Οι φωτογραφίες από την ομαδική εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής από τους ναζί την Πρωτομαγιά του ’44 που ήρθαν πρόσφατα στο φως μέσω ιδιωτικής δημοπρασίας στο eBay και αναδημοσιεύτηκαν στη σελίδα «Greece at WWII Archives» στο Facebook ξεσήκωσαν μεγάλο θόρυβο και προκάλεσαν μεγάλη συγκίνηση αλλά και έντονες αντιπαραθέσεις, αναβιώνοντας πολιτικά πάθη που τα ογδόντα χρόνια τα οποία μεσολάβησαν στο μεταξύ δεν έχουν καταφέρει, όπως φάνηκε και στην περίπτωση αυτή, να απαλείψουν. Πόσο μάλλον που δεν επρόκειτο για αγωνιστές τους οποίους είχαν συλλάβει οι κατακτητές αλλά για πολιτικούς κρατούμενους που παρέδωσαν σε αυτούς οι Αρχές της μεταξικής δικτατορίας μετά την ελληνική συνθηκολόγηση. Τι ακριβώς, όμως, συνέβη εκείνο το φρικτό αλλά ταυτόχρονα ηρωικό πρωινό στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, ποιοι ήταν οι άνθρωποι που οδηγήθηκαν εκεί και γιατί;
«Καταρχάς, για να βρούμε την ταυτότητα των 200 εκτελεσθέντων της Καισαριανής, θα πρέπει να πάμε πίσω στα χρόνια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, οπότε υπήρχαν πολιτικοί κρατούμενοι όπως και πολιτικοί εξόριστοι που ανήκαν στον χώρο της αριστεράς. Οι άνθρωποι αυτοί παρέμειναν φυλακισμένοι στη διάρκεια του πολέμου –παρότι ήδη από την έναρξη της ιταλικής εισβολής είχαν ζητήσει, με επιστολή του Νίκου Ζαχαριάδη, να μεταφερθούν στο μέτωπο και μάλιστα στην πρώτη γραμμή για να πολεμήσουν– και παραδόθηκαν μετά τη συνθηκολόγηση της 20ής Απριλίου του ’41 στις κατοχικές Αρχές. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν από την Ακροναυπλία σε διάφορα άλλα στρατόπεδα ανά την Ελλάδα (Βόνιτσα, Λάρισα, Λαζαρέτο Κέρκυρας) όπου και κρατούνταν στη διάρκεια της Κατοχής – μιλάμε για περίπου 600 άτομα συνολικά. Ας σημειωθεί ότι οι πολιτικοί εξόριστοι που βρίσκονταν σε απομονωμένα νησιά, Ανάφη, Αϊ-Στράτη και αλλού, είχαν χειρότερη τύχη ήδη νωρίτερα, καθώς πολλοί πέθαναν τον χειμώνα του 1941-42 από ασιτία.
«Οι περισσότεροι μελλοθάνατοι κατά τη μεταφορά τους τραγουδούσαν δυνατά τον εθνικό ύμνο, άλλοι φώναζαν συνθήματα και ύψωναν τις γροθιές τους μπροστά στις κάννες των μυδραλιοβόλων».
Ναι, αληθεύει ότι στην Ακροναυπλία, όπου υπήρχε μεγάλος αριθμός πολιτικών κρατουμένων, είχαν καταστρωθεί, μέσα στην αναταραχή που επικρατούσε λίγο πριν από τη συνθηκολόγηση, σχέδια απόδρασης από κάποιους έγκλειστους, τα οποία όμως ματαιώθηκαν, τόσο γιατί επικράτησε διχογνωμία όσο και για τον φόβο των αντιποίνων στους υπόλοιπους, συν ότι δεν υπήρχε κάποια “κεντρική οδηγία” επ’ αυτού. Όλοι αυτοί οι κρατούμενοι χρησιμοποιούνται στη συνέχεια από τις κατοχικές Αρχές ως όμηροι, ως μια δεξαμενή αναλώσιμων από την οποία αντλούσαν κάθε φορά που ήθελαν να εκτελέσουν κόσμο ως αντίποινα για τη θανάτωση αξιωματικών και στρατιωτών τους από τους αντάρτες. Για παράδειγμα, όταν ομάδες ανταρτών καταστρέφουν τη σιδηροδρομική σήραγγα στο Κούρνοβο τον Ιούνιο του 1943, οι Ιταλοί φασίστες εκτελούν 106 πολιτικούς κρατούμενους από το στρατόπεδο της Λάρισας – τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής, αρκετοί πολιτικοί κρατούμενοι από τους εναπομείναντες θα σταλούν στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στη Γερμανία, όπου ελάχιστοι επιβίωσαν».
Μια χαρακτηριστική περίπτωση εφαρμογής αντιποίνων ήταν και οι 200 της Καισαριανής, όλοι τους άνδρες διαφόρων ηλικιών, στους οποίους κλήρωσε να οδηγηθούν στο εκτελεστικό απόσπασμα μετά την ενέδρα διμοιρίας του 8ου συντάγματος του ΕΛΑΣ υπό τον ανθυπολοχαγό Μανώλη Σταθάκη κατά του Γερμανού υποστράτηγου Φραντς Κρεχ στον δρόμο Σπάρτης-Μολάων στις 27/4/44. Η επιχείρηση προκάλεσε τον θάνατο του ίδιου και μελών της συνοδείας του, εξοργίζοντας ακόμα περισσότερο τους ήδη αγριεμένους Γερμανούς, καθώς την προηγούμενη μέρα Έλληνες αντιστασιακοί και Βρετανοί κομάντος είχαν απαγάγει στην Κρήτη έναν άλλο Γερμανό υποστράτηγο, τον Χάινριχ Κράιπε.
«Επειδή ο Κρεχ ήταν ανώτερος αξιωματικός, οι ναζί προβαίνουν για παραδειγματισμό σε πολύ σκληρά αντίποινα. Καθώς μάλιστα επρόκειτο για επίθεση του ΕΛΑΣ, αποφασίζουν να εκτελέσουν 200 από τους πολιτικούς κρατούμενους του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου. Επρόκειτο όντως για ένα από τα σκληρότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης της περιφέρειας του Γ’ Ράιχ, εκεί μάλιστα βρισκόταν και το περίφημο Μπλοκ 15. Οι συνθήκες κράτησης ήταν εξοντωτικές, εφαρμόζονταν σκληρά βασανιστήρια, γίνονταν άγριοι ξυλοδαρμοί, εν ψυχρώ δολοφονίες, ο δε διοικητής του στρατοπέδου, ταγματάρχης Πάουλ Ραντόμσκι, ήταν διαβόητος για τη βαναυσότητά του».
Οι περισσότεροι από τους μελλοθάνατους προέρχονταν από τις φυλακές της Ακροναυπλίας και ήταν μέλη του ΚΚΕ, υπήρχαν ωστόσο και ορισμένοι που προέρχονταν από άλλες αριστερές οργανώσεις, όπως ήταν οι αρχειομαρξιστές και οι τροτσκιστές. Ήταν στην πλειονότητά τους πολιτικοί κρατούμενοι που βρίσκονταν φυλακισμένοι ήδη πριν από τον πόλεμο, υπήρχαν ωστόσο ανάμεσά τους και αντιστασιακοί που είχαν συλλάβει οι Γερμανοϊταλοί, μέλη του ΕΑΜ κυρίως. «Η ανακοίνωση της ομαδικής εκτέλεσης δημοσιεύεται στις 30 Απριλίου του ’43 και την επομένη το ξημέρωμα οι μελλοθάνατοι στοιβάζονται σε καμιόνια και οδηγούνται στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Ανάμεσά τους και ο εμβληματικός Ναπολέων Σουκατζίδης, ένας αγωνιστής με ευρεία μόρφωση και πλούσια συνδικαλιστική δράση ως στέλεχος του ΚΚΕ, που λειτουργούσε και ως διερμηνέας, καθότι γνώστης της γερμανικής. Σε αυτόν δόθηκε από τον διοικητή Καρλ Φίσερ, διάδοχο του Ραντόμσκι, η δυνατότητα να γλιτώσει αν έπαιρνε κάποιος άλλος τη θέση του, κάτι που όμως αρνήθηκε σθεναρά». (σ.σ. το ίδιο έπραξε και ο επίσης κομμουνιστής «στρατοπεδάρχης» του Χαϊδαρίου Αντώνης Βαρθολομαίος).
«Όπως συνηθιζόταν σε ανάλογες περιπτώσεις, το βράδυ της προηγούμενης τέτοιων εκτελέσεων πραγματοποιούνταν τελετές αποχαιρετισμού με τραγούδια, χορούς κ.λπ. έτσι ώστε να ενδυναμωθούν και να καταπολεμήσουν τον φόβο (σ.σ. βλέπουμε τέτοιες σκηνές και στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Τελευταίο Σημείωμα»). Κατά την αναχώρησή τους, πολλοί συγκρατούμενοί τους τούς αποχαιρέτησαν πίσω από τα κάγκελα με έκδηλη συγκίνηση αλλά και λόγια ενθαρρυντικά.
Τις φωτογραφίες από την προσέλευση στο Σκοπευτήριο και τις εκτελέσεις που αναρτήθηκαν στο eΒay φέρεται να τράβηξε ο λοχίας της Βέρμαχτ, Χέρμαν Χόιερ, και φαίνεται πως είναι πράγματι αυθεντικές, επιβεβαιώνοντας απόλυτα όσα γνωρίζαμε ήδη από αφηγήσεις για την αγέρωχη στάση των κρατουμένων και τη γενναιότητα που επέδειξαν – είναι σίγουρα συγκλονιστικό να βλέπεις απαθανατισμένες τέτοιες σκηνές, γεγονός που δεν επιτρέπει καμιά αμφισβήτηση. Ο ηρωισμός των μελλοθάνατων δεν ήταν δηλαδή κάποιο “κλισέ”, αλλά ωμή πραγματικότητα! Οι περισσότεροι ήδη κατά τη μεταφορά τους τραγουδούσαν δυνατά τον εθνικό ύμνο, άλλοι φώναζαν συνθήματα και ύψωναν τις γροθιές τους μπροστά στις κάννες των μυδραλιοβόλων». Το γεγονός ότι η μέρα της εκτέλεσης συνέπιπτε με την Εργατική Πρωτομαγιά φαίνεται ότι έπαιξε επίσης έναν θετικό στην ψυχολογία τους ρόλο, λόγω του προφανούς συμβολισμού.
Οι εκτελέσεις άρχισαν κατά τις 10 το πρωί και γίνονταν ανά εικοσάδες. «Οι Γερμανοί δεν σταμάτησαν όμως εκεί. Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν και το επόμενο δεκαήμερο, τόσο στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής –όπου στις 10/5/44 έστησαν στον τοίχο άλλους 82 κρατούμενους– όσο και στην περιοχή των Μολάων από τους Γερμανούς και τους ταγματασφαλίτες συνεργάτες τους, με αποτέλεσμα ο συνολικός αριθμός των εκτελεσθέντων ως αντίποινα για τη “δολοφονία” του υποστράτηγου Κρεχ να ανέρχεται στους 325 περίπου».
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO