Η ΣΟΦΙΑ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ δεν γράφει μόνο ανατρεπτικά μυθιστορήματα – το πιο πρόσφατο, «Άγνωστες Λέξεις», κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις. Είναι η μεταφράστρια που έχει αναμετρηθεί με τα μνημειώδη έργα του Χέρμαν Μπροχ –«Οι υπνοβάτες», «Τα μάγια», «Ο θάνατος του Βιργιλίου»– αλλά και με βιβλία των Κλάους Μαν, Ζαμιάτιν, Ε.Τ.Α. Χόφμαν, Αλέξανδρου Δουμά και Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, με τον οποίο τη συνδέει μια μεγάλη αγάπη, από τότε που τον πρωτοανακάλυψε στην εφηβική ηλικία. Καθώς έχει αναπτύξει μια πολύπλευρη σχέση με τον κόσμο των βιβλίων, ως μεταφράστρια, συγγραφέας και ως επιστήμων, εξηγεί τι είναι αυτό που τα κάνει τόσο γοητευτικά ώστε αφοσιώθηκε σε αυτά εφ’ όρου ζωής και γιατί στα μάτια της η λογοτεχνία είναι «ένα μεγάλο παιχνίδι ανάμεσα στις γενιές, ένα θαυμαστό ποτάμι όπου καταδυόμαστε και αλιεύουμε πολύτιμους λίθους και μετά αφήνουμε ένα δικό μας βότσαλο να πέσει στην κοίτη».
— Περιγράψτε μας λίγο τον κόσμο σας: ήταν πάντα φτιαγμένος από βιβλία;
Στο σπίτι μας υπήρχε μια μεγάλη βιβλιοθήκη με τα βιβλία που είχε αγοράσει ο πατέρας μου, νεαρός τότε δημοσιογράφος, από δεύτερο χέρι τα περισσότερα: Τσέχοφ, Κάφκα, Ντοστογιέφσκι, Μπέκετ, Τενεσί Ουίλιαμς, αρχαίοι κλασικοί στις εκδόσεις του Παπύρου, Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης. Έτσι, η εικόνα των βιβλίων ήταν για μένα πολύ οικεία και μόλις έμαθα να διαβάζω, άρχισα με παραμύθια, για να περάσω γρήγορα στον Ιούλιο Βερν και τον Ντίκενς. Όταν ήμουν δεκατριών ετών, έπεσε στα χέρια μου το «Έγκλημα και τιμωρία» στη μετάφραση του Πατατζή. Οπότε ναι, ήμουν τυχερή, γιατί στον κόσμο μου υπήρχαν πάντα βιβλία και μου κράτησαν συντροφιά σε πολλές δυσάρεστες περιπέτειες της παιδικής μου ηλικίας.
Η λογοτεχνία είναι ένα μεγάλο παιχνίδι ανάμεσα στις γενιές, ένα θαυμαστό ποτάμι όπου καταδυόμαστε και αλιεύουμε πολύτιμους λίθους και μετά αφήνουμε ένα δικό μας βότσαλο να πέσει στην κοίτη.
— Είστε διδάκτωρ Γερμανικής Φιλολογίας και έχετε σπουδάσει Φιλοσοφία του Δικαίου. Πώς επηρέασαν οι σπουδές σας τη θεώρηση του κόσμου;
Το πρώτο πτυχίο μου ήταν στη Νομική, η οποία δεν με κέρδισε ως επιστήμη και ως πράξη, αλλά ενίσχυσε την αίσθηση της γλώσσας μέσα μου, με την ακρίβεια των νομικών όρων και την αναλυτική επίλυση προβλημάτων. Αυτή η «τακτοποίηση» των εννοιών και των γεγονότων σε ένα σύστημα δεν θεωρείται συνήθως δημιουργική, αλλά στην περίπτωσή μου εξισορροπεί το άναρχο και συναισθηματικό δυναμικό της καλλιτεχνικής γλώσσας. Η Φιλοσοφία ήταν αναγκαία απόρροια της ροπής μου προς την αφαίρεση και της αναζήτησης μιας συνολικότερης θεώρησης του κόσμου και η Γερμανική Φιλολογία ήταν, νομίζω, η κλίση μου, το πεδίο όπου βρήκα τον εαυτό μου.
— Έχετε, όμως, και εξαιρετική κλίση και άνεση με τις λέξεις: εκτός από τις εξαιρετικές μεταφράσεις που μας έχετε χαρίσει, είστε συγγραφέας τριών μυθιστορημάτων και μιας νουβέλας που αφορούν την άμεση σύνδεση των λέξεων με την ίδια τη ζωή. Τελικά μπορούν οι λέξεις να χωρέσουν όλη μας τη ζωή, όπως συμβαίνει με τον πρωταγωνιστή σας, και σε ποιο βαθμό πιστεύετε στη mot juste;
Οι λέξεις είναι φτωχές, γιατί η γλώσσα είναι μια αναγκαία εννοιολογική αφαίρεση –αφαιρεί τη μοναδικότητα του πράγματος και του βιώματος για να καταστεί δυνατή η επικοινωνία–, είναι όμως και ένα μεγάλο δώρο. Χωρίς αυτές θα προσκρούαμε στον «τοίχο» της ατομικής μας ύπαρξης χωρίς να μπορούμε να δούμε από την άλλη μεριά, όπως ο ήρωας στις «Άγνωστες λέξεις», που προσπαθεί μέσα από ψήγματα μιας νέας γλώσσας να διευρύνει τα όρια του κόσμου του, να αναπνεύσει. Η προσπάθειά του να βρει μια ιδανική (ή τη «σωστή») λέξη μοιάζει με την προσπάθεια του ποιητή να βρει εκείνη της οποίας το νόημα εναρμονίζεται με την αίσθηση και την προσπάθεια του μεταφραστή να βρει το πλησιέστερο ισοδύναμο της ξένης λέξης. Η ιδανική λέξη είναι μια ευτυχής αυταπάτη.
— Αλήθεια, υπάρχουν σωστές και λάθος λέξεις, αν λάβουμε υπόψη την αιώνια κόντρα μεταξύ προφορικού και γραπτού λόγου; Μήπως τελικά η ορθογραφία δημιουργεί περισσότερα προβλήματα παρά λύνει;
Λέμε συνήθως ότι η γλώσσα είναι ζωντανή και ενίοτε αυτό που ξεκίνησε ως «λάθος» γίνεται «σωστό», όταν περνάει το φράγμα της υποκειμενικότητας και αρχίζει να χρησιμοποιείται από περισσότερους. Στην εποχή μας μάλιστα είναι ιδιαίτερα γοργός ο ρυθμός αυτής της διαδικασίας, μια και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και επικοινωνίας μεταφέρουν και καθιερώνουν σε χρόνο μηδέν νέα γλωσσικά περιεχόμενα – κάποτε ανθεκτικά, κάποτε βραχύβια μορφώματα που έχουν αποκοπεί ακόμη και από την απαίτηση του νοήματος. Προσωπικά, ομολογώ μια προσκόλληση στις καθιερωμένες δομές και μορφές της γλώσσας και στην «εικόνα» των λέξεων. Από την άλλη, όπως υπαινίσσονται και οι «Άγνωστες λέξεις», το άκουσμα των λέξεων, η «μουσική» τους διάσταση μπορεί να μας ανοίξει νέους ορίζοντες κατανόησης του κόσμου και του εαυτού μας. Αυτό νομίζω ότι είναι και το πρόταγμα της λογοτεχνικής αισθητικής.
— Εκτός από την αισθητική, στην οποία αναφέρεστε, ποιο είναι το κριτήριο, με το οποίο επιλέγετε μια μετάφραση; Το έργο, ο εκδοτικός οίκος, η σπουδαιότητα ή κάτι άλλο;
Πάνω απ’ όλα το έργο. Για να μεταφράσεις ένα βιβλίο, πρέπει ιδανικά να είναι ένα βιβλίο που εύχεσαι να είχες γράψει εσύ, αφού η μετάφραση είναι μια αναδημιουργία, πάντα βέβαια με τον όρο της προσήλωσης στο ύφος και στις σημασίες που επέλεξε ο συγγραφέας. Μου άρεσε πάντα η κλασική λογοτεχνία και χαίρομαι, γιατί μου έχει δοθεί η δυνατότητα να επιλέγω ή να προτείνω κυρίως τέτοια έργα προς μετάφραση, έργα που αποτελούν τη βάση, πάνω στην οποία χτίζουμε οι μεταγενέστεροι. Όπως το βλέπω εγώ, για να έχεις το δικαίωμα να γκρεμίσεις, είναι ανάγκη πρώτα να ξέρεις να χτίζεις.
— Θέλετε να μας μιλήσετε για τη σχέση σας με τον Ντοστογιέφσκι, αφού αναφερθήκατε στην αρχή στο «Έγκλημα και Τιμωρία», που διαφοροποιείται από τις μεταφράσεις των σπουδαίων γερμανόφωνων συγγραφέων με τους οποίους είναι συνδεδεμένο το όνομά σας, αν και έχετε μεταφράσει και αγγλόφωνους και Αλέξανδρο Δουμά. Πώς αποφασίσατε να προχωρήσετε στην απόδοση των παρεξηγημένων, τολμώ να πω, «Σημειώσεων από το υπόγειο»;
Η εντύπωση που μου προξένησε εκείνη η πρώτη ανάγνωση του μυθιστορήματος «Έγκλημα και τιμωρία», το οποίο έκτοτε διαβάζω ξανά και ξανά, ήταν καθοριστική για την πνευματική μου ανάπτυξη. Με αυτόν τον μυστηριώδη τρόπο που τα βιβλία μάς οδηγούν σε άλλα βιβλία, ο Ντοστογιέφσκι με οδήγησε στη φιλοσοφία και σε πολλές κρίσιμες επιλογές στη ζωή μου. Δεν έχει τελειωμό ο κατάλογος των συγγραφέων που η σκέψη τους γονιμοποιήθηκε από την πρόζα του, μια φαντασμαγορία όπου συνυπάρχουν η αργκό των λαϊκών στρωμάτων, η ειρωνεία των διανοουμένων, ο μελοδραματισμός των εμπορικών μυθιστορημάτων, η ψυχολογία των σκοτεινών ενορμήσεων, η φιλοσοφία του Διαφωτισμού και του ωφελιμισμού, η θεολογία της πτώσης και της ανάστασης. Έχει ειπωθεί ότι ο Ντοστογιέφσκι κατάφερε να δώσει σάρκα και οστά στις ιδέες μέσα από αληθινούς ανθρώπους και πιστεύω πως είναι ο μόνος που έκανε υπαρξιακή λογοτεχνία ικανή να φτάσει σε όλους. Οι «Σημειώσεις από το υπόγειο», προάγγελος των μεγάλων μυθιστορημάτων, είναι πράγματι παρεξηγημένες, όπως λέτε. Έχουν πολλές φορές ερμηνευθεί ως μισανθρωπική και νοσηρή εξομολόγηση ενός αντικοινωνικού παρία που λίγο μας αγγίζει, καθώς εμείς είμαστε «υγιείς». Ο τονισμός, όμως, της νοσηρότητας, έννοια με την οποία παίζει συνειδητά ο συγγραφέας από την αρχή του έργου («είμαι ένας άρρωστος άνθρωπος», λέει ο αντι-ήρωάς του) συσκοτίζει το φιλοσοφικό υπόβαθρο και την επίκαιρη έως σήμερα κριτική μιας κοινωνίας που υποφέρει από τον ακραίο, κυνικό ατομικισμό και την αγελαία νοοτροπία και δεν αντιμετωπίζει τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ελευθερίας. Η δε αφηγηματική τεχνική (τα πολλαπλά επίπεδα ειρωνείας, η χρήση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης με σκοπό την αυτοϋπονόμευση, οι εξάρσεις που ακολουθούνται από υφέσεις, η χειμαρρώδης επιχειρηματολογία που μέσα στο παραλήρημα διατηρεί την εστίασή της) δικαιώνουν τον Γιόζεφ Μπρόντσκι που έλεγε πως ο Ντοστογιέφσκι «μεταχειριζόταν τη γλώσσα όχι τόσο ως μυθιστοριογράφος όσο ως ποιητής – ή ως βιβλικός προφήτης που απαιτεί από το ακροατήριό του όχι να τον μιμηθεί, αλλά να μεταστραφεί».
— Πάντως, γενικά μιλώντας, έχετε αναμετρηθεί με δύσκολα και τολμώ να πω μνημειώδη έργα όπως οι «Υπνοβάτες» και ο «Θάνατος του Βιργιλίου» του Μπροχ, που απαιτούν μια ακροβασία μεταξύ φιλοσοφίας και ποίησης. Τι είναι αυτό που σας δυσκόλεψε κατά τη διαδικασία της μετάφρασής τους;
Καθένα από τα δύο έργα που αναφέρετε είχε τις δικές του δυσκολίες. Στους «Υπνοβάτες» ο Μπροχ πειραματίζεται με την ανάμειξη ειδών και τεχνικών: το ρεαλιστικό μυθιστόρημα συνυπάρχει με την ποίηση, την ψυχολογική νουβέλα, το φιλοσοφικό δοκίμιο. Και όλα αυτά πότε με τον τρόπο του ρεαλισμού, πότε με τη ρομαντική απώλεια τού εγώ μέσα στο όλον, πότε με την αίσθηση ενός «υπνοβάτη» που αδυνατεί να συλλάβει το διακύβευμα της ζωής του. Στον «Θάνατο του Βιργιλίου», ωστόσο, ο Μπροχ εσκεμμένα απομακρύνεται από κάθε μυθιστορηματική σύμβαση. Επιλέγει μια σκιώδη πλοκή, ακολουθεί το «ρεύμα της συνείδησης» ενός θνήσκοντος ποιητή, τον συνοδεύει εν μέσω πυρετικών οραμάτων και φιλοσοφικών διαλόγων για να τον οδηγήσει στη μεταφυσική συγχώνευση με το παν, έναν αφηγηματικά ανέφικτο στόχο. Γι’ αυτό επιχειρεί να δώσει λόγο σε αυτό που κείται πέραν του λόγου, γεννώντας λέξεις και δομές όπου η γλώσσα αναγεννάται μέσα από τον εαυτό της, χρησιμοποιώντας ως μαγικά μάντρα και μήτρες νέων νοημάτων απλά στοιχεία της γερμανικής γλώσσας που σημασιοδοτούνται εκ νέου και αποκαλύπτουν το αρχέγονο φορτίο των λέξεων, μέθοδος που φέρνει τον μεταφραστή στα όρια των δυνατοτήτων του, καθώς η ελληνική δεν ανέχεται τη γλωσσοπλασία του Μπροχ. Προσπαθώντας να διατηρήσω κάθε νοηματικό πυρήνα των λόγων του, αλλά και τη μουσικότητα του κειμένου, θέλησα να δώσω ένα μετάφρασμα που να μπορεί να διαβαστεί με δυσκολία και απόλαυση αντίστοιχη του πρωτοτύπου: εάν ο συγγραφέας θέλησε το παιχνίδι της οικειότητας και του ανοίκειου, της ενότητας και του χωρισμού –βασικό θέμα στον Μπροχ–, αυτό το παιχνίδι οφείλει να διατηρηθεί στο μέτρο του εφικτού, χωρίς να πλήττεται καίρια η αναγνωστική απόλαυση. Το κείμενο προσφέρεται για ένα ψυχικό ταξίδι με βαθιές συνέπειες.
— Μιλώντας για τα ψυχικά ταξίδια που μας χαρίζουν τα βιβλία, γίνεται πολύ λόγος τελευταία για τις αδελφές Μπροντέ και πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι με εξέπληξε η δύναμη της άγνωστης Αν Μπροντέ και του εξαίσιου «Ενοίκου του Γουάιλντφελ Χολ». Στο ωραίο σας επίμετρο αναφέρεστε όχι μόνο στην αντίσταση της συγγραφέως στην πατριαρχική εξουσία αλλά και στην καινοφανή, για την εποχή, χρήση των επιστολών στο μυθιστόρημα. Τι είναι, αλήθεια, αυτό που κάνει τις αδελφές Μπροντέ να διαβάζονται φανατικά ακόμα και σήμερα;
Οι Μπροντέ υπήρξαν χαρισματικά πλάσματα και ενσαρκώνουν ένα συγγραφικό ιδανικό, όπως, βέβαια, και άλλες γυναίκες δημιουργοί, λ.χ. η Έμιλι Ντίκινσον: από τη μοναξιά της αγροικίας τους αναπλάθουν κόσμους ολόκληρους. Οι ίδιες έζησαν στη σιωπή, αλλά τα έργα τους ζωντανεύουν ανθρώπινες φωνές που δεν έχουν πάψει εδώ και δυο αιώνες να μας μιλάνε για την ελευθερία, το πάθος, αλλά και τον Λόγο, για το θάρρος να επιλέγει και να ζει κανείς, ιδίως μια γυναίκα, μια ζωή με νόημα. Τα έργα τους είναι ζωντανά, αιώνια νέα, γιατί δεν αφήνουν περιθώρια για εύκολη ρητορική και έτοιμες λύσεις.
— Υπάρχουν, αλήθεια, κάποιοι Έλληνες ή ξένοι συγγραφείς με τους οποίους νιώθετε ως συγγραφέας ότι συνομιλείτε, ότι έχουν επιδράσει στη γραφή ή τη σκέψη σας;
Εκτός από τον Ντοστογιέφσκι, που η επίδρασή του είναι, υποθέτω, πολύ πιο «υπόγεια» από ό,τι φαντάζομαι, η επαφή μου με την κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία ήταν καίρια, με μια παράδοση που ξεκινά από τον γερμανικό Ρομαντισμό, τον Μπίχνερ και τον Κάφκα και καταλήγει στον Μπέρνχαρντ, στον Ζέμπαλντ και στον Κρασναχορκάι. Αλλά επίσης η πεζογραφία του Βιζυηνού και του Παπαδιαμάντη, η ποίηση του Ελύτη, η εξαίσια αφήγηση του Αλεξάνδρου στο «Κιβώτιο» είναι ψηφίδες που έχουν αφήσει βαθιά ίχνη στην αναγνωστική μου βιογραφία – υπόρρητα, λοιπόν, και στη συγγραφική και μεταφραστική. Η λογοτεχνία είναι ένα μεγάλο παιχνίδι ανάμεσα στις γενιές, ένα θαυμαστό ποτάμι όπου καταδυόμαστε και αλιεύουμε πολύτιμους λίθους και μετά αφήνουμε ένα δικό μας βότσαλο να πέσει στην κοίτη. Είμαστε άνθρωποι και δημιουργούμε για ανθρώπους και αυτό για μένα είναι το πιο σημαντικό.
Η Σοφία Αυγερινού έχει γράψει τα μυθιστορήματα Τρεις κόρες (Νεφέλη), Ο άλλος Λάζαρος (Νεφέλη), Το χρονικό μιας Διαβολούπολης (Βιβλιοπωλείον της Εστίας) και τη νουβέλα Άγνωστες Λέξεις (Πόλις)
ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ ΕΔΩ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO