Η παγκόσμια τρέλα με τη Μιράντα Τζουλάι

Η μανία των γυναικών με τη Μιράντα Τζουλάι Facebook Twitter
Το δυνατό σημείο της Μιράντα Τζουλάι σε σχέση με όλες τις συγγραφείς που πραγματεύονται τα αδιέξοδα της μέσης ηλικίας είναι το ότι ακόμα και στον πιο ακραίο υπαρξιακό τρόμο δεν χάνει ποτέ το χιούμορ της.
0


ΟΠΟΙΑ ΠΕΤΡΑ ΚΙ ΑΝ ΣΗΚΩΣΕΙΣ στο πολύτροπο τερέν της σύγχρονης αβανγκάρντ, θα δεις την πολυτάλαντη Μιράντα Τζουλάι να εμφανίζεται, άλλοτε δυναμική και άλλοτε τρωτή, άλλοτε σιωπηρή και άλλοτε εξωφρενική, ποτέ, όμως, αδιάφορη.

Σε μια εποχή που αναζητά τρόπους για να εκφράσει τη γυναικεία «ευαλωτότητα» (μία από αυτές τις λέξεις που δεν είσαι ποτέ σίγουρη για το πώς να τις χρησιμοποιήσεις), η σκηνοθέτις, συγγραφέας, κινηματογραφίστρια και εικαστικός Τζουλάι, που σκέφτηκε το ψευδώνυμό της σε ηλικία μόλις 15 ετών, έχει καταφέρει να γίνει η αυθεντική της πρέσβειρα. Σε εφηβική ηλικία σκηνοθέτησε και το πρώτο της έργο, «The Lifters», βασισμένο στην αλληλογραφία που είχε αναπτύξει με έναν ισοβίτη δολοφόνο, ενώ αργότερα δοκιμάστηκε σε διάφορες δουλειές, όπως γευσιγνώστρια της Coca-Cola, στρίπερ και κλειθροποιός.

Ταυτόχρονα, έκανε περάσματα από την καλιφορνέζικη πανκ σκηνή, ενώ αποφάσισε να σπουδάσει σινεμά στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, για να τα παρατήσει στη συνέχεια και να μετακομίσει στο Πόρτλαντ, παραμένοντας, ωστόσο, για πάντα γνήσια καλλιτέχνις της Δυτικής Ακτής. Είτε σκηνοθετεί, είτε γράφει, είτε γίνεται πρωτοποριακή περφόρμερ ως εικαστικός –πολλά από τα έργα της έχουν φιλοξενηθεί στο MoMA, στο Μουσείο Guggenheim και στην Μπιενάλε του Whitney–, η Τζουλάι παραμένει πάντα έξω από τη νόρμα, σπάζοντας το φράγμα της κατηγοροποίησης. Το μόνο που δεν αρνείται ποτέ είναι η γυναικεία της ταυτότητα, αφού τολμάει να υψώνει ανάστημα με έναν τρόπο που δεν κατάφεραν ούτε οι πιο δυνατές εκπρόσωποι του φεμινισμού: χωρίς να ορίζει τις απαντήσεις ή να προτάσσει αδιάσειστα credos, στέκεται με αμηχανία και απόγνωση μπροστά σε όσα συμβαίνουν θέτοντας διαυγή ερωτήματα, διερωτώμενη π.χ. πώς στο καλό μπορούμε να αναπτύξουμε ουσιαστικές σχέσεις σε μια εποχή διαρκών ψευδαισθήσεων.

Διαθέτοντας την παιχνιδιάρικη δύναμη της Σίντι Σέρμαν και τη δημιουργική αυθάδεια της Μαρίνα Αμπράμοβιτς, η Τζουλάι έφτιαξε μια περσόνα που ξεκίνησε από τη riot grrrl σκηνή με διάφορα πρότζεκτ στα πεδία του θεάτρου, της περφόρμανς και του κινηματογράφου, και έφτασε να γίνει η καλύτερή μας φίλη.

Η απάντηση στο έργο της Μιράντα Τζουλάι είναι μία και κατηγορηματική: με το σώμα. Αυτό το ατελές, το αβέβαιο για την εμφάνισή του προεμμηνοπαυσιακό σώμα, για το οποίο η ίδια μίλησε με μεγάλο θάρρος, χωρίς ενοχές, όπως θα έλεγαν κάποιοι. Ένα σώμα που, εν πολλοίς, του λείπει η επιβεβαίωση, καθώς το σεξ στα βιβλία και τις ταινίες της Τζουλάι είναι μια υπόθεση ατελέσφορη, ίσως γιατί τελικά περισσότερο και από την ίδια την πράξη μετρά η προσδοκία. Δεν είναι, επομένως, μόνο η 45χρονη, ανώνυμη ηρωίδα και alter ego της, στο βιβλίο της με τον τολμηρό τίτλο «Στα Τέσσερα», η οποία ερωτεύεται παράφορα έναν παντρεμένο που γνώρισε σε ένα βενζινάδικο, αλλά οι περισσότερες πρωταγωνίστριές της που διεκδικούν μια μάταιη και ατελέσφορη σεξουαλικότητα.

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: 
Miranda July, «Στα τέσσερα», μτφρ.: Νατάσα Σιδέρη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Είναι, όμως, αυτές οι πασπαλισμένες με ωμές δόσεις κυνισμού και ειλικρίνειας ιστορίες που καθιστούν τις περιγραφές της Τζουλάι δημοφιλείς. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς τις διάφορες βιντεοσκοπήσεις, στην ανοιχτή διάδραση που αναπτύσσει η ίδια με τις φαν της στον λογαριασμό της στο Instagram, για να αντιληφθεί την τεράστια επιδραστικότητα που έχει στις γυναίκες της εποχής της – ίσως γιατί προτάσσει τη δυνατότητα της αποτυχίας σε έναν κόσμο εξιδανίκευσης. Όταν, επομένως, όλοι μιλούν για αυτοβελτίωση και συναισθηματική ωριμότητα, η Τζουλάι «φωνάζει» αμηχανία και ατέλεια. Άλλωστε στο έργο της, η ατέλεια δεν είναι ένα στάδιο προς την ολοκλήρωση αλλά μόνιμη κατάσταση, αυθεντική χαϊντεγκεριανή στάση.

Η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος είναι η ανάγκη της ελευθερίας: αυτή που ανάγκασε την Τζουλάι να ζητήσει από τον πρώην πλέον άνδρα της, σκηνοθέτη Μάικ Μιλς, όσο ήταν ακόμα μαζί, να απομονώνεται στο στούντιό της κάθε Τετάρτη, και αυτή που την έκανε να βάλει την πρωταγωνίστρια του βιβλίου «Στα Τέσσερα» να τολμά ένα μοναχικό roadtrip από το Λος Άντζελες στη Νέα Υόρκη, ασχέτως του αν δεν πραγματοποιείται, ουσιαστικά, ποτέ. Φτάνει να απομακρυνθεί λίγα μόλις μέτρα από το σπίτι της για να εντοπίσει την ελευθερία της, στους τέσσερις τοίχους ενός φτηνού μοτέλ, το οποίο αναλαμβάνει, μάλιστα, να ανακαινίσει με δικά της έξοδα. Εκεί λοιπόν που τα μυθιστορήματα της ανδρικής επιβολής μιλούν για περιπέτειες on the road, η λογοτεχνική περιπέτεια της Τζουλάι ευαγγελίζεται, με τον τρόπο της Βιρτζίνια Γουλφ, την ελευθεριακή κατάσταση ενός και μόνο δωματίου, το οποίο αρκεί για να ξεδιπλωθεί η επιθυμία.

Παρότι όλα αυτά σίγουρα δεν συμβαίνουν με τη φιλοσοφική συνειδητοποίηση της Λισπέκτορ, που αντίστοιχα έστησε μέσα σε ένα δωμάτιο φιλοσοφικούς κόσμους, ή με την ανατρεπτική, λογοτεχνική παράνοια της Ο’Κόνορ, αποκαλύπτουν έναν άκρως ιδιοσυγκρασιακό τρόπο που εκφράζει μια συντριπτική αλήθεια ακόμα και στο ψέμα – κυρίως σε αυτά τα λευκά ψέματα που αναγκάζονται, από τις συνθήκες, να εφεύρουν οι γυναίκες. Αλλά ποιος πραγματικά μπορεί σήμερα να διακρίνει τι είναι αλήθεια και τι ψέμα;

Σε έναν κόσμο  όπου όλα φαντάζουν προϊόντα της τεχνητής νοημοσύνης, η Τζουλάι ενσωματώνει στην αφήγησή της μικρά ψέματα, καθημερινά λάθη και αμφιβολίες, αποκαλύπτοντας όλη την προσπάθεια της γυναίκας να επανεφεύρει τον εαυτό της, όταν όλοι την απορρίπτουν, λόγω ηλικίας, ακόμα και ως μυθιστορηματική παρουσία. Η επιμονή, επομένως, της Τζουλάι στο μικρό, στο προσωπικό και στο αδιόρθωτο λειτουργεί ως αντίσταση στη λογική της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας. Δεν είχε άδικο ο συγγραφέας του βιβλίου «Οι ώρες», Μάικλ Κάνινγχαμ, που πρώτος τόλμησε να μετατρέψει τις γυναίκες της μέσης ηλικίας σε απόλυτες πρωταγωνίστριες, όταν είπε, εξυμνώντας το μυθιστόρημα «Στα Τέσσερα», πως «βρέθηκα να το διαβάζω σε απομόνωση, γιατί καθώς διάβαζα είχα αρχίσει να βγάζω ήχους που θύμιζαν γέλια, αλλά ήταν επίσης εκφράσεις σπαραγμού κι ενός συναισθήματος που θα το έλεγα καθαρτική θλίψη».

Αυτό ακριβώς είναι το δυνατό σημείο της Μιράντα Τζουλάι σε σχέση με όλες τις συγγραφείς που πραγματεύονται, μέσα από τη δυναμική της αυτοαφήγησης, τα αδιέξοδα της μέσης ηλικίας –βλέπε Ρέιτσελ Κασκ, Μάγκι Νέλσον, Ντάρσι Στάινκε κ.λπ.–, το ότι ακόμα και στον πιο ακραίο υπαρξιακό τρόμο δεν χάνει ποτέ το χιούμορ της. Ο αυτοσαρκασμός είναι το μεγάλο ατού της αφήγησης που δεν αφήνει ποτέ την εκάστοτε πρωταγωνίστριά της να καταρρεύσει υπό το βάρος των ακυρώσεων που επιβάλλουν όλα τα κοινωνικά δεδομένα. Λειψή, ατελής, αμήχανη, σχεδόν διάσημη και σχεδόν ωραία, η πρωταγωνίστρια του «Στα τέσσερα» τολμάει να αυτοσαρκάζεται, ακριβώς την ώρα που βλέπει τα πάντα γύρω της να διαλύονται. Τίποτα δεν επιλύεται, τίποτα δεν διορθώνεται. Οι σχέσεις δεν ολοκληρώνονται, απλώς συνεχίζονται, ή διακόπτονται χωρίς εξήγηση, αλλά με την παρηγορητική απλότητα και οξυδέρκεια του χιούμορ. «Καυτό, αλλόκοτο, σαγηνευτικό, μία από τις πιο διασκεδαστικές, τρελές και συγκινητικές απεικονίσεις της λαγνείας και της ερωτικής μανίας που έχω διαβάσει ποτέ», γράφει το περιοδικό «New York» για την περιπέτεια της ηρωίδας της που έκανε τη δική της μικροεπανάσταση στη μέση ηλικία.

Μαζί με το ταξίδι της, άλλωστε, ξεκινά και ένα ταξίδι παράδοξης μαθητείας που δεν έχει σκοπό τη βελτίωση αλλά την παραδοχή: η συναισθηματική εκπαίδευση της ηρωίδας μοιάζει να ξεκινά από το μηδέν, σαν να πρέπει πρώτα να μάθει ότι δικαιούται να νιώθει. «Αντί να γίνω Οδηγός, είχα γίνει μια τόσο ακραία εκδοχή του εαυτού μου που δεν είχα χώρο για οτιδήποτε βρισκόταν εκτός των εξαιρετικά περιορισμένων ενδιαφερόντων μου, τα οποία περιορίζονταν αποκλειστικά στις αναμνήσεις μου», λέει η πρωταγωνίστριά της σε μια ακόμα σαρκαστική έκφραση μιας απόγνωσης που προκύπτει ύστερα από τις απανωτές ματαιώσεις. Η πρωταγωνίστριά της όμως έχει το δικαίωμα όχι μόνο να απελπίζεται αλλά και να αυτοακυρώνεται, να αυνανίζεται με τον μοβ(!) δονητή της, να χορεύει διονυσιακά με τον δυνάμει παράνομο εραστή της, να αφήνει πίσω το non-binary παιδί της, Σαμ, χωρίς περιστροφές, και κυρίως χωρίς προσχήματα. Τολμάει, μάλιστα, να του στέλνει βίντεο από το δωμάτιο λέγοντας πως είναι σε κάποιο εξοχικό έξω από τη Νέα Υόρκη – γιατί τα ψέματα, όπως είπαμε, είναι περισσότερο παρηγορητικά από την αλήθεια. Αρκεί να μπορεί να μεταμορφώνεται: ας μην ξεχνάμε ότι η ίδια η οικογενειακή συνθήκη βασίζεται σε ένα διαρκές παιχνίδι ρόλων που απαιτεί από τις γυναίκες να παίζουν ένα θέατρο που στήνεται σχεδόν ερήμην τους.

Προφανώς, είναι αυτή η μεταμορφωτική ικανότητα που κάνει τη Μιράντα Τζουλάι να μοιάζει με μια σαρωτική περσόνα που έχει ανάγκη η εποχή μας – αν δεν υπήρχε, ίσως θα έπρεπε να την εφεύρουμε. Διαθέτοντας την παιχνιδιάρικη δύναμη της Σίντι Σέρμαν και τη δημιουργική αυθάδεια της Μαρίνα Αμπράμοβιτς, έφτιαξε μια περσόνα που ξεκίνησε από τη riot grrrl σκηνή με διάφορα πρότζεκτ στα πεδία του θεάτρου, της περφόρμανς και του κινηματογράφου, και έφτασε να γίνει η καλύτερή μας φίλη. Κάπως επιφανειακή μεν, με ναρκισσιστικές τάσεις, αλλά απόλυτα ξεσηκωτική και στυλάτη – ακόμα και η Prada τη χρησιμοποίησε στα καινοτόμα apps της. Διατηρεί μάλιστα ατόφια την πανκ σφραγίδα που διέκριναν σε αυτήν εξαρχής οι εναλλακτικοί κινηματογραφιστές δίνοντάς της το ειδικό βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών για το ντεμπούτο της «Me and you and everyone we know» – τελικά απέσπασε κι άλλα βραβεία, ανάμεσά τους και το βραβείο Χρυσής Κάμερας.

Σε αυτό το ελευθεριακό πλαίσιο που ανέπτυξε η ίδια, μένοντας μακριά από κλειστές γκαλερί και εκδοτικούς οίκους, βρήκε καταφύγιο στο ανεξάρτητο substack, όπου οι συγγραφείς μπορούν αδιαμεσολάβητα να ποστάρουν τα κείμενα και τις σκέψεις τους. Αντίστοιχα πάλι, ακολουθώντας το παράδειγμα της θρυλικής Τζούντι Σικάγο, που είχε κάποτε χρησιμοποιήσει μια μεσαιωνική ταπισερί σε βωμό σε έκθεσή της στο Νέο Μουσείο της Νέας Υόρκης με το σύνθημα «Τι θα γινόταν αν οι γυναίκες κυβερνούσαν τον κόσμο», προβάλλει με τον τρόπο της τη διερώτηση τι θα γινόταν αν οι γυναικείες επιθυμίες όριζαν (αλλιώς) την πραγματικότητα. Τι κι αν αυτές δεν πραγματοποιηθούν ποτέ; Αρκεί να εκφράζονται έστω ως φαντασίωση. «Μα είσαι άυλος», λέει κάποια στιγμή η ανώνυμη πρωταγωνίστριά της στον δυνάμει εραστή της, Ντέιβι, σε μια απόδειξη του μανιφέστου που προτάσσει η ίδια στο πλαίσιο της γυναικείας ενδυνάμωσης: δεν είναι τόσο ανάγκη οι γυναίκες να κυβερνήσουν, αλλά να υπάρξουν μέσα από το δικαίωμα της φαντασίωσης, να γίνουν ορατές στις ίδιες και αόρατες στους άλλους. Η κραυγή, σε τελική ανάλυση, είναι πάντα εσωτερική στο έργο της Μιράντα Τζουλάι και η αδυναμία δεν είναι αποτυχία αλλά η πιο ειλικρινής υπαρξιακή στάση.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε τη συγγραφέα από κοντά στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης στις 30 Απριλίου.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO. 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Στα τέσσερα»: Το πιο καυτό και αμφιλεγόμενο βιβλίο του φετινού καλοκαιριού

Βιβλίο / «Στα τέσσερα»: Το πιο καυτό και αμφιλεγόμενο βιβλίο του φετινού καλοκαιριού

«Κάποιες το λάτρεψαν, άλλες το σιχάθηκαν»: Το βιβλίο της Miranda July για την ερωτική περιπλάνηση μιας γυναίκας στη μέση ηλικία που χαρακτηρίστηκε ως «το πρώτο μεγάλο μυθιστόρημα για την περιεμμηνόπαυση», είναι η λογοτεχνική επιτυχία της χρονιάς.
THE LIFO TEAM
Η Σάλι Ρούνεϊ μετά το hype: Το «Ιντερμέτζο» αλλάζει το παιχνίδι;

The Review / Σάλι Ρούνεϊ: Σημαντική συγγραφέας ή το trend της στιγμής;

Ωρίμασε η Ιρλανδή συγγραφέας που με το βιβλίο της «Κανονικοί Ανθρωποι», έγινε σταρ; Είναι το νέο της μυθιστόρημα «Ιντερμέτζο» (εκδόσεις Πατάκη) στροφή σε μια πιο απαιτητική και δύσκολη γραφή; Η Βένα Γεωργακοπούλου κουβεντιάζει με τον αρχισυντάκτη του πολιτιστικού των «Νέων» Δημήτρη Δουλγερίδη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Ισχύει πράγματι ότι οι άνδρες δεν διαβάζουν λογοτεχνία;

Daily / Ισχύει πράγματι ότι οι άνδρες δεν διαβάζουν λογοτεχνία;

Το βιβλίο είναι ανάγνωσμα, είναι αναψυχή, αλλά μπορεί να είναι και μια προέκταση του κατόχου του, ένα στοιχείο και ένα αξεσουάρ που υποδηλώνει την «ταυτότητα» ή την «φυλή» του ατόμου που το διαβάζει (ή το περιφέρει νωχελικά στις διακοπές).
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«ASTY», η Αθήνα του 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Design / Αθήνα 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Ο αρχιτέκτονας και δημιουργός κόμικς Δημήτρης Πασχάλης μετατρέπει την ανησυχία του για τη σύγχρονη Αθήνα σε μια δυστοπική αφήγηση που εκτυλίσσεται στο έτος 2999. Μέσα από το «ASTY» εξερευνά την υπεραστικοποίηση, την απώλεια του προσωπικού χώρου και τη σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, την ψυχική υγεία και το μέλλον της πόλης.
M. HULOT
O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Το πίσω ράφι / O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Στο μυθιστόρημά του «Νέα από τον παράδεισο» ο Βρετανός θεωρητικός της λογοτεχνίας και συγγραφέας μάς κάνει συμμέτοχους στους προβληματισμούς του γύρω από την πίστη, τη μαζική νεύρωση των διακοπών και τις ανθρώπινες σχέσεις.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιακά Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Βιβλίο / Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιωδώς Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Οι τίτλοι της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας που κυκλοφορούν στα ελληνικά πολλαπλασιάζονται, αναδεικνύοντας ένα νέο, πιο ριζοσπαστικό κύμα συγγραφέων που ασχολούνται με την ακραία πολιτική κατάσταση της ηπείρου τους, την πατριαρχία και τα ζητήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Πολιτισμός / «Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Η Γιανγκ Σουάνγκ-ζι, που μόλις κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Booker με το «Taiwan Travelogue», μιλά για την απειλή του Πεκίνου, την ταϊβανέζικη ταυτότητα, την queer επιθυμία και τη λογοτεχνία που δεν μπορεί να μείνει μακριά από την πολιτική
THE LIFO TEAM
Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Βιβλίο / Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Στο πρώτο του μυθιστόρημα, «Ένδοξα Κατορθώματα», ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται μια αληθινή αλλά απίστευτη ιστορία: Αθηναίοι αιχμάλωτοι πολέμου σώζονται, απαγγέλλοντας στίχους του Ευριπίδη.
M. HULOT
Romantasy: Το σύγχρονο εκδοτικό φαινόμενο που σπάει ταμεία και κατακτά τους νεαρούς αναγνώστες

Βιβλίο / Romantasy: Έρωτες, δράκοι και επική δράση στη νέα υβριδική λογοτεχνία της γενιάς του ΤιkTok

Συνδυάζοντας έρωτα, δράκους και επικές περιπέτειες, το υβριδικό αυτό είδος σημειώνει εντυπωσιακές πωλήσεις παγκοσμίως, μετατρέπει συγγραφείς όπως η Ρεμπέκα Γιάρος και η Σάρα Τζ. Μάας σε σταρ της γενιάς του TikTok
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τo «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ