TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ
Facebook Twitter

Το "slut shaming", ένα κοινωνικό τατουάζ

 Ovidie:

Το "slut shaming", ένα κοινωνικό τατουάζ

"'Εγινα φεμινίστρια εξαιτίας των ανδρών"

* Το slut shaming (στα ελληνικά αποδίδεται συχνά ως "διαπόμπευση ή κράξιμο για τη σεξουαλική συμπεριφορά") είναι μια μορφή κοινωνικού στιγματισμού και έμφυλης βίας που στρέφεται κυρίως κατά των γυναικών (ορισμός ΤΝ).

Ovidie, Slut shaming - Faire payer les femmes, 160 σελ., Ed. La découverte, Collection Cahiers libres, 2026
 

Ovidie για το Slut Shaming: "Είμαι προϊόν εκείνης της περιόδου Facebook Twitter
© Ovidie/LynnSK

Alvaro Goldet
L’Éclaireur - 26.12.2025


Στο βιβλίο Slut Shaming: faire payer les femmes (Slut Shaming: να κάνεις τις γυναίκες να πληρώνουν), η συγγραφέας και σκηνοθέτιδα Ovidie επανέρχεται σε μια σύντομη περίοδο που εκτείνεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 έως τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Την εποχή του "porno chic". Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στις 8 Ιανουαρίου 2026, το περιοδικό L’Éclaireur συνάντησε τη συγγραφέα για μια συναρπαστική συνέντευξη. Κατά την εποχή του "porno chic", οι κύκλοι της τηλεόρασης, της διαφήμισης, του κινηματογράφου και των εκδόσεων ενθουσιάζονταν με τις ξεκάθαρες αναπαραστάσεις του σεξ. Ήταν άραγε μια χρυσή εποχή της σεξουαλικότητας και του ανοιχτού μυαλού; Στην πραγματικότητα, αυτό δεν εξαπατά κανέναν. Οπλισμένη με τη φεμινιστική της ματιά, η Ovidie κάνει μια νέα ανάγνωση 25 χρόνια μετά εκείνης της εποχής που έζησε, μέσα από το πρίσμα των σεξιστικών και σεξουαλικών βιαιοτήτων. Μέσα από τις ιστορίες πολλών ηθοποιών και συγγραφέων, δείχνει πώς η σεξουαλικότητα ήταν εξευτελιστική για τις γυναίκες που συνδέονταν με αυτήν. Και πώς αυτή η διαπίστωση ισχύει ακόμα και σήμερα.
 

*
 

Ξεκινάτε αυτό το βιβλίο με έναν ορισμό, αυτόν του "Slut shaming". Το 2010, το πρώτο σας ντοκιμαντέρ, το Rhabillage, ξεκινούσε επίσης με έναν ορισμό. Για ποιον λόγο;

Έκρινα πως ήταν ουσιώδες να ξεκινήσω ορίζοντας το "slut shaming". Είναι ένας όρος που δεν έχει αντίστοιχο στη γαλλική γλώσσα. Είναι πολύ δύσκολο να μοιραστείς την εμπειρία σου αν δεν έχεις τους κατάλληλους όρους για να την κατονομάσεις.

Σας επιτρέπει αυτό να θέσετε ένα πλαίσιο;

Το γεγονός ότι χρησιμοποιώ αυτόν τον ακτιβιστικό όρο επιτρέπει την επικύρωση της ίδιας της ύπαρξης αυτού του φαινομένου και αυτών των στιγματισμών. Το να αναγράφεται στο εξώφυλλο επικυρώνει το γεγονός ότι υπάρχει ένας προβληματισμός που πρέπει να αναπτυχθεί πάνω σε αυτό το ζήτημα. Ότι υπάρχει κάτι που πρέπει να ερευνηθεί σε βάθος. Τελικά, δεν βρήκα ιδιαίτερα πολλές γαλλικές εργασίες πάνω στο θέμα του "slut shaming". Είναι ένας όρος που χρησιμοποιώ εδώ και 25 χρόνια, ο οποίος αναδύθηκε μέσα από τα φεμινιστικά κινήματα, αλλά που χρησιμοποιείται μαζικά μόνον εδώ και λίγο καιρό.

Το βιβλίο σας αφηγείται μια εποχή, αρκετά σύντομη, που εκτείνεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 έως τις αρχές της δεκαετίας του 2000: το "porno chic". Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα γι' αυτό;

Το "porno chic" δεν γεννήθηκε μέσα στη βιομηχανία του πορνό, αντίθετα με ό,τι θα άφηνε το όνομά του να εννοηθεί. Αντιστοιχεί σε μια στιγμή, μια περίοδο, όπου οι κύκλοι της μόδας, του κινηματογράφου, της τέχνης και των εκδόσεων επέδειξαν ένα είδος εμμονής, μια γοητεία για οτιδήποτε αφορούσε την απροκάλυπτη σεξουαλικότητα και την αναπαράστασή της.

Πιο συγκεκριμένα, πώς εκφράζεται αυτό;

Στον χώρο του κινηματογράφου, πρόκειται για πορνογραφικές σκηνές ενσωματωμένες σε ταινίες δημιουργού (auteur). Ξεκινά με τον Λαρς φον Τρίερ και τους Ηλίθιους (1998). Στον χώρο της μόδας, είναι μια πορνογραφική εικονογραφία σε διαφημιστικές καμπάνιες. Σκέφτομαι τις καμπάνιες των Gucci, Sisley… Στον εκδοτικό χώρο, υπήρξε μια πρόθεση των εκδοτών να δημιουργήσουν ένα προϊόν μάρκετινγκ, βάζοντας στο ίδιο τσουβάλι συγγραφείς που δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους. Την Catherine Millet, την Nelly Arcan, την Anne Scott, την Virginie Despentes...

Σε τι ήταν προβληματική αυτή η περίοδος;

Είναι μια περίοδος κατά την οποία υπήρξε μια γοητεία για τις αναπαραστάσεις των σεξουαλικοτήτων, χωρίς καμία αμφισβήτηση των κινδύνων και των παρεκτροπών. Μηδενικός προβληματισμός σχετικά με την κυκλοφορία της εικόνας των γυναικών που αναπαρίσταντο, είτε στη διαφήμιση, είτε στο σινεμά, είτε αλλού. Υπήρχε αυτή η ιδέα ότι το σεξ ήταν fun, χωρίς να τίθενται ερωτήματα για τις βιαιότητες που μπορούσαν να βιώνονται και να υφίστανται οι γυναίκες στα γυρίσματα, για παράδειγμα, ή στα φωτογραφικά πλατό.

Η εκπομπή του Thierry Ardisson, Tout le monde en parle ('Ολοι μιλούν γι' αυτό), την οποία αναφέρετε επανειλημμένα στο βιβλίο σας, αποκρυσταλλώνει την ατμόσφαιρα της εποχής. Ήταν ο πρώτος στην τηλεόραση που έδωσε ορατότητα στις πορνοστάρ, υποβάλλοντάς τις όμως ταυτόχρονα σε συνεντεύξεις που ήταν συχνά σκληρές και ταπεινωτικές…

Δεν αφορούσε αποκλειστικά τις πορνοστάρ· αφορούσε όλες τις νεαρές γυναίκες που ήταν καλεσμένες στο πλατό του. Τις ηθοποιούς, τις συγγραφείς, τις τραγουδίστριες. Γι' αυτό μιλώ για τον Thierry Ardisson. Και πάλι, δεν το κάνω για να "πυροβολήσω τη νεκροφόρα". Δεν είναι για να ξεσπάσω πάνω του τώρα που πέθανε. Ήταν κάτι το ιδιαίτερο, το παράδοξο.

Από τη μία πλευρά, ξέραμε ότι θα ταπεινωθούμε, και από την άλλη, είχαμε ανάγκη αυτή την εκπομπή. Αυτό που βρήκα πιο σκληρό δεν ήταν το να δέχεσαι σχόλια ή να ταπεινώνεσαι δημόσια, αλλά το ότι έπρεπε να χαμογελάς στους κυρίους. Υπήρχε αυτή η υποχρέωση. Αν πήγαινες στο πλατό και κατέβαζες μούτρα με το πρώτο σχόλιο, σε απέρριπταν, αποτύγχανες στην εμφάνισή σου. Όχι μόνο εκθέσαμε τους εαυτούς μας σε κίνδυνο, σε όλα τα επίπεδα, παίζοντας σε ταινίες ή εμφανιζόμενες σε διαφημιστικές καμπάνιες, αλλά επιπλέον περίμεναν από εμάς να χαμογελάμε, να λέμε ότι ήταν φανταστικά, να βρισκόμαστε σε μια κατάσταση ευφορίας γύρω από τα ζητήματα της σεξουαλικότητας. Αυτό είναι που θεωρώ πιο σκληρό.

Εσείς η ίδια αναδειχθήκατε εκείνη την εποχή. Πώς βλέπετε αυτή την περίοδο σήμερα;

Δεν τα βλέπω όλα μονοκόμματα. Επειδή είμαι προϊόν εκείνης της περιόδου. Είναι σημαντικό να το διευκρινίσω αυτό. Αποτελώ μέρος του προβλήματος και ταυτόχρονα της λύσης του. Άρχισα να γίνομαι γνωστή στα μέσα ενημέρωσης το 1999. Βρέθηκα να παίζω σε σκηνές σεξ σε ταινίες του cinéma d’auteur. Επίσης, εκδόθηκα την ίδια περίοδο, το 2002. Μου φαίνεται κάπως δύσκολο να τα πετάξω όλα στα σκουπίδια. Υπήρξαν πράγματα που είχαν ενδιαφέρον. Ο Πορνογράφος (Bruno Dumont, 2001), για παράδειγμα: θεωρώ πως είναι μια πολύ πετυχημένη ταινία. Δεν κρατώ από αυτήν μια τραυματική ανάμνηση. Όλα πήγαν καλά.

Υπάρχουν κείμενα εξαιρετικής ποιότητας που κυκλοφόρησαν τότε. Το Πόρνη (Putain) της Nelly Arcan είναι ένα κείμενο πολύ υψηλής λογοτεχνικής ποιότητας, κάπως ξεχασμένο. Η Virginie Despentes είναι επίσης καρπός αυτής της περιόδου. Είναι πάντα εδώ και παράγει ακόμα σημαντικά έργα. Δεν είναι όλα για πέταμα. Από την άλλη πλευρά, έχουμε πλέον αρκετή χρονική απόσταση για να συνειδητοποιήσουμε ότι υπήρχε ένας κίνδυνος.

Το slut shaming λειτουργεί σαν ένα κοινωνικό τατουάζ. Από τη στιγμή που μια γυναίκα απεικονίζεται σε μια σεξουαλική κατάσταση, της είναι πολύ δύσκολο να απαλλαγεί από αυτή την εικόνα. Ποιες είναι οι συνέπειες αυτού, κατά τη γνώμη σας;

Υπάρχουν συνέπειες που είναι πολύ σοβαρές. Ο κόσμος δεν μας κοιτάζει απλώς με μισό μάτι· πρόκειται για μια πραγματική βία που έχει αντίκτυπο στην καθημερινότητα. Έρχεται να εκμηδενίσει όλη την υπόλοιπη δουλειά μας. Δεν έχουν σημασία οι άλλες ταινίες στις οποίες έπαιξε η Μαρία Σνάιντερ [σ.σ. η οποία έγινε διάσημη μετά την κυκλοφορία της ταινίας του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι το 1972, όπου της επιβλήθηκε μια σκηνή σεξ χωρίς τη συγκατάθεσή της], ούτε οι άλλες δόξες της. Το ίδιο ισχύει και για την Caroline Ducey – πρωταγωνίστρια στην ταινία της Catherine Breillat, Romance, το 1999, όπου εμφανίζεται σε σκηνές καθαρού σεξ. Όλοι θα θυμούνται τη σκηνή με το βούτυρο για τη μία, και τον Rocco Siffredi για την άλλη. Στην πραγματικότητα, αυτό λειτουργεί σαν μια μορφή κοινωνικού τατουάζ, φυσικά. Αλλά πιστεύω ότι οποιαδήποτε γυναίκα μπορεί να πέσει θύμα αυτού. Στις περιπτώσεις διαζυγίων, για παράδειγμα, πόσες γυναίκες έχασαν ή κινδύνευσαν να χάσουν την επιμέλεια των παιδιών τους επειδή η άλλη πλευρά, ένας άνδρας, διέδιδε ότι η πρώην σύζυγός του ήταν "τσούλα"; Το έχουμε δει πολύ συχνά.

Πιστεύετε ότι αυτή η μόδα του "porno chic" και οι πολυάριθμες παρεκτροπές της επέσπευσαν την έλευση του #MeToo;

Σίγουρα. Από τον Οκτώβριο του 2017, το πάρτι τελείωσε και ευτυχώς. Σε τελική ανάλυση, δεν είχε τίποτα από πάρτι. Ήταν ο χώρος κάθε είδους σεξιστικής και σεξουαλικής βίας. Ο χώρος όλων των κινδύνων. Αλλά και όλων των ψεύτικων κάστινγκ. Αυτό που τελικά έριξε τον Χάρβεϊ Γουάινστιν, είχε ήδη εξιστορηθεί από ηθοποιούς παλαιότερα, τόσο εντός όσο και εκτός της βιομηχανίας του πορνό. Νομίζω ότι τη στιγμή του #MeToo υπήρξε μια συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι τίποτα δεν πήγαινε καλά. Τόσο σε επίπεδο συμπεριφορών, όσο και σε επίπεδο αναπαραστάσεων. Το να βάζουμε "αβέρτα" σεξ, χωρίς κανέναν λόγο, χωρίς να αναρωτιόμαστε για τις συνθήκες των γυρισμάτων, είναι κάτι που δεν θέλουμε πια. Εξού και η ανάδυση ορισμένων επαγγελμάτων, όπως οι συντονιστές οικειότητας (intimacy coordinators). Με το #MeToo, δεν θέλαμε πλέον να αναπαριστούμε τον σεξισμό στην οθόνη.

Την εποχή που κυκλοφόρησε το βιβλίο σας, δηλώνατε υπέρμαχη του "pro-sex" φεμινισμού, πράγμα που σημαίνει ότι θεωρούσατε πως "η σεξουαλικότητα είναι ένα μέσο χειραφέτησης". Τώρα, αυτό σας προκαλεί σκεπτικισμό. Γιατί;

Επειδή το κίνημα του "pro-sex" φεμινισμού έχασε την ευκαιρία του #MeToo. Τον Οκτώβριο του 2017, οι μεγάλες φιγούρες του pro-sex φεμινισμού διακρίθηκαν για την εκκωφαντική τους σιωπή. Η μόνη που μίλησε ήταν η Betty Dodson, η "πάπισσα" του αυνανισμού. Είχε έναν λόγο τελείως εκτός πραγματικότητας, λέγοντας: "Λοιπόν, πρέπει επιτέλους να ξαναμιλήσουμε για τη σεξουαλικότητα με χαρούμενο τρόπο". Με λίγα λόγια, δεν είχε καταλάβει τίποτα. Και νομίζω ότι οι περισσότερες από αυτές τις μεγάλες περσόνες δεν είχαν καταλάβει τίποτα από το #MeToo εκείνη τη στιγμή. Ο άλλος λόγος είναι ότι σε καμία περίπτωση το pro-sex φεμινιστικό κίνημα δεν έδωσε το "παρών" στις μεγάλες στιγμές προβληματισμού. Για παράδειγμα, την εποχή της εμφάνισης των πλατφορμών. Είναι λοιπόν ένα κίνημα από το οποίο πήρα αποστάσεις. Θεωρούσα ότι δεν ήταν πλέον πολιτικά επίκαιρο και ότι θεωρητικά ήταν κάπως αδύναμο.

Σήμερα, καταφέρνετε να αυτοπροσδιορίζεστε με μια τόσο συγκεκριμένη "ταμπέλα" μέσα στον φεμινισμό;

Αυτοπροσδιορίζομαι ως φεμινίστρια, αλλά μέχρι εκεί. Μπορώ να συζητώ με φεμινίστριες που δεν ανήκουν στο δικό μου "στρατόπεδο", με τις οποίες μπορεί να διαφωνούμε, όπως στο ζήτημα της εργασίας στο σεξ. Σε αυτό το θέμα, δεν έχω αλλάξει θέση. Εξακολουθώ να θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχουν δικαιώματα για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες στο σεξ.

Τι συμβαίνει με το slut shaming στις μέρες μας, κατά τη γνώμη σας;

Από τη μία πλευρά, βρίσκω ότι υπάρχει κάποια βελτίωση. Κάποια στιγμή ήμουν πολύ αισιόδοξη, γιατί βλέπαμε κορίτσια, camgirls, streamers, να παίρνουν τον λόγο πάνω σε αυτά τα ζητήματα, να παλεύουν επίσης ενάντια στον ανδρισμό. Υπάρχει ένα φεμινιστικό κίνημα που είναι πιο ισχυρό σήμερα από ό,τι πριν από 25 χρόνια. Υπάρχουν περισσότερες νέες ακτιβίστριες. Από την άλλη, υπάρχουν πράγματα στα οποία κάνουμε τρομερή οπισθοδρόμηση. Για παράδειγμα, στο θέμα του "body count" [σ.σ. ο αριθμός των σεξουαλικών συντρόφων]. Πίστευα ότι είχαμε ξεμπερδέψει με αυτά τα ζητήματα. Ότι μια γυναίκα δεν θα χρειαζόταν πλέον να κρίνεται για τη σεξουαλικότητά της, και τελικά, κρίνεται.


Το "slut shaming", ένα κοινωνικό τατουάζ Facebook Twitter

 

Η Ovidie είναι συγγραφέας και σκηνοθέτιδα ταινιών μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, διδάκτωρ Φιλολογίας και Κινηματογραφικών Σπουδών, με εξειδίκευση σε ζητήματα που αφορούν το σώμα, τον φεμινισμό (ή τους φεμινισμούς) και τη σεξουαλικότητα. Ξεκίνησε εξερευνώντας, υπό τη μορφή κινηματογραφικής μυθοπλασίας, την έννοια της φεμινιστικής πορνογραφίας κατά τη δεκαετία του 2000. Στη συνέχεια, σκηνοθέτησε αρκετά ντοκιμαντέρ, μεταξύ των οποίων το Εκεί όπου οι πόρνες δεν υπάρχουν (Βραβείο Διεθνούς Αμνηστίας για το καλύτερο ντοκιμαντέρ το 2018) ή το Η Δίκη του 36 (2022), καθώς και έργα μυθοπλασίας, όπως τη σειρά Πολύ συνηθισμένοι άνθρωποι (Des gens bien ordinaires), για την οποία τιμήθηκε με βραβείο Emmy το 2023. Παράλληλα, έχει δημιουργήσει αρκετά ραδιοφωνικά ντοκιμαντέρ, όπως το Τι θα μπορούσε να σώσει την αγάπη; (France Culture) ή το podcast Η Διαλεκτική του βρώμικου σώβρακου (Binge Audio). Η Ovidie είναι επίσης γνωστή για τα κείμενά της, ανάμεσα στα οποία το Η σάρκα είναι λυπητερή αλίμονο (La Chair est triste hélas, εκδόσεις Julliard, υπό τη διεύθυνση της Vanessa Springora), ένα αυτοαναφορικό κείμενο στο οποίο μοιράζεται τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να διακόψει τις σεξουαλικές επαφές με άνδρες.

Αλμανάκ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ