«Ένα ζευγάρι σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου δημιουργεί εκ νέου το παρελθόν, πραγματικό ή φανταστικό, και προσπαθεί να ζήσει το παρόν, από τον παράδεισο ως την κόλαση. Παρά τις τυπικές προειδοποιήσεις, το νεαρό ζευγάρι αγνοεί επίμονα το γεγονός ότι το περιβάλλον του πρόκειται να καταρρεύσει και συνεχίζει το περίεργο παιχνίδι του. Τελικά, όταν ο υπεύθυνος κατεδάφισης φτάνει, ίσως πολύ αργά ήδη, αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν την επικείμενη μοίρα τους. Την ίδια στιγμή τα πάντα εξαφανίζονται. Παρ’ όλα αυτά, οι δυο τους φεύγουν μαζί μέσα στην απόλυτη νύχτα». Με αυτήν τη σύντομη περιγραφή ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης υποδέχτηκε το κοινό στην παράσταση του πρώτου του θεατρικού έργου «Το ξενοδοχείο “Η νύχτα που πέφτει”» στο Κέντρο Αμερικανών Φοιτητών και Καλλιτεχνών του Boulevard Raspail στο Παρίσι, στις 27 Απριλίου του 1959. Η παράσταση έκανε αίσθηση στους κύκλους της διανόησης αλλά κυρίως στους οπαδούς του κινήματος του σουρεαλισμού. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι τη σκηνοθεσία υπέγραφε ένας θρυλικός σήμερα σκηνοθέτης της πρωτοπορίας της εποχής, ο Marc’O (Μαρκ-Ζιλμπέρ Γκιγιομέν), με τη συμβολή του Μαρσέλ βαν Τιενέν, που πειραματιζόταν με την ηλεκτρονική μουσική. Πρωταγωνιστούσε η Αφροαμερικανίδα ηθοποιός (με καταβολές και από τις Φιλιππίνες) Μαρπέσα Ντον, η οποία αμέσως μετά θα γινόταν διάσημη χάρη στο περίφημο «Orfeu Negro» του Μαρσέλ Καμί, που εκείνη τη χρονιά κέρδισε στις Κάννες τον Χρυσό Φοίνικα.
Μια ενδιαφέρουσα παράμετρος είναι ότι ο Βαλαωρίτης εμπνεύστηκε το έργο με αφορμή μια σουρεαλιστική είδηση που διάβασε στην εφημερίδα: ένα κατοικημένο και επιπλωμένο σπίτι στο Λονδίνο κατεδαφίστηκε κατά λάθος αντί ενός άλλου.
Το «L'Hôtel de la nuit qui tombe», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος, είναι ένα από τα τριάντα πέντε θεατρικά έργα που έγραψε ο Νάνος Βαλαωρίτης στη διάρκεια της ζωής του, στα γαλλικά, στα αγγλικά και στα ελληνικά. Ο ίδιος διατεινόταν ότι έγραψε ακόμα περισσότερα, αλλά αυτά μπορούσε να τεκμηριώσει με βεβαιότητα, όπως εξήγησε στη μεταφράστρια Βασιλική Ράπτη σε συνέντευξη που της παραχώρησε τον Μάιο του 2001 στο Όκλαντ της Καλιφόρνια. Ωστόσο, μόλις δύο από αυτά είχαν την τύχη να παρουσιαστούν ολόκληρα στη σκηνή. Το «Ξενοδοχείο» στο Παρίσι, και ακριβώς την ίδια περίοδο, στις 15 Μαΐου 1959, στην Αθήνα, το «Κούτσουρο», σε μετάφραση μάλιστα του Οδυσσέα Ελύτη, στο Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, ως μέρος της παράστασης με τίτλο «Νέα Πρόσωπα», η οποία συμπεριλάμβανε την «Υψηλή Εποπτεία» του Ζαν Ζενέ, το «Παράθυρο» του Νίκου Πολίτη και τον «Μεγάλο Περίπατο» του Δημήτρη Κεχαΐδη.
Ο Νάνος Βαλαωρίτης, που γεννήθηκε το 1921 στη Λωζάννη της Ελβετίας, θεωρείται ο κύριος εκπρόσωπος της ελληνικής πρωτοπορίας, ενώ η βασική του απασχόληση ήταν η θεωρία της λογοτεχνίας και η δημιουργική γραφή, που δίδαξε για τέσσερις δεκαετίες στο Σαν Φρανσίσκο. Πρωτοδημοσίευσε ποίηση το 1939, αλλά τα γεγονότα της εποχής τον οδήγησαν στη Μέση Ανατολή, όπου και γνωρίστηκε με τον Σεφέρη, όταν εκείνος εργαζόταν στην ελληνική πρεσβεία στο Κάιρο. Με την προτροπή εκείνου βρέθηκε το 1944 στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε για το BBC και γνώρισε σημαντικούς Άγγλους ποιητές, όπως ο Έλιοτ, ο Όντεν και ο Ντίλαν Τόμας. Αφού πρώτα μετέφρασε στα αγγλικά ποίηση του Ελύτη, του Σεφέρη και του Εμπειρίκου, εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Τιμωρία των Μάγων». Κατά τη διαμονή του στο Παρίσι το διάστημα μεταξύ 1954 και 1960, επηρεάστηκε βαθύτατα από τους σουρεαλιστές και τη συναναστροφή του με τον Αντρέ Μπρετόν. Όπως εξηγεί και ο ίδιος στο «Για μια θεωρία της γραφής Β’»: «Δεν θα ήταν δυνατόν να είχα συμπληρώσει τις γνώσεις μου πιο μύχια και αφανή και πιο προσωπικά. Ο υπερρεαλισμός εκείνη την εποχή έμοιαζε να έχει εκραγεί και τα κομμάτια του βρίσκονταν παντού, όπως ένας καινοφανής αστέρας κι όχι μόνο, κάτω από τον έλεγχο του Μπρετόν, του Περέ και της ομάδας των νεότερων».
Όταν ο Βαλαωρίτης ξεκίνησε να γράφει τα πρώτα του θεατρικά έργα, επιλέγοντας συνειδητά τα γαλλικά, δεν τον ενδιέφερε το θέατρο καθαυτό, αλλά οραματιζόταν έναν νέο τρόπο θεατρικής γραφής, όπου τη δράση θα αντικαθιστούσε η ομιλία. Τον ενδιέφεραν οι λεγόμενες «γλωσσικές πράξεις», δηλαδή οι πράξεις που επιτελεί κάποιος όταν χρησιμοποιεί τον λόγο. Μια ποιητική χρήση της γλώσσας, «όπου η μαγική δύναμη των λέξεων αποκαλύπτεται σε πολλές περιπτώσεις από το να μειώνεται η απόσταση μεταξύ της μεταφορικής χρήσης μιας λέξης και της κυριολεκτικής της σημασίας», όπως εξηγεί η μεταφράστρια του έργου στα ελληνικά, Βασιλική Ράπτη. Έτσι, το «Ξενοδοχείο» βασίστηκε κατά κύριο λόγο στον υπερρεαλισμό, όπως και στο θέατρο του παραλόγου, τα δύο θεατρικά κινήματα που κυριαρχούσαν στο μεταπολεμικό Παρίσι. Αυτό όμως ήταν και το ζητούμενο από τον συγγραφέα, να καταφέρει να συλλάβει το υπερρεαλιστικό «θαυμαστό» (όπως το εννοεί ο Μπρετόν στο μανιφέστο του) με την έννοια της «σπασμωδικής ομορφιάς» και της επίδρασής της στην πράξη της γραφής.
Στο έργο οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες βιώνουν έναν τρελό έρωτα (amour fou), όπου τα πάντα επιτρέπονται. Ο ένας ανταποδίδει στον άλλον τα πιο αντιφατικά συναισθήματα, τα οποία με τη σειρά τους συνοδεύονται από́ τις πιο αινιγματικές και περίπλοκες μεταμορφώσεις. Το νεανικό ζευγάρι της Μάρθα και του Ιβ αποτελεί σαφή αναφορά στους δύο ερωτευμένους των «Μυστηρίων του έρωτα» («Les mystères de l’amour») του Ροζέ Βιτράκ, της εμβληματικής παράστασης του Αντονέν Αρτό του 1927. Αποτελεί επίσης αναφορά στον «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα», όπως υποστήριξαν οι Γάλλοι κριτικοί θεάτρου. Ο τρελός έρωτας τούς κάνει να αψηφούν τον ξενοδόχο, ο οποίος προσπαθεί επίμονα να τους πείσει να φύγουν, καθώς το ξενοδοχείο πρόκειται να κατεδαφιστεί. Αντί να ακολουθήσουν την κοινή λογική, ενδίδουν εντελώς παράλογα σε έναν συνδυασμό ονείρου και παιχνιδιού, που λειτουργεί γι’ αυτούς ως απόδραση. Και όπως έγραψε ο Σαρλ Εστιέν του «Observateur Littéraire»: «Μετά τη σκηνή του τάφου, το ζευγάρι σχεδόν μοιάζει να πέφτει σε μια αγχωτική διάθεση του λυκόφωτος. Δεν υπάρχει κανένα μπαλκόνι, αλλά ένα κρεβάτι του τέλους του 19ου αιώνα».
Το έργο, μια συνειδητή υλοποίηση του υπερρεαλιστικού διαλόγου, μπλέκει το αίνιγμα, το παράλογο και το μεταφυσικό με την υπαρξιακή αγωνία. Γεμάτο συμβολισμούς και ψυχολογική ένταση, θίγει μια σειρά θεμάτων όπως η ταυτότητα, η ενοχή, ο θάνατος και η ανθρώπινη αδυναμία να διαχειριστούμε την πραγματικότητα. Ο εφιάλτης διαδέχεται το όνειρο μέσα από την κλειστοφοβική αίσθηση του δωματίου στο οποίο ο ξενοδόχος κλειδώνει τους δυο ήρωες – παρά τις αρχικές προσπάθειές του να τους διώξει. Το ζευγάρι συνεχίζει από την αρχή ως το τέλος το ερωτικό παιχνίδι σε μια πεισματική προσπάθεια να εξερευνήσει τον έρωτα – το μοναδικό ίσως συναίσθημα που υπερνικά τον φόβο του θανάτου. Μια ενδιαφέρουσα παράμετρος είναι ότι ο Βαλαωρίτης εμπνεύστηκε το έργο με αφορμή μια σουρεαλιστική είδηση που διάβασε στην εφημερίδα: ένα κατοικημένο και επιπλωμένο σπίτι στο Λονδίνο κατεδαφίστηκε κατά λάθος αντί ενός άλλου.
Το «Ξενοδοχείο “Η νύχτα που πέφτει”» δεν ξαναπαίχτηκε στη Γαλλία αλλά μεταφράστηκε στα αγγλικά (σε σύμπραξη με τον Βαλαωρίτη) από τη Βασιλική Ράπτη, η οποία επιμελήθηκε και μια σειρά αναλογίων σε αμερικανικά πανεπιστήμια μεταξύ 2016 και 2018. Η ενθουσιώδης αποδοχή του την έπεισε να το μεταφέρει και στα ελληνικά, σε συνεργασία με την Αγγελική Ασπρούλη, ενώ η ηθοποιός και σκηνοθέτιδα Λίνα Φούντογλου το ανεβάζει αυτή την περίοδο στη Σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου του Πειραιά. Ποιοι είναι όμως οι βαθύτεροι λόγοι για τους οποίους επέλεξε να σκηνοθετήσει ένα έργο του 1959; «Το έργο αυτό μου το εμπιστεύτηκε ο ίδιος ο Νάνος Βαλαωρίτης, που πίστευε βαθιά πως πρέπει να παρουσιαστεί στην Ελλάδα σήμερα. Το επέλεξα γιατί, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, ένιωσα ακριβώς αυτό που μου έλεγε, ότι παρότι γράφτηκε και παίχτηκε το 1959 στο Παρίσι, μιλά για κάτι που δεν αλλάζει ποτέ. Μέσα από τον σουρεαλισμό του, το έργο προσεγγίζει την ανθρώπινη υπόσταση ως έναν διαρκή αγώνα· την ανάγκη να συνεχίζεις να αγωνίζεσαι παρά την αδυναμία της γλώσσας, τη δυσπιστία απέναντι στον λόγο, το ακατανόητο σύμπαν, το μαρτύριο του έρωτα, την εξουσία, αλλά και τη σκοτεινιά της ανθρώπινης φύσης και του ενστίκτου. Ο σουρεαλισμός και το παράλογο δεν ανήκουν σε μια περασμένη εποχή. Αντιθέτως, αποτελούν από τις λίγες μορφές έκφρασης που μπορούν ακόμη να αγγίξουν ουσιαστικά το υποσυνείδητο – όπως συμβαίνει στον κινηματογράφο του Ντέιβιντ Λιντς ή, με άλλους όρους, του Γιώργου Λάνθιμου. Η αμεσότητα του ρεαλισμού που συχνά χαρακτηρίζει τη δική μας εποχή κινδυνεύει να μείνει κενή, όταν παραμένει σε πρώτο επίπεδο ή όταν απουσιάζει το αληθινό βίωμα πριν από τις λέξεις. Η ονειρική μαγεία, ακόμη κι όταν μοιάζει ακατανόητη ή εφιαλτική, κουβαλά κάτι από την αλήθεια που προσωπικά αναζητώ», λέει η σκηνοθέτιδα.