Ο Τζορτζ Στάινερ, ένας σπουδαίος άνθρωπος των γραμμάτων, εντόπιζε στα κλασικά έργα την ικανότητά τους να αποκαλύπτουν τα αιώνια υπαρξιακά ζητήματα, ανεξαρτήτως εποχών και περιστάσεων. «Πουθενά αλλού στη λογοτεχνία», γράφει ο Στάινερ στο έργο του Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι, «δεν έφτασε ο 19ος αιώνας τόσο κοντά στη μεγάλη τραγική σύλληψη της εμπειρίας· μόνο στον Μόμπι Ντικ και στους Αδελφούς Καραμάζοφ». Το δραματικό στοιχείο γεννιέται, για τον Στάινερ, ακριβώς τη στιγμή που οι χαρακτήρες πράττουν πέρα από οποιαδήποτε πρόβλεψη, πέρα από την εκάστοτε συγκυρία. Εκεί ακριβώς υπεισέρχεται η έννοια της πίστης που μαθαίνει στον άνθρωπο να μπορεί να επιμένει, κόντρα στο άφευκτο της μοίρας, αλλά και να είναι ταπεινός –το δύσκολο στοίχημα της καλοσύνης– ακόμα και όταν οι συνθήκες τον ευνοούν. Σε εποχές που διακυβεύεται ακόμα και η ίδια η ανθρώπινη αξία, ποιος, αλήθεια, δεν έχει επικαλεστεί όλα αυτά τα ζητήματα που θίγουν, για παράδειγμα, τα μεγάλα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι; Η απέχθεια που μας προκαλούν, λόγου χάρη, χαρακτήρες χωρίς καμία ηθική, όπως ο Σμερντιακόφ στους Αδελφούς Καραμάζοφ –που μόλις κυκλοφόρησαν σε μετάφραση Ελένης Μπακοπούλου από τις εκδόσεις Άγρα– ενδεχομένως να είναι σύμφυτη με αυτό που ζούμε τον τελευταίο καιρό σε όλο τον κόσμο.
Ο ανάγλυφος τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας αποτύπωσε την κατάρρευση των ψευδαισθήσεων του δυτικού κόσμου και την ανάγκη διατήρησης των υψηλών ιδεών του δεν μπορεί να μην έχει ανταπόκριση σήμερα, σε τόσο χαλεπούς καιρούς.
Την απάντηση, επομένως, στο ερώτημα γιατί αξίζουν κάποια βιβλία να επανεκδίδονται τη δίνουν τα ίδια τα έργα στη διαχρονική τους αξία, καθώς μιλούν για τα μεγάλα ερωτήματα που συνοδεύουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Γι’ αυτό ακριβώς επιβάλλεται να διαβάζει κανείς κλασικά σε εποχές τέτοιου κυνισμού, που δεν θα μπορούσαν να φανταστούν ούτε τα πιο τρομακτικά όνειρα του Μέλβιλ. Ο τελευταίος δεν έγραψε τυχαία το Μπάρτλμπι ο γραφιάς, ένα έργο για την εσωτερική ηθική σύγκρουση του ανθρώπου με την εξωτερική ισοπέδωση, που επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Έρμα.
Μια τέτοια επανέκδοση έχει νόημα όχι μόνο γιατί προσφέρεται στον αναγνώστη σε νέα μετάφραση –εν προκειμένω από τον Γιώργο Καράμπελα– που κάνει το έργο πιο ζωντανό και πιο κοντά στα νέα δεδομένα, αλλά γιατί συνοδεύεται από κείμενα που αποδίδουν τη διαχρονική δύναμη των αιώνιων διλημμάτων που θέτουν τέτοιου είδους αναγνώσματα. Στα επιλεγόμενα της συγκεκριμένης έκδοσης ο Φιλήμων Πατσάκης μιλάει για ένα μυθιστόρημα και έναν ήρωα που πορεύεται εκεί «όπου σωρεύονται οι ανθρώπινες ματαιότητες. Αυτή η στάλα μηδενός που βρίσκεται εντός μας, μαζί με την παρουσία της συνείδησης, αυτός ο θάνατος από τον οποίο αντλούμε τη δύναμη της περατότητας, αυτό το όριο στο απεριόριστο καθορίζει και τον κοινωνικό ρου. Η λογοτεχνία το έχει ανιχνεύσει καλύτερα από κάθε πολιτική θεώρηση, γιατί εκεί το σκέπτεσθαι και το θνήσκειν αλληλοανιχνεύονται και αλληλοκαθορίζονται και ο άνθρωπος αντικρίζει τα όρια και τις συνθήκες της ύπαρξής του». Και έχει δίκιο.
Για αντίστοιχους λόγους επανεκδίδονται σε νέες μεταφράσεις ή σε επιμελημένες παλαιότερων από διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους τα έργα του Χέρμαν Μπροχ: οι εκδόσεις Έρμα, που είχαν επανεκδώσει τους άκρως επίκαιρους Υπνοβάτες, που μιλούν για την άνοδο του φασισμού σε μια κλυδωνιζόμενη Δύση, κυκλοφορούν σε νέα μετάφραση, και πάλι από τη Σοφία Αυγερινού, τον Θάνατο του Βιργιλίου, που αποδίδει με ακρίβεια την αγωνία του ποιητή όταν οι υψηλές αξίες τελούν υπό κατάρρευση.
Μια αντίστοιχη συνθήκη απεικονίζουν τα έργα του Τόμας Μαν: εκτός από την επετειακή έκδοση του Μαγικού Βουνού, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν και τα υπόλοιπα έργα του νομπελίστα συγγραφέα, όπως Οι Μπούντενμπρουκ, έργο στο οποίο περιγράφεται ανάγλυφα η παρακμή της αστικής τάξης (μτφρ. Έμη Βαϊκούση), ο Θάνατος στη Βενετία (μτφρ. Βασίλης Τσαλής) και το άγνωστο αλλά αξεπέραστο Τόνιο Κρέγκερ (μτφρ. Έμη Βαϊκούση). Νέο Τόμας Μαν, υπό τα πρότυπα των επετειακών εκδόσεων του εξωτερικού, θα κυκλοφορήσουν τόσο ο Ψυχογιός με τον Θάνατο στη Βενετία (μτφρ. Μαρία Τοπάλη) όσο και οι εκδόσεις Δώμα με το Τόνιο Κρέγκερ (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου). Ο ανάγλυφος τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας αποτύπωσε την κατάρρευση των ψευδαισθήσεων του δυτικού κόσμου και την ανάγκη διατήρησης των υψηλών ιδεών του δεν μπορεί να μην έχει ανταπόκριση σήμερα, σε τόσο χαλεπούς καιρούς. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που αριστουργήματα, όπως οι Άθλιοι του Βικτόρ Ουγκό, που κυκλοφόρησαν τόσο από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή (μτφρ. Γιώργος Κοτζιούλης) όσο και από τον Gutenberg, (μτφρ. Ωρίων Αρκουμάνης), έχουν νόημα στην εποχή μας.
Ωστόσο, υπάρχουν πολλά κλασικά έργα που δύσκολα μπορούν να διαβαστούν εκ νέου και υπό τις παρούσες συνθήκες: η ευφυής, πολυεπίπεδη αφηγηματικότητα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ δικαιολογεί μεν την κυκλοφορία της Αληθινής ζωής του Σεμπάστιαν Νάιτ από τις εκδόσεις Άγρα (μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης), αλλά πώς θα μπορούσε κανείς να διαβάσει ξανά τη Λολίτα σήμερα, χωρίς να νιώσει τουλάχιστον άβολα με το θέμα της αποπλάνησης; Ωστόσο, όσο κι αν οι προβληματικές εκδοχές της αθωότητας και της πεταλούδας που μπορεί συμβολικά να πιαστεί στα αφηγηματικά δίκτυα του συγγραφέα χωρούν πολλές συζητήσεις, κανείς δεν θα μπορούσε να μην παραδεχτεί τη μοντέρνα γραφή στο αριστουργηματικό Μίλησε μνήμη (μτφρ. Γιώργος Βάρσος), από τις εκδόσεις Πατάκη, που άνοιξε τον δρόμο στο autofiction.
Αντίστοιχα, η απόφαση των εκδόσεων Ψυχογιός να επανακυκλοφορήσει την Τριλογία της Χίλαρι Μαντέλ είναι μια απόδειξη της διαρκούς ανταποκρισιμότητας που έχει η αξέχαστη Βρετανή μυθιστοριογράφος στις νεότερες γενιές. Πρόκειται για βιβλία με διαυγή λογοτεχνικό λόγο και με ικανότητα να απεικονίζουν το συγκεκριμένο μέσα από τη διάσταση των μεγάλων διλημμάτων της ζωής.
Ποια, όμως, ακριβώς συνθήκη μπορεί να δικαιολογήσει την επανέκδοση βιβλίων που ο χρόνος μάλλον ξέφτισε τη μεγάλη φασαρία που συνόδευσε την πρώτη έκδοσή τους, όπως η πολυσυζητημένη Λίγη Ζωή της Χάνια Γιαναγκιχάρα;
Το ευπώλητο τότε μυθιστόρημα επανακυκλοφόρησε πρόσφατα σε επετειακή έκδοση από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, με σκληρόδετο εξώφυλλο, στη γνωστή μετάφραση της Μαρίας Ξυλούρη αλλά είναι κάπως δύσκολο να στηρίξει κανείς την αναγκαιότητα της επανανάγνωσής του. Αν τότε είχαν κάποιο νόημα οι σε μεγάλο βαθμό άβολες, ακόμα και κακόγουστες σκηνές βίας ανάμεσα στους κοινωνικά προνομιούχους, μανιοκαταθλιπτικούς ήρωες της Γιαναγκιχάρα, επειδή μιλούσαν στους νέους που είχαν γαλουχηθεί στην αυγή της νέας χιλιετίας ακροβατώντας ανάμεσα στην επαγγελματική επιτυχία και την κατάθλιψη, σήμερα ποιο είναι το νόημα, αφού ακόμα και η γραφή της Γιαναγκιχάρα μοιάζει από υπερβολική έως εξεζητημένη; Με άλλα λόγια, όλα όσα συνέβαιναν στο εσωτερικό του διαμερίσματος της οδού Λίσπεναρντ και όλα όσα απασχολούσαν τα οριακά τέκνα, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, στην καρδιά του πολυπολιτισμικού Μεγάλου Μήλου, ελάχιστη σημασία μπορούν να έχουν σε εποχές που η επιμονή του τραύματος αποκτά καθολική και όχι ατομική συνθήκη. Ο ναρκισσισμός του πληγωμένου πρωταγωνιστή προφανώς εξαλείφεται μπροστά στα σημερινά καθολικά αιτήματα για αλληλεγγύη, συμπόνοια (όχι αλλη «ενσυναίσθηση», παρακαλώ!), νοηματοδότηση και ειρήνη – μια λέξη που έμοιαζε κλισέ και τώρα φαντάζει παραπάνω από επιβεβλημένη.
Για αντίστοιχους λόγους φαντάζει κάπως παράδοξη η επανέκδοση των βιβλίων της Ντόνα Ταρτ –μιας αναμφίβολα πιο σημαίνουσας συγγραφέως από τη Γιαναγκιχάρα– από τις εκδόσεις Διόπτρα: το απόλυτο μπεστ σέλερ της δεκαετίας του ’90, που σφράγισε ανεξίτηλα μια ολόκληρη γενιά, η Μυστική Ιστορία, (μτφρ. Μιχάλης Δελέγκος), μπορεί να έφερε ανέλπιστα την πρωτοεμφανιζόμενη τότε συγγραφέα στην πρώτη γραμμή, αλλά δύσκολα γίνονται αντιληπτές σήμερα οι αγωνίες των επίσης προνομιούχων φοιτητών της ιστορίας στο πανεπιστημιακό campus. Ρίχνοντας τον ηλικιακό μέσο όρο, η συγγραφέας φρόντισε στη συνέχεια να ωριμάσει λογοτεχνικά και να στήσει με πολύ πιο συγκροτημένο τρόπο την τρυφερή Καρδερίνα της (μτφρ. Μιχάλης Δελέγκος) με τον αξέχαστο δεκατριάχρονο Θίο, αλλά πολλοί κριτικοί, όπως ο Τζέιμς Γουντ του «New Yorker» έσπευσαν να την κατηγορήσουν για εξεζητημένη απλοποίηση, ακόμα και για «παλιμπαιδισμό». Ειδικά σε εποχές όπου οι ατομικές, προσωπικές αναζητήσεις παύουν να είναι ακόμα και θέμα προς συζήτηση, αφού χτυπούν στον τοίχο μιας ακραία ρεαλιστικής πραγματικότητας και τη θέση τους παίρνουν τα μεγάλα ερωτήματα, η λογοτεχνία συγκεκριμένων δεκαετιών και περιστάσεων φαντάζει παράταιρη, ακόμα και αναχρονιστική. Γιατί το αν και κατά πόσο αξίζει η επανέκδοση ενός βιβλίου εξαρτάται από το αν αξίζει να το διαβάσει κανείς όταν περάσουν τα χρόνια. I would not prefer to, όπως θα έλεγε και ο Μέλβιλ, κυρίως αν το βιβλίο δεν είναι δοκιμασμένο στα δύσκολα.