Υπάρχει ένα αδιόρατο μονοπάτι που επιχειρεί να διασχίσει τους μύθους και τους θρύλους της Σρι Λάνκα, την άγνωστη και ιερή πλευρά της. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι ταξιδιώτες που επέστρεψαν στην Ευρώπη έχοντας ζήσει σε αυτό το μέρος, μετέφεραν παράξενες ιστορίες για γιόγκι και φακίρηδες… μια βουτιά στην ιερότητα της θρησκευτικής ζωής των ντόπιων. Η Ανατολή απλώνει τα τεράστια πλοκάμια της που αγκαλιάζουν την ψυχή του ανθρώπου, την έλκουν με έναν ιδιαίτερο τρόπο και ωθούν τον Δυτικό να κοιτάξει τη ζωή με άλλη ματιά, διερευνώντας τα μυστήριά της.
Η Καταραγκάμα εδώ και αιώνες αποτελεί μια πολυθρησκευτική πόλη προσκυνήματος, ιερή για τους βουδιστές, τους ινδουιστές και τους ιθαγενείς Βέδα της Σρι Λάνκα. Ινδοί από τις νότιες περιοχές της Ινδίας την επισκέπτονται ακόμα και σήμερα για να λατρέψουν τις ινδικές θεότητες. Πρόκειται για μια μικρή πόλη 228 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Κολόμπο, στην περιοχή Μαναραγάζα της επαρχίας Ούβα. Η σινχαλέζικη σημασία της λέξης Καταραγκάμα είναι «χωριό στην έρημο»· ονομάστηκε έτσι λόγω της τοποθεσίας της σε μια ξερή και άγονη περιοχή.
Η πόλη έχει τον φημισμένο ναό Καταραγκάμα, ένα ιερό αφιερωμένο στον Σκάντα Κουμάρα, γνωστό και ως Καταραγκάμα Ντιβίγιο. Ο ναός Καταραγκάμα αποτελεί έναν από τους δεκαέξι κύριους τόπους βουδιστικού προσκυνήματος που υπάρχουν στη Σρι Λάνκα. Σύμφωνα με τους θρύλους, ο Βούδας, κατά την τρίτη και τελευταία επίσκεψή του στο νησί, συνάντησε τον βασιλιά Μαχασένα, ο οποίος κυβέρνησε την περιοχή της Καταραγκάμα γύρω στο 580 π.Χ. Έτσι πολλοί Σινχαλέζοι βουδιστές (οι Σινχαλέζοι αποτελούν τη μεγαλύτερη εθνότητα της Σρι Λάνκα, συνιστώντας το 74,8% του πληθυσμού) πιστεύουν ότι η Καταραγκάμα αγιάστηκε από τον ίδιο τον Βούδα.
Στην Καταραγκάμα κυβερνά ο ανθρώπινος χρόνος, ο αργός, ο μη διακοπτόμενος, και όχι ο παραγωγικός, τεχνολογικός, βιαστικός χρόνος της Δύσης.
Παρά τις διαφορές στις κάστες και στα δόγματα, πολλοί δείχνουν μεγάλο σεβασμό στον θεό Καταραγκάμα. Οι ιθαγενείς Βέδα έρχονται να προσκυνήσουν το συγκρότημα του ναού από όλες τις περιοχές της Σρι Λάνκα. Ο ναός οργανώνει μια μεγάλη θρησκευτική γιορτή τους θερινούς μήνες, στην οποία γιορτάζονται η γνωριμία και ο γάμος του θεού με μια πριγκίπισσα των Βέδα.
Το καβάντι
Από τη δεκαετία του 1950 η λατρεία του Καταραγκάμα έχει λάβει εθνοτικό χαρακτήρα μεταξύ των Σινχαλέζων. Οι πιστοί πέφτουν σε έκσταση και επιδίδονται σε εκστατικές τελετουργίες που παλαιότερα συνδέονταν με τους ινδουιστές, όπως το περπάτημα στη φωτιά και το τρύπημα του σώματος. Όσοι επιδίδονται σε αυτού του είδους τις τελετουργίες είναι κατεξοχήν Ταμίλ.
Οι Ταμίλ είναι μια δραβιδική εθνοτική ομάδα που ομιλεί τη μητρική γλώσσα ταμίλ και έλκει την καταγωγή της κυρίως από το νότιο τμήμα της ινδικής υποηπείρου. Αντιπροσωπεύουν το 11,2% του πληθυσμού της Σρι Λάνκα και είναι ινδουιστές. Ο ινδουισμός κυριαρχεί στις βόρειες και ανατολικές περιοχές του νησιού, στις οποίες οι Ταμίλ αποτελούν την πλειοψηφία. Η πλειονότητα των Ταμίλ ζει στη χερσόνησο της Τζάφνα.
Ένας από τους θρύλους των Σινχαλέζων αναφέρει ότι όταν ο Σκάντα Κουμάρα (ινδουιστική θεότητα του πολέμου) ζήτησε καταφύγιο από τους Ταμίλ, αυτοί αρνήθηκαν και τότε αυτός ήρθε να ζήσει με τους Σινχαλέζους στην Καταραγκάμα. Ως τιμωρία για την άρνησή τους, η θεότητα ανάγκασε τους Ταμίλ να επιδοθούν σε τρυπήματα του σώματος και περπάτημα στη φωτιά. Η πρακτική που θέλει τους Ταμίλ κρεμασμένους από γάντζους περασμένους μέσα από το δέρμα της πλάτης είναι γνωστή ως «καβάντι». Αυτός ο θρύλος προσπαθεί να ερμηνεύσει τη σημασία της Καταραγκάμα ως ιερού τόπου, καθώς και τα παραδοσιακά πρότυπα λατρείας των Ταμίλ.
Ανατολή - Δύση
Ο λευκός που επισκέπτεται τις κυριότερες πόλεις και τα ιστορικά αξιοθέατα της Σρι Λάνκα συχνά φεύγει αποκαρδιωμένος, εφόσον αυτό που έχει κατορθώσει να δει έρχεται σε αντίθεση με τα πολυτελή θέρετρα διακοπών που απευθύνονται στους Δυτικούς τουρίστες. Στην τεχνολογική, παγκοσμιοποιημένη εποχή μας, διευρύνεται το αίσθημα περιφρόνησης για τις χώρες στις οποίες ο ρυθμός της αλλαγής είναι πιο αργός, όπου το πέρασμα από τις παλιές μεθόδους στις σύγχρονες και τεχνολογικές καθυστερεί σημαντικά.
Συχνά, πίσω από το αίσθημα περιφρόνησης κρύβεται η αδυναμία κατανόησης τού γιατί οι άνθρωποι σε αυτές τις χώρες θέλουν να μείνουν ήσυχοι, γιατί επιθυμούν να ρυθμίζουν οι ίδιοι και όχι οι άλλοι τη ζωή τους, ακολουθώντας τον δικό τους ρυθμό, ώστε να μη χάσουν την όποια εσωτερικότητα διαθέτουν.
Οι Δυτικοί θεωρούν τη σκληρή δουλειά αρετή και αυτό οφείλεται στις κλιματολογικές συνθήκες, ακριβώς όπως οι Ανατολίτες θεωρούν τη νωθρότητα αρετή και αυτό πηγάζει από τη θερμότητα του κλίματός τους.
Οι Δυτικοί έχουν μεταβάλει την εργασία σε έναν μικρό θεό που θρέφεται με «ανθρώπινο χρόνο», διαμορφώνοντας ενοχικούς δεσμούς μαζί της, κάτι που απέρριπτε συθέμελα η Ανατολή.
Μπορεί οι οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης να προσφέρουν στους κατοίκους τους υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα, αλλά σε αντίτιμο τούς μετατρέπουν σε εξάρτημα ενός τεχνολογικού συστήματος, αφαιρώντας τους την ανθρώπινη ιδιότητα. Στην προφητική κινηματογραφική ταινία «Mirage», του 1965, με τον Γκρέγκορι Πεκ να υποδύεται έναν επιστήμονα, υπάρχει ο παρακάτω διάλογος:
— Οι μηχανές εκτοπίζουν τους ανθρώπους.
— Θα γίνουμε τα κατοικίδιά τους.
Όσο η τεχνολογία περιορίζει την ατομικότητα του ανθρώπου στη Δύση, είναι μοιραίο αυτή η διαδικασία να τον καταδυναστεύει, μετατρέποντάς τον σε έναν τεχνολογικό άνθρωπο, που στην ουσία γίνεται όλο και πιο «απαίδευτος». Η αντιμετώπιση του ανθρώπου ως παραγωγικής πλέον μονάδας ή ως μια απλής στατιστικής μονάδας, και όχι ως ενός σκεπτόμενου ανθρώπινου όντος, καταστρέφει τις δημιουργικές του ιδιότητες και θέτει σε κατάσταση ύπνωσης τις υψηλότερες αξίες του. Η τεχνολογία μπορεί να έχει απαλλάξει τον άνθρωπο από τη φτηνή εργασία, αλλά του έχει προσθέσει μεγάλες δόσεις ψυχικής κατάθλιψης.
Ο Όσκαρ Ουάιλντ είχε γράψει: «Ζούμε στην εποχή των ξεθεωμένων στη δουλειά… στην εποχή που οι άνθρωποι είναι τόσο εργατικοί ώστε να γίνονται τελείως ηλίθιοι». Αν ο Όσκαρ Ουάιλντ (1854-1900) έκανε αυτήν τη διαπίστωση για την κατάσταση του Δυτικού ενάμιση σχεδόν αιώνα πριν, τι θα έλεγε άραγε αν ζούσε σήμερα στην εποχή των ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων, της κανονικοποίησης της υπερεργασίας και του ΑΙ; Ίσως σε ένα δυστοπικό κοντινό μέλλον, όπως στην ταινία «Matrix» (1999), οι άνθρωποι θα υπάρχουν χάριν των μηχανών και θα αποτελούν την πηγή ενέργειας που αυτές χρειάζονται για να συνεχίσουν να υπάρχουν.
Οι Ανατολίτες διακατέχονται από έναν φιλοσοφικό μυστικισμό ως αντίδοτο στη ζωή των Δυτικών, η πλειονότητα των οποίων είναι χαμένη στον λαβύρινθο των αστικών τους ενασχολήσεων. Όπως λένε οι σαμάνοι της Μογγολίας, «το σώμα είναι απλώς ένας φάκελος που κρύβει επιμελώς στο εσωτερικό του το πνεύμα». Η σάρκα υπάρχει χάριν της ψυχής. Ωστόσο, στη Δύση οι υλιστικές ιδέες επικρατούν περισσότερο από ποτέ άλλοτε. Η ύλη έχει αντικαταστήσει το πνεύμα.
Για τον σύγχρονο άνθρωπο προτεραιότητα είναι η διασφάλιση των υλικών του αποκτημάτων, αδιαφορώντας για τα πνευματικά, ενώ η βιασύνη με την οποία ζει τον κάνει να μη δείχνει ευγνωμοσύνη για ό,τι έχει. Και εάν οι γνώσεις του ανθρώπου για τους νόμους της Φύσης είναι ατελείς, η διείσδυση σε ανεξερεύνητες περιοχές μπορεί συχνά να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με θαύμα. Ο Σανκάρα, Ινδός σοφός, διατύπωνε πριν από μια χιλιετία την πεποίθηση ότι «είναι πραγματικά ανόητος εκείνος που χάνει την πολύτιμη ευκαιρία να κερδίσει τη σωτηρία που του προσφέρει η γέννησή του ως ανθρώπινου όντος».
Για τους Ανατολίτες τα γήινα πράγματα είναι εφήμερα, αντιφατικά. Η οδύνη, η βάσανος και οι κακουχίες πολλαπλασιάζουν τις εμπειρίες, τους δίνουν μεγαλύτερη αξία και προσφέρουν νέες διδαχές. Ίσως αυτή η αντίληψη να αποτελεί μια προσπάθεια απλούστευσης ενός πολιτισμού πολιορκημένου από μια υπέρμετρη υλιστική δραστηριότητα, αιχμαλωτισμένου στα γρανάζια της δυτικής τεχνολογίας. Ίσως η Ανατολή να παραμένει, ακόμα και σήμερα, αρκετά παλιομοδίτικη για να παραδώσει εύκολα στους Δυτικούς την αρχαία κλίμακα των αξιών της.
Σήμερα η Δύση ξοδεύει δισεκατομμύρια για να κατασκευάσει όπλα, προωθημένες τεχνολογικές εφαρμογές και εικονικούς κόσμους, ενώ δεν είναι καν στις προθέσεις της να ξοδέψει ένα κλάσμα από αυτά για τα παιδιά του Τρίτου Κόσμου και να βελτιώσει, έστω και ελάχιστα, τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν πολύ κάτω από το όριο της φτώχειας. Στον πλανήτη Γη, σήμερα, καταγράφονται οι περισσότερες πολεμικές συρράξεις από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, περισσότεροι από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι καταναλώνουν λιγότερο από ένα δολάριο τη μέρα, τέσσερα δισεκατομμύρια δεν έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό, ενώ ελάχιστοι πλέον άνθρωποι κατέχουν το μεγαλύτερο ποσοστό του παγκόσμιου πλούτου.
Σε αυτό το θλιβερό και απαισιόδοξο παρόν που οι πολλοί αγνοούν ή αρνούνται να αποδεχθούν, εφόσον τους βγάζει από τον εύθυμο εφησυχασμό τους, προστίθενται η κλιματική αλλαγή, ο υπερπληθυσμός και οι μεταναστευτικές ροές από τον φτωχό Νότο προς τον πλούσιο Βορρά. Και τα τρία παρουσιάζουν αυξητικές τάσεις, χωρίς δυνατότητα ανακοπής. Ο νέος τεχνολογικός κόσμος χειραγωγεί όχι μόνο συνειδήσεις αλλά και ολόκληρες ζωές, διογκώνοντας τις ανισότητες και μειώνοντας την αξία των δημοκρατικών θεσμών σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η τεχνολογία και οι εξελίξεις της υπόσχονται στους Δυτικούς, με εμμονή θα έλεγε κανείς, διαρκή οφέλη μέσα από τη «νέα εποχή», ψηφιακούς μετασχηματισμούς, πράσινες μεταβάσεις, τεχνητές νοημοσύνες. Η ανθρωπότητα από τη σκλαβιά της φεουδαρχίας και της βιομηχανικής εποχής του Όσκαρ Ουάιλντ περνάει σε εκείνη της τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή ένδειξη για την επίλυση των προβλημάτων του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού του πλανήτη. Για το 2025, μόνο οι εταιρείες ΑΙ είχαν τζίρο 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια, ποσό ισοδύναμο με το συνολικό ΑΕΠ δεκάδων φτωχών χωρών του πλανήτη. Η εξέλιξη της ανθρωπότητας στον 21ο αιώνα μοιάζει περισσότερο δυστοπική.
Ο Ερίκ Ορσενά, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, οικονομολόγος και πεζογράφος, είχε δηλώσει ότι «όλοι οι μετασχηματισμοί –οικονομικοί και τεχνολογικοί– έχουν ωφελήσει μόνο μια πολύ μικρή μειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ η απόσταση ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς του κόσμου εξακολουθεί να μεγαλώνει, διευρύνοντας μια παγκόσμια ανισότητα». Τίποτα από τα παραπάνω δεν συμπεριλαμβάνουν την κανονικότητα, την πνευματικότητα, την απλότητα, την ισορροπία, την αληθινή ανθρώπινη επαφή, την εσωτερική αναζωογόνηση, την κάθαρση, τη λύτρωση, την απελευθέρωση, τη γαλήνη, τη συμπόνια, την αγάπη που τόσο έχει ανάγκη η ανθρώπινη φύση.
Τα τελευταία ωστόσο τα βρίσκει κανείς σε μεγάλο βαθμό στον ιερό τόπο της Καταραγκάμα και στα εκατομμύρια των ανθρώπων που προστρέχουν εκεί. Εδώ κυβερνά ο ανθρώπινος χρόνος, ο αργός, ο μη διακοπτόμενος, και όχι ο παραγωγικός, τεχνολογικός, βιαστικός χρόνος της Δύσης.
Η γιορτή
Ταξιδεύω στη Σρι Λάνκα λίγο μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου (1983-2009) μεταξύ της κυβέρνησης, που αποτελείται κυρίως από Σινχαλέζους, και των Ταμίλ (Τίγρεις των Ταμίλ), οι οποίοι μάχονταν για τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Τη συγκεκριμένη χρονιά υπήρχαν γύρω στα τρία εκατομμύρια επισκέπτες και προσκυνητές από ολόκληρη τη Σρι Λάνκα, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν έρθει με τα πόδια, ακόμα και από το βορειότερο άκρο του νησιού, τη χερσόνησο Τζάφνα.
Ο μεγάλος αριθμός των προσκυνητών ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς είναι φτωχοί. Εδώ δεν υπάρχουν οι «χαμένοι» της Δύσης, που φέρουν την ευθύνη για την αποτυχία τους και την απόρριψή τους. Ίσως η συμμετοχή τους να αποτελεί και μια πράξη αντίστασης ενάντια στη σύγχρονη απληστία και αυτολύπηση. Η απληστία και η αυτολύπηση εκλαμβάνονται ως ντροπή. Ένας σοφός Ινδός έλεγε: «Κοίτα στον εαυτό σου τους ανθρώπους. Εάν βλέπεις τον εαυτό σου σε όλα τα πράγματα, ποια λύπη, ποια αυτολύπηση μπορεί να υπάρξει; Δεν έχεις τίποτα δικό σου και δεν μπορείς να χάσεις κάτι που δεν έχεις. Έρχεσαι από το πουθενά και γι’ αυτό το σπίτι σου είναι παντού».
Τις νύχτες μπερδεύομαι με το πλήθος των προσκυνητών και των επισκεπτών. Ελέφαντες, χορευτές, φακίρηδες, μάρτυρες Ταμίλ παρελαύνουν κάτω από το έκπληκτο και γεμάτο θαυμασμό βλέμμα των παρευρισκομένων. Ένα ανθρώπινο ποτάμι κινείται μεταξύ του τόπου των εκδηλώσεων και του ποταμού Μανίκ Γκάνγκα (Ποταμός των Πολύτιμων Λίθων), έναν τόπο λουτροθεραπείας όπου πραγματοποιούνται ιερά λουτρά για τον εσωτερικό καθαρισμό του ατόμου. Οι ντόπιοι δηλώνουν ότι μπορεί κανείς να θεραπευτεί από διάφορες ασθένειες κάνοντας μπάνια σε αυτόν, χάρη στην υψηλή περιεκτικότητά του σε πολύτιμους λίθους και στις φαρμακευτικές ιδιότητες που έχουν οι ρίζες των δέντρων της ζούγκλας που φυτρώνουν στις όχθες του ποταμού.
Παρατηρώ τα άρματα που φέρουν Ταμίλ κρεμασμένους από γάντζους περασμένους από το δέρμα της πλάτης. Νομίζεις ότι το δέρμα τους θα ξεκολλήσει από τα άγκιστρα που το τσιτώνουν και τους κρατούν αιωρούμενους σε ένα είδος μυστικιστικού χορού που εξουδετερώνει τη βαρύτητα. Μοιάζουν να βρίσκονται σε κάποιο είδος ύπνωσης. Παρατηρώ τα ρουθούνια και τα χείλη τους, εξετάζω τους ώμους και τα στήθη τους, δεν διακρίνω καμία ένδειξη επαφής με το περιβάλλον. Τα πρόσωπά τους παραμένουν αλλόκοτα, απαθή, κάτω από το φως των πυρσών και το ανεμικό φεγγαρόφωτο. Οι ινδουιστές πιστεύουν ότι όλες οι μορφές ζωής σ’ αυτόν τον κόσμο, όντας πεπερασμένες και ατελείς, εμπεριέχουν πόνο και βάσανα. Έτσι ξορκίζουν τα βάσανα της παρούσας ζωής με μια ανώτερη κατάσταση που μπορεί να υπάρξει και πριν από τον θάνατο. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτοί οι άνθρωποι πιστεύουν στην οδύνη, τη θεωρούν πηγή μεγαλείου, αντλούν χαρά από την οδύνη, μετατρέποντας έτσι την κόλαση σε παράδεισο.
Οι προσκυνητές συμπεριφέρονται με διακριτικότητα, μια έμφυτη σεμνότητα, τα πρόσωπά τους εκπέμπουν υπερηφάνεια. Έχουν έρθει με τα πόδια από τα πιο μακρινά μέρη της Σρι Λάνκα γιατί αυτό το προσκύνημα θρέφει την ψυχή τους. Όλοι αυτοί οι φτωχοί στην πλειονότητά τους άνθρωποι εκπροσωπούν την παλιά θρησκεία της φιλανθρωπίας, προτού ακόμα αυτή αντικατασταθεί από τη λατρεία του πλούτου και του υλισμού, της απληστίας. Όλοι αυτοί ισχυρίζονται ότι δύναμη είναι η συμπόνια και όχι η απληστία. Ίσως όλοι αυτοί οι άνθρωποι, μετά τις δοκιμασίες ενός πολυετούς πολέμου, να έχουν επανέλθει στη γυμνή και απέριττη ύπαρξη, αναζητώντας την ψυχική εκείνη γαλήνη που συνιστά τη βάση της ανθρώπινης ευτυχίας η οποία είναι απαραίτητη για να απολαύσουν ένα ειρηνικό παρόν.
Η μαύρη μαντίλα της νύχτας καλύπτει τους πλατιούς ώμους της γης. Η Αφροδίτη μοιάζει πολύ κοντά. Μια μυστηριώδης ηρεμία κυριαρχεί μεταξύ των παρευρισκομένων. Ακόμα και οι μεγάλες φυτοφάγες νυχτερίδες (ιπτάμενοι σκύλοι) των τροπικών μοιάζουν να φτεροκοπούν αθόρυβα πάνω από τα κεφάλια μας. Το φως του φεγγαριού κάνει τις αναρίθμητες ανθρώπινες σκιές να μοιάζουν με φαντάσματα.
Όλες αυτές οι θρησκευτικές εκδηλώσεις που εμπεριέχουν και στοιχεία ανιμισμού, μαζί με τους γκουρού, τους γιόγκι, τους χορευτές, τους μουσικούς, τους ελέφαντες, τους μάρτυρες Ταμίλ, κάποιος δυτικός παρατηρητής θα έλεγε ότι είναι δείγματα μιας άλλης εποχής που έχει τις ρίζες της χιλιετηρίδες πίσω. Η Ανατολή είναι ένα παραμύθι, αν φυσικά μπορεί κάποιος να τη δει ως παραμύθι. Και όλα αυτά συμβαίνουν όταν στη Σρι Λάνκα παρατηρείται ένας αυξανόμενος υλισμός και εκφυλισμός, κάτω από την επίδραση της δυτικής κουλτούρας και οικονομίας (διεθνής τουρισμός, διεθνείς αλυσίδες παραγωγής ενδυμάτων κ.λπ.)
Εδώ καταλαβαίνει κανείς τη μεγάλη αντίφαση: η Ανατολή έχει μεγαλοποιήσει τη δύναμη του πεπρωμένου, η Δύση τη δύναμη της ελεύθερης βούλησης. Ένας μελετητής της Ανατολής, ο Μαξ Μίλερ, είχε γράψει στα τέλη του 19ου αιώνα: «Όλοι προερχόμαστε από την Ανατολή και πηγαίνοντας στην Ανατολή καθένας από εμάς θα πρέπει να διαισθάνεται ότι επιστρέφει στην παλαιά, γεμάτη αναμνήσεις κατοικία του, φθάνει να έχει την ικανότητα να την ανακαλύψει».
Αυτές οι θρησκευτικές γιορτές, εδώ στην Καταραγκάμα, μικραίνουν το χάος της αβεβαιότητας που ανοίγεται κάτω από τα πόδια του ανθρώπου. Όλους αυτούς τους ανθρώπους ο δρόμος, η πίστη, η φυλή, οι δοκιμασίες, οι αναποδιές τούς βοηθούν να προχωρήσουν, να νιώσουν δυνατοί. Η διαμόρφωση μιας εσωτερικής δύναμης τούς βοηθά να αντιμετωπίσουν τα μελλούμενα. Όλες αυτές οι γιορτές είναι ένα μέσο για να ξεπεράσουν τις κακουχίες που τους προσφέρει απλόχερα η ζωή, να ξεχάσουν, να λυτρωθούν.
Οφείλουν να ξεπεράσουν την άγνοια αναπτύσσοντας την ικανότητα. Συμμετέχουν σε μια εμπειρία, ζουν μια εμπειρία. Οι εμπειρίες κρύβουν για κάθε άνθρωπο μια έννοια, έναν σκοπό, μια διδαχή που οδηγεί στην αυτοεξέλιξή του, βελτιώνει την ευφυΐα του, διευρύνει τη διαίσθησή του και τον οδηγεί σε ένα υψηλότερο επίπεδο συνειδητότητας. Αποτελούν ένα σκαλοπάτι για την ηθική αλλά και πνευματική ανάπτυξη του ατόμου.
Στη Δύση, το διάστημα που εκατομμύρια πιστών προσέρχονται πεζοί από τις πιο μακρινές περιοχές της Σρι Λάνκα για να βρουν κάποιο είδος λύτρωσης στην Καταραγκάμα, εκατομμύρια άνθρωποι αργοπεθαίνουν καθημερινά μπροστά από τις οθόνες των τηλεοράσεων, των υπολογιστών και των κινητών ενός ασηπτικού κόσμου που ρουφά όλη τους την ενέργεια, όλη τους τη νόηση, μέσα στην απόλυτη μονοτονία. Η εικονική πραγματικότητα στην οποία ζουν αλλοιώνει αναπόφευκτα τη λειτουργία της συνείδησής τους, ενώ τους απομακρύνει από την πραγματική ζωή την οποία οφείλουν να ζουν και την οποία αντιπροσωπεύουν, εδώ στην Ανατολή, η Καταραγκάμα και οι γιορτές της. Εδώ, στην Καταραγκάμα, όλοι αυτοί οι άνθρωποι μοιάζουν να έχουν επίγνωση ότι αποτελούν μέρος ενός πράγματος πολύ μεγαλύτερου από αυτούς.
Kαι ενώ στην Καταραγκάμα οι πιστοί συνέχιζαν, όπως έκαναν εδώ και πολλούς αιώνες, να διατρανώνουν την ιερότητα και τη μοναδικότητα του χώρου, λίγο μακρύτερα οι «τουριστικοί θύλακες», δημιούργημα ξένων πολυεθνικών εταιρειών, πρόβαλλαν τον δυτικό/καταναλωτικό τρόπο ζωής, προάγοντας ένα νέο αποικιοκρατικό μοντέλο κατοχής του νησιού, υποσχόμενο σε κράτος και ντόπιους έναν οικονομικό παράδεισο (η κότα με τα χρυσά αυγά), κάτι που αποδείχτηκε όνειρο απατηλό ήδη από τη δεκαετία του 1970 σε νησιά του Ινδικού και του Ειρηνικού Ωκεανού, καθώς και της Καραϊβικής. Ένας καινούργιος κόσμος, μοιραίος και καταναλωτικός, λίγο παραδίπλα, απειλούσε να λεηλατήσει τις μνήμες του παλιού. Οι μνήμες, ο πολιτισμός ενός λαού, απειλούνταν από τη λήθη, τον προπομπό της παρακμής.
*Ο Στέλιος Βαρβαρέσος είναι καθηγητής Τουρισμού.