ΚΟΙΤΑΞΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ και πρότεινα να παραγγείλουμε, ήθελα να φάω και να πιω ένα ποτό το συντομότερο δυνατόν. Εκείνος σταμάτησε και έσκυψε το κεφάλι του για να κοιτάξει ξανά τον κατάλογο. Ρώτησα αν είχε αποφασίσει και είπε ότι δεν πεινούσε ιδιαίτερα. Δεν έχω όρεξη, έτσι είπε. Παρ’ όλα αυτά, όταν ήρθε ο σερβιτόρος, παρήγγειλε ένα μπέργκερ με τηγανητές πατάτες, παραγγελία παιδιού. Χαμογέλασα άθελά μου. Παρήγγειλα κι εγώ το φαγητό μου και ζήτησα από τον σερβιτόρο μια βότκα τόνικ, ήταν μετά τις δώδεκα το μεσημέρι και δεν έβλεπα λόγο να μην αρχίσω να πίνω.
Μόλις ο σερβιτόρος έφυγε, κοίταξα τον Ζέιβιερ και τον ρώτησα ξανά πώς πήγαιναν τα μαθήματα. Ήμουν αποφα-σισμένη να θέσω τα πράγματα σε πιο ουδέτερη βάση, όμως στην προσπάθειά μου αυτή φαινόμουν σαν να τον ανταγωνιζόμουν, κατάλαβα ότι θεώρησε αυτή την αποστασιοποίησή μου απαξίωση. Έμεινε σιωπηλός για λίγο κι ύστερα είπε, με τόνο που φανέρωνε δυσαρέσκεια, ότι τα μαθήματά του πήγαιναν μια χαρά. Μια χαρά, είπε, και τίποτε άλλο. Συνέχισα να ρωτάω, ρώτησα ποιους καθηγητές είχε, ήταν πιθανό να ήξερα ορισμένους, αλλά εκείνος κούνησε το κεφάλι και είπε ότι είχε επιλέξει κυρίως τεχνικά μαθήματα αυτό το εξάμηνο και ότι ήταν απίθανο να ήξερα τους καθηγητές του.
— Επέμεινα παρ’ όλα αυτά. Με ενδιαφέρει να ακούσω τι μαθαίνεις, είπα. Τι είδους δουλειά θέλεις να κάνεις. Ποιους θαυμάζεις.
— Θαυμάζω τον Μουράτα, είπε μετά από μια παύση με νόη-μα. Μου αρέσει πολύ η δουλειά του.
— Έγνεψα διστακτικά. Εσύ τον ήξερες, φυσικά.
— Πολύ λίγο. Μια φορά συνεργάστηκα μαζί του, για ένα μικρό διάστημα. Πέθανε λίγο αργότερα. Και δεν μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Έλεγα τις ατάκες μου φωνητικά, δουλεύαμε με διερμηνείς. Υπήρχαν περιορισμοί στη συνεργασία.
— Πώς ήταν;
— Ιδιοφυής, είπα αργά. Συνειδητοποιούσα ότι ο Ζέιβιερ με παρατηρούσε προσεκτικά, με μια λαχτάρα υπερβολικά εμφανή. Ήταν ήδη πολύ άρρωστος, είπα. Κουραζόταν εύκο-λα και μόνο χάρη στη δύναμη της θέλησής του τελείωσε την παραγωγή. Κανείς μας δεν ήξερε ότι είχε καρκίνο.
— Τα Μέρη του Λόγου είναι αριστούργημα. Ναι.
— Το ξαναείδα πρόσφατα. Τι μικρή που ήσουν. Ναι. Και για δες με τώρα.
Άκουσα έναν προκλητικό τόνο στη φωνή μου – ίσως επειδή δεν ένιωθα άνετα να μιλάω για τον Μουράτα και ήθελα να στρέψω την προσοχή του Ζέιβιερ αλλού. Το φλερτ ήταν συνήθεια, μια συνήθεια που είχε ατονήσει με τα χρόνια, όσο μεγάλωνα, κάποιες φορές όμως ζωντάνευε ξανά. Ήταν λάθος από πλευράς μου. Ο Ζέιβιερ έσκυψε γρήγορα μπροστά σαν να διαισθάνθηκε ότι υπήρχε ένα άνοιγμα. Εγώ τραβήχτηκα πάλι πίσω. Όπως όλες οι γυναίκες, κάποτε ήμουν εξπέρ στο να διαχειρίζομαι την ισορροπία ανάμεσα σε αυτά που επιβάλλει η ευγένεια κι αυτά που επιβάλλει η προσδοκία. Ήξερα ότι η προσδοκία ήταν ένα χρέος το οποίο κάποια στιγμή έπρεπε να ξεπληρώσεις, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Θέλω να ξέρεις ότι δέχομαι αυτά που μου είπες, ανέφερε ο Ζέιβιερ χαμηλόφωνα. Φαινόταν έτοιμος να μου πιάσει τα χέρια αλλά τελικά πίεσε τις παλάμες του στο τραπέζι, μένοντας για πολλή ώρα σε αυτή την παράξενη στάση, στάση υποτακτική και αμυντική μαζί. Δεν ήξερα σχεδόν τίποτα για το άτομο που καθόταν απέναντί μου, ένιωσα το δέρμα μου να καίει καθώς θυμήθηκα τη ζέση με την οποία είχε μιλήσει εκείνη τη μέρα στο θέατρο, την αποστροφή και τη συγκίνηση που μου είχε προκαλέσει. Ήμουν συνηθισμένη σε ανθρώπους οπλισμένους με τρομερή θέληση, βρισκόμουν συχνά κοντά σε ανθρώπους των οποίων η δουλειά είναι να επιβάλλουν τη δική τους πραγματικότητα στον κόσμο. Τώρα όμως, καθώς ο Ζέιβιερ φαινόταν να κλείνεται, όλο συστολή και αβεβαιότητα, αναρωτήθηκα μήπως τελικά δεν ήταν από αυτούς τους ανθρώπους και δεν ήξερε πραγματικά τι ήθελε από εμένα.
Κατέφθασε ο σερβιτόρος με το φαγητό μας και, καθώς στεκόταν από πάνω μας, ο Ζέιβιερ κατέβασε διστακτικά τα χέρια από το τραπέζι στα γόνατά του. Ο σερβιτόρος άρχι-σε να αφήνει τα πιάτα μας, ρίχνοντας κλεφτές ματιές μια σ’ εμένα και μια στον νεαρό άντρα. Τον κοίταξα και το βλέμμα του το ’σκασε τρομαγμένο. Ο Ζέιβιερ άρχισε να τρώει. Τον παρατηρούσα –το στόμα του καθώς έτρωγε, τον λαιμό με τις έντονες φλέβες– κι ένιωσα έναν αναπάντεχο ηλεκτρισμό μεταξύ μας. Αν και μου ήταν ξένος, από ένα σωρό απόψεις ανεξιχνίαστος, ήξερα τις λεπτομέρειες της φαντασίωσης που είχε δημιουργήσει, το κάστρο που είχε χτίσει στο μυαλό του, είχε μοιραστεί την κρυφή του αρχιτεκτονική μαζί μου και αυτή η αποκάλυψη ήταν μια μορφή οικειότητας.
Katie Kitamura, Οντισιόν, Μτφρ.: Βάσια Τζανακάρη, εκδόσεις Διόπτρα
Ο σερβιτόρος έβηξε διακριτικά και ρώτησε αν θέλαμε κάτι άλλο, αν χρειαζόμασταν κάτι. Ο Ζέιβιερ είχε ήδη φάει το ένα τρίτο του μπέργκερ του όσο ο σερβιτόρος τακτοποιούσε τα συνοδευτικά και τις γαρνιτούρες στο τραπέζι. Κατάπιε και ήπιε μια μεγάλη γουλιά νερό. Όπως τον κοίταζα, θυμήθηκα ξαφνικά ένα περιστατικό πριν από χρόνια, δεν ήμουν ούτε είκοσι ετών, σε ένα εστιατόριο που έμοιαζε πολύ με αυτό εδώ, αλλά στο Παρίσι. Είχα συναντήσει τον πατέρα μου και με είχε βγάλει για φαγητό, ήμουν τότε ένα αδύνατο κορίτσι που φοιτούσε στη δραματική σχολή και ο πατέρας μου, μες στη γενική ανησυχία του για μένα, παράγγειλε ένα σωρό πιάτα. Όταν ο σερβιτόρος μας άφησε μόνους, μου είπε ότι ήθελε να μου δώσει κάτι ιδιαίτερο, κάτι που είχαν δει με τη μητέρα μου σε ένα μαγαζί στη Ρώμη.
Άνοιξα το κουτάκι κι έβγαλα μια κραυγή ενθουσιασμού. Ήταν ένα σμαραγδένιο κολιέ, πανέμορφο και εντυπωσιακό, και όταν το κούμπωσε στον λαιμό μου τον αγκάλιασα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο μου έλειπε η συχνή συναναστροφή με τους γονείς μου. Ίσως οι αντιδράσεις μου να ήταν από κάποιες απόψεις δανεικές ή θεατρικές –η κραυγή ενθουσιασμού, για παράδειγμα–, αλλά το αίσθημα που εξέφραζαν ήταν ειλικρινές, έχω ακόμη αυτό το κολιέ κι όποτε το φοράω σκέφτομαι τους γονείς μου. Όμως σκέφτομαι και κάτι άλλο, μια άλλη εκδοχή ή ερμηνεία εκείνης της σκηνής που διαδραματίστηκε ανάμεσα σ’ εμένα και τον πατέρα μου σ’ εκείνο το εστιατόριο στο Παρίσι, και ενώ δεν δηλητηρίασε την ανάμνηση εκείνου του γεύματος –ενός από τα τελευταία πριν πεθάνει ο πατέρας μου–, συμβόλιζε για μένα το οριστικό τέλος της εποχής που ήμουν κορίτσι και την έναρξη της μακράς περιόδου που θεωρούμουν γυναίκα, το τέλος της οποίας μόλις τώρα, με τη σειρά του, άρχιζε να πλησιάζει.
Είχαμε ήδη ξεκινήσει το γεύμα μας σ’ εκείνο το ακριβό εστιατόριο στο Παρίσι, ο σερβιτόρος με την κολλαριστή ποδιά μας έφερνε το ένα πιάτο μετά το άλλο, ο πατέρας μου είχε παραγγείλει πολύ φαγητό. Ο σερβιτόρος ξαναγέμιζε τα ποτήρια μας με κρασί και πρόσεξα ότι ο πατέρας μου πάλι έπινε πολύ, μέραμεσημέρι. Τηνώραπουγέμιζε τοποτήριτουπατέρα μου, ο σερβιτόρος γύρισε ανεπαίσθητα προς το μέρος μου και μου έκλεισε πονηρά το μάτι. Ξαφνιάστηκα, κι ο πατέρας μου ρώτησε αν συνέβαινε κάτι. Κοίταξα τον σερβιτόρο, ο οποίος είχε τέτοια απαθή έκφραση που αναρωτήθηκα μήπως το είχα φανταστεί. Τίποτα, είπα. Δεν είναι τίποτα.
Αλλά η εικόνα που είχα για τον σερβιτόρο είχε αλλάξει και κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου γεύματος η παρουσία του μου φαινόταν ασφυκτική, έτσι όπως πλησίαζε υπερβολικά όταν άφηνε ένα πιάτο μπροστά μου ή τίναζε τα ψίχουλα από το τραπέζι, η όλη συμπεριφορά του είχε κάτι υπαινικτικό, που ο πατέρας μου δεν φαινόταν να είχε προσέξει και που εγώ το πρόσεξα, αν και δεν το κατανοούσα απόλυτα. Το φλερτ αυτό καθαυτό δεν ήταν τόσο εξωφρενικό, δεν ήταν πολύ μεγαλύτερός μου και δεν είναι ότι με άφηνε ασυγκίνητη η προσοχή των αντρών. Αλλά μόνο όταν ο πατέρας μου πλήρωσε τον αρκετά μεγάλο λογαριασμό και σηκωθήκαμε να φύγουμε κατάλαβα την ακριβή φύση του υπαινιγμού του σερβιτόρου.
Είχαμε απομακρυνθεί λίγο από το τραπέζι όταν θυμήθηκα το άδειο κουτί του κολιέ που είχα αφήσει και γύρισα να το πάρω. Καθώς πήγα να πιάσω το κουτί, εμφανίστηκε ο σερβιτόρος και μου έδωσε στο χέρι ένα χαρτάκι, το οποίο πάνω στη σύγχυσή μου μου έπεσε, αλλά πρόλαβα να δω ότι ήταν ένας αριθμός τηλεφώνου, κι ο σερβιτόρος πρόλαβε να μου ψιθυρίσει στο αυτί, με ανάσα ζεστή και υγρή, Πάρε με όταν τελειώσεις τη δουλειά. Και κατάλαβα ότι είχε περάσει τον πατέρα μου και όλη την υπέροχη καλοσύνη του απέναντί μου εκείνη τη μέρα για κάτι τελείως διαφορετικό. Εκείνη ήταν η πρώτη φορά που λυπήθηκα τον πατέρα μου, επειδή μπορούσαν να τον περάσουν για γελοίο πορνόγερο από εκείνους που ήταν αναγκασμένοι να πληρώνουν για συντροφιά, που οι ανάγκες τους δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν χωρίς αντίτιμο.
Και τώρα, που ο σερβιτόρος κοίταζε εμένα κι ύστερα τον όμορφο νεαρό άντρα που καθόταν απέναντί μου, μου φάνηκε πως είδα στα μάτια του ότι έκανε την ίδια υπόθεση. Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί, τώρα εγώ ήμουν αντικείμενο λύπησης, αν όχι περιφρόνησης – ήμουν άλλωστε γυναίκα και οι γυναίκες πάντα κρίνονται πιο αυστηρά. Ρώτησα κοφτά τον σερβιτόρο αν μπορούσα να έχω άλλο ένα ποτό και εκείνος έγνεψε κατα-φατικά και πήρε το άδειο ποτήρι. Καθώς απομακρυνόταν, το βλέμμα μου συναντήθηκε με το βλέμμα ενός άντρα σε ένα παραδιπλανό τραπέζι. Κοιταχτήκαμε έντονα για μια στιγμή. Έπειτα χάιδεψε το χέρι της γυναίκας που καθόταν δίπλα του, η χειρονομία άψυχη και καθησυχαστική. Κατάλαβα πολύ καλά τι πίστευε το μεσήλικο ζευγάρι ότι συνέβαινε ανάμεσα σ’ εμένα και τον Ζέιβιερ, και αισθάνθηκα εκνευρισμό και στη συνέχεια συμπόνια για τον Ζέιβιερ, θυμήθηκα πώς ήταν να είσαι νέος και να σε βλέπουν πάντα σε συνάρτηση με την εκπλήρωση των επιθυμιών κάποιου μεγαλύτερου.