στα χέρια πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίες αποκτούν τη δυνατότητα να ελέγχουν τόσο το κόστος παραγωγής όσο και την τελική τιμή των τροφίμων. Το ερώτημα που τίθεται, όπως σημειώνει, δεν είναι μόνο τεχνολογικό αλλά βαθιά πολιτικό και κοινωνικό: ποιος ελέγχει τελικά την τροφή μας;

 

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο καθηγητής εξηγεί ότι η ελληνική γεωργία καλείται όχι απλώς να αντέξει αλλά και να επαναπροσδιορίσει το αγροδιατροφικό της μοντέλο: τι παράγει, με ποιους όρους, για ποιες αγορές και με ποιο όφελος για τον παραγωγό, τον καταναλωτή και το περιβάλλον. Μια συζήτηση που αφορά όχι μόνο τον πρωτογενή τομέα αλλά συνολικά το αναπτυξιακό και διατροφικό μέλλον της χώρας.