ΟΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΙ τη συγγραφική πορεία του Βρετανού νομπελίστα με τις ιαπωνικές ρίζες Καζούο Ισιγκούρο, από τη «Χλωμή θέα των λόφων» και τα «Τ' απομεινάρια μιας μέρας» ως το «Τότε που ήμασταν ορφανοί» και τον «Θαμμένο Γίγαντα», θα το έχει διαπιστώσει: όλα του σχεδόν τα έργα πραγματεύονται την επιστροφή του παρελθόντος που στοιχειώνει τους ήρωες, όπως και την πάλη των τελευταίων να συμφιλιωθούν μαζί του. Το «Μη μ’ αφήσεις ποτέ», που θεωρείται ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματά του, δεν αποτελεί εξαίρεση. Με τη διαφορά ότι το παρελθόν που ζωντανεύει ο Ισιγκούρο εδώ, καθώς δεν έχει καταγραφεί στην ανθρώπινη συλλογική εμπειρία, είναι παραπάνω από ανατριχιαστικό. Η συμφιλίωση μοιάζει ανέφικτη. Εκτός κι αν αποδέχεται κανείς έναν κόσμο χωρίς ελπίδα.
Κεντρικοί ήρωες στο «Μη μ’ αφήσεις ποτέ» είναι τρεις επιστήθιοι φίλοι, η Κάθι, ο Τόι και η Ρουθ, πάλαι ποτέ οικότροφοι ενός εξαιρετικά οργανωμένου και χαμένου στην αγγλική εξοχή εκπαιδευτηρίου, του Χέιλσαμ. Αγκιστρωμένος στην αφήγηση της τριαντάχρονης πια Κάθι, μέσα από την οποία ξεδιπλώνονται τα σχολικά βιώματα και των τριών, όπως και η πορεία της ενήλικης ζωής τους, πολύ σύντομα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά. Τι είδους «συνοδός» είναι η κοπέλα; Για ποιους «δωρητές» μιλάει; Ποιοι είναι εκείνοι που αναμένεται να «ολοκληρωθούν»; Και τι ακριβώς συνέβαινε στο Χέιλσαμ;
Πώς ορίζεται μια «αξιοπρεπής» ζωή για κάποιον που δεν έχει ούτε προοπτική ούτε ρίζες; Πόση αυτοκυριαρχία χρειάζεται για να φέρεις σε πέρας μια αποστολή που οδηγεί στην ακύρωση της ύπαρξής σου;
Υποκύπτοντας στον πειρασμό να περιπλανηθεί στον λαβύρινθο μιας φαινομενικά ειδυλλιακής παιδικής ηλικίας, η Κάθι στέκεται σε ορισμένα περιστατικά, προσπαθεί να τα ερμηνεύσει και, έστω και με καθυστέρηση, ανακαλύπτει την αλήθεια που ολόκληρη η κοινωνία γύρω της επιχειρούσε να κρύψει. Όχι, το μυστικό δεν έχει να κάνει με το ποιόν της ίδιας και των συμμαθητών της. Ο Ισιγκούρο μάς το δηλώνει εγκαίρως: οι ήρωές του είναι πλάσματα διαφορετικά από μας, είναι ανθρώπινοι κλώνοι. Από μικροί έχουν μάθει ότι η υγεία τους είναι το ύψιστο αγαθό, εξού και τα αλλεπάλληλα τσεκάπ στα οποία υποβάλλονται, όπως και η ρητή εντολή να μη διανοηθούν να καπνίσουν. Από το εκπαιδευτικό τους πρόγραμμα δεν απουσιάζει ούτε η σεξουαλική αγωγή ούτε η καλλιτεχνική έκφραση. Το μέλλον τους, ωστόσο, είναι προδιαγεγραμμένο: η αποστολή τους στον κόσμο σχετίζεται με τη δωρεά των οργάνων τους. Οι οικότροφοι του Χέιλσαμ τα ξέρουν αυτά, αλλά στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουν τίποτε για το τι γίνεται «εκεί έξω».
Κι όμως, τα σημάδια για το πώς θα τους αντιμετώπιζαν όταν θα έφευγαν από το Χέιλσαμ υπήρχαν. Η Κάθι θυμάται καλά ότι κάθε φορά που επισκεπτόταν το σχολείο η «Μαντάμ» –η ιδιοκτήτρια μιας γκαλερί που διακινούσε τις χειροτεχνίες τους– κραύγαζε με το βλέμμα της πόσο φοβάται. Σαν να έτρεμε την ιδέα ότι μπορεί το χέρι της ν’ αγγίξει εκείνα των οικοτρόφων. Η κοπέλα θυμάται επίσης πως κατά περιόδους όλο και ξέφευγε από κάποιους καθηγητές ότι οι μαθητές δεν ενημερώνονται όπως πρέπει: όχι μόνο δεν θ’ αποκτούσαν ποτέ παιδιά, ούτε υπάλληλοι σε σούπερ μάρκετ δεν θα μπορούσαν να γίνουν. Το μόνο που είχαν να διεκδικήσουν ήταν μια αξιοπρεπής ζωής μέχρις ότου, καταβεβλημένοι από διαδοχικές δωρεές, σβήσουν.
Πώς ορίζεται, όμως, μια «αξιοπρεπής» ζωή για κάποιον που δεν έχει ούτε προοπτική ούτε ρίζες; Τι επιφυλάσσεται σ’ εκείνους τους «αφελείς» κλώνους που θα επιχειρήσουν να ονειρευτούν, να ερωτευτούν, ν’ αγωνιστούν μ’ άλλα λόγια για ν’ αλλάξουν τη μοίρα τους; Πόση αυτοκυριαρχία χρειάζεται για να φέρεις σε πέρας μια αποστολή που οδηγεί στην ακύρωση της ύπαρξής σου;
Να τι κατάφερε ο Ισιγκούρο: αντλώντας έμπνευση από τις φιλοδοξίες της βιοτεχνολογίας και χωρίς ν’ ανοίξει την παραμικρή συζήτηση περί επιστήμης και ηθικής, «σκίζει τον πέπλο», όπως θα έλεγε κι ο Κούντερα, κι εκθέτει μπροστά μας ένα σύμπαν απίστευτης σκληρότητας και θεσμοθετημένης αδικίας, όπου η απανθρωπιά έχει ενσωματωθεί στην καθημερινότητα κι έχει γίνει αποδεκτή επειδή εμφανίζεται ως σύστημα, όχι ως τέρας. Το κάνει δε με τέτοιο τρόπο, ώστε πέρα από μάγκωμα, θλίψη ή ντροπή, μας προκαλεί και τη διάθεση ν’ αρπάξουμε τη ζωή και να τη γευτούμε ως το μεδούλι, χωρίς αναβολή, αμέσως.
Το «Μη μ’ αφήσεις ποτέ» δημοσιεύτηκε το 2005, την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τον Καστανιώτη σε μετάφραση Τόνιας Κοβαλένκο και από το 2018 περιλαμβάνεται στον κατάλογο των εκδόσεων Ψυχογιός, σε μετάφραση Αργυρώς Μαντόγλου. Στο ίδιο μυθιστόρημα του Ισιγκούρο βασίστηκε και η ομώνυμη ταινία του Μαρκ Ρόμανεκ, σε σενάριο του Άλεξ Γκάρλαντ, με τους Κίρα Νάιτλι, Κάρεϊ Μάλιγκαν και Άντριου Γκάρφιλντ.