Ένα βιβλίο - στοχασμός για τα γηρατειά που παραγκωνίζονται κοινωνικά

«Ποτέ πια δεν θα είμαι ο γιος της» Facebook Twitter
Η «κατάσταση των γερόντων» ή «η εμπειρία του γήρατος» είναι το θέμα του τέταρτου και τελευταίου μέρους του συναρπαστικού βιβλίου του Ντιντιέ Εριμπόν.
0


ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
είχε προγραμματίσει να πάει να δει τη μητέρα του, που έμενε σε συγκρότημα «κοινωνικών κατοικιών» στα προάστια της Ρενς, στη βορειοανατολική Γαλλία. Όταν βγήκε από τον σταθμό του τρένου, της τηλεφώνησε αλλά η μητέρα του δεν απαντούσε. Έφτασε έξω από το διαμέρισμά της, χτύπησε το κουδούνι και από μέσα ακούστηκε η φωνή της: «Έρχομαι, ένα λεπτό». Δεν του άνοιγε όμως. Τελικά κάλεσε την Πυροσβεστική. Όταν οι πυροσβέστες έσπασαν την πόρτα και μπήκε στο διαμέρισμα, η μητέρα του ήταν στο πάτωμα: «Ήταν γυμνή. Απέστρεψα το βλέμμα. Το θέαμα της γυμνής μητέρας, της ηλικιωμένης γυμνής μητέρας, ήταν από μόνο του πολύ ενοχλητικό. Το θέαμα της γυμνής μητέρας πεσμένης στο πάτωμα με το βλέμμα χαμένο, σαν να είχε παραισθήσεις, ήταν ανυπόφορο. Πήρα στα γρήγορα ένα ρούχο από το δωμάτιό της και το έδωσα σ’ έναν από τους πυροσβέστες, ο οποίος κάλυψε το σώμα της». 

Ήταν η κρίσιμη στιγμή. Η μητέρα του δεν μπορούσε πλέον να αυτοεξυπηρετηθεί. Η Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων ήταν μονόδρομος. Και μετά από συνεννόηση με τους τρεις αδελφούς του, η 87χρονη μητέρα του βρέθηκε σε δημόσιο γηροκομείο, σε μια κωμόπολη τριάντα χιλιόμετρα από τη Ρενς. Την επόμενη μέρα από την εισαγωγή της μητέρας του την πέρασε μαζί της στο δωμάτιο. Έβλεπαν φωτογραφίες από παλιές εκδρομές που οργάνωνε το εργατικό σωματείο της, προσπαθώντας να ανοίξει μικρά ρήγματα και να ανακαλύψει την ταλαιπωρημένη ζωή της. Η μητέρα του ήταν εγκαταλειμμένο παιδί, μεγάλωσε σε ίδρυμα και στα δεκατέσσερά της μπήκε υπηρέτρια σε σπίτια. Μετά έγινε καθαρίστρια κι ύστερα εργάτρια σε εργοστάσιο υαλουργίας. Παντρεύτηκε στα είκοσι, γέννησε τέσσερα αγόρια και έζησε πενήντα πέντε χρόνια με έναν άνδρα που δεν αγαπούσε.

Η αφήγηση του Εριμπόν κινείται από την εμπειρία και την αυτοβιογραφία, από το προσωπικό, το μύχιο και το ιδιωτικό, στον γενικό στοχασμό για τα γηρατειά και τη συνθήκη του γήρατος, συνομιλώντας με τις εμπειρίες αλλά και με τη στοχαστική παραγωγή άλλων συγγραφέων.

Επτά εβδομάδες μετά την εγκατάστασή της στο γηροκομείο, η μητέρα του πέθανε. Γνώριζε ότι «όποιος μπαίνει σε γηροκομείο, παρά την τελετουργική άρνηση και το παιχνίδι της αμοιβαίας προσποίησης, ξέρει, δεν μπορεί να μην ξέρει, ότι αυτός θα είναι ο τελευταίος τόπος κατοικίας του». Γιατί ο θάνατος ήρθε όμως τόσο γρήγορα; Ο γιατρός τον είχε προειδοποιήσει, από την πρώτη κιόλας μέρα της εισαγωγής της, για το «σύνδρομο παραίτησης». Ενάμιση μήνα μετά την προειδοποίηση αυτή, η μητέρα του είχε πλέον παραιτηθεί. Δεν έτρωγε, δεν έπινε νερό, δεν μιλούσε. Επικοινωνούσε μόνο με τα μάτια. Τη μετέφεραν στη μονάδα παρηγορητικής φροντίδας και ο γιατρός τού ανακοίνωσε, με αμείλικτη βεβαιότητα, ότι η μητέρα του θα πεθάνει μέσα στις επόμενες οκτώ ημέρες. Στο δωμάτιό της είχε αφήσει ένα χαρτί «με λίγες κακογραμμένες αράδες όπου έλεγε πώς θέλει να γίνει η κηδεία της. Δεν άφησε διαθήκη, γιατί δεν υπήρχε τίποτα ν’ αφήσει. Δεν είχε καταθέσεις, ούτε περιουσία: ούτε χρήματα, ούτε κινητά, ούτε ακίνητα».

Ντιντιέ Εριμπόν Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού Μτφρ. Γιάννης Στεφάνου Εκδόσεις Νήσος Σελ.: 240
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ. Ντιντιέ Εριμπόν, Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού. Μτφρ. Γιάννης Στεφάνου
Εκδόσεις Νήσος, Σελ.: 240

Μετά το πρώτο αυτοβιογραφικό βιβλίο του, «Επιστροφή στη Ρενς», που είχε εκδοθεί το 2009, ο Γάλλος κοινωνιολόγος Ντιντιέ Εριμπόν (γεν. 1953) γράφει ένα ακόμη αυτοβιογραφικό βιβλίο γύρω από τον θάνατο της μητέρας του, «μιας γυναίκας του λαού». Στο πρώτο του βιβλίο, που κυκλοφορεί επίσης στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νήσος, ο Εριμπόν επιστρέφει στη γενέθλια πόλη του, τη Ρενς, μετά τον θάνατο του πατέρα του, για να διερευνήσει τη δική του κοινωνική συνθήκη, που ορίζεται από την κοινωνική καταγωγή του −παιδί της εργατικής τάξης− αλλά και από την ομοφυλοφιλία του. Διερευνά εκεί την ιστορία της οικογένειάς του και του περιβάλλοντος της εργατικής τάξης, τη σεξουαλικότητά του και τους αποκλεισμούς και τη βία που αυτή συνεπάγεται, την κοινωνική ανέλιξή του μέσα από την εκπαίδευση, τις ταυτότητες, τις πολλαπλές μορφές της κυριαρχίας. Στο δεύτερο αυτοβιογραφικό βιβλίο του επιστρέφει και πάλι στη Ρενς για να οδηγήσει τη μητέρα του στο γηροκομείο, όπου αυτή πεθαίνει, να ανατρέξει στη ζωή της, να μιλήσει για τη «συστημική κακομεταχείριση» των ηλικιωμένων στις Μονάδες Φροντίδας, είτε αυτές είναι δημόσιες είτε ιδιωτικές, να διερευνήσει πώς βιώνουν οι γονείς της εργατικής τάξης την κοινωνική άνοδο των παιδιών τους, να μιλήσει για την απώλεια της ιδιότητας του γιου, ειδικά μετά τον θάνατο της μητέρας, και πώς αυτό δημιουργεί ρήξη στην προσωπική ταυτότητα, να εξετάσει τι σημαίνουν οι οικογενειακοί δεσμοί. 

Η αφήγηση του Εριμπόν κινείται από την εμπειρία και την αυτοβιογραφία, από το προσωπικό, το μύχιο και το ιδιωτικό, στον γενικό στοχασμό για τα γηρατειά και τη συνθήκη του γήρατος, συνομιλώντας με τις εμπειρίες αλλά και με τη στοχαστική παραγωγή άλλων συγγραφέων. Θα βρούμε στο βιβλίο του Εριμπόν αναφορές στον Μπέκετ, στον Κουτσί, στον Σολζενίτσιν, στον Σαρτρ, στον Χράμπαλ, στον Φουκό, στον Φίλιπ Ροθ, στον Ζορζ Ντιμπί και σε πολλούς άλλους. Πρέπει να αναφέρουμε οπωσδήποτε τις αναφορές στην Ανί Ερνό, της οποίας το βιβλίο «Μια γυναίκα», για τη μητέρα της, αποτελεί τη φανερή έμπνευση για το βιβλίο του Εριμπόν, αλλά και στον Εντουάρ Λουί, για τον οποίο ο Εριμπόν λειτουργεί ως μέντορας.  

Το βιβλίο οργανώνεται σε τέσσερα κεφάλαια. Το πρώτο είναι η οικογενειακή απόφαση για την εισαγωγή της μητέρας στο γηροκομείο. Το δεύτερο είναι η σύντομη ζωή της στο γηροκομείο, οι συνθήκες εγκλεισμού, η παραίτηση, ο θάνατος. Το τρίτο είναι τα μετά τον θάνατο, ιδιαίτερα η συνθήκη του γιου («ήμουν γιος και πλέον δεν είμαι») αλλά και η αναδρομή στη ζωή της μητέρας. Εδώ συναντάμε και την πολιτική διαδρομή των ανθρώπων της εργατικής τάξης, από την αριστερά προς την άκρα δεξιά. Στο τέλος της ζωής της η μητέρα του Ντιντιέ Εριμπόν έμελλε να γίνει ηρωίδα στη θεατρική διασκευή του βιβλίου του γιου της «Επιστροφή στη Ρενς» από τον Τόμας Οστερμάγιερ. Ο Γερμανός σκηνοθέτης τής είχε υποσχεθεί ότι θα την καλούσε στην πρεμιέρα του έργου στο Βερολίνο. Όταν ανέβηκε το έργο, ήταν καθηλωμένη στο κρεβάτι της στο γηροκομείο. 

Η «κατάσταση των γερόντων» ή «η εμπειρία του γήρατος» είναι το θέμα του τέταρτου και τελευταίου μέρους του συναρπαστικού βιβλίου του Ντιντιέ Εριμπόν. Εδώ ο συγγραφέας, «συνομιλώντας» κυρίως με τα βιβλία «Γηρατειά» της Σιμόν ντε Μποβουάρ και «Η μοναξιά των ετοιμοθάνατων» του Νόρμπερτ Ελίας, αυτού του μεγάλου ιστορικού και ανθρωπολόγου του πολιτισμού, προσπαθεί να καταλάβει γιατί το γήρας απουσιάζει ως έννοια από τη φιλοσοφία και την πολιτική θεωρία. «Το γήρας διαφεύγει από το επίπεδο των εννοιών, λες και οι περισσότερες έννοιες της φιλοσοφίας ή της πολιτικής θεωρίας να μην μπορούν ή να μη θέλουν να δουν τα γηρατειά ούτε τους ηλικιωμένους», γράφει ο Ντιντιέ Εριμπόν. «Από πολλές απόψεις τα γηρατειά όχι μόνο παραγκωνίζονται κοινωνικά, αλλά επίσης αποκρύπτονται εννοιολογικά. Στην καλύτερη περίπτωση, εκτοπίζονται σιωπηρά στο επίπεδο της αντίληψης και του συναισθήματος. Δεν έχουν καμία θέση στη σφαίρα της φιλοσοφίας, και σπανιότατα εισχωρούν στο οπτικό πεδίο της θεωρητικής σκέψης». Οι γέροι είναι ένας τεράστιος αριθμός αποκλεισμένων, που θα γίνει ακόμη μεγαλύτερος στις δυτικές κοινωνίες με δεδομένη την αύξηση του προσδόκιμου ζωής.

Πολύ καλή η μετάφραση του Γιάννη Στεφάνου και εξαιρετικά βοηθητικές οι βιβλιογραφικές σημειώσεις του.

ΥΓ. Γράφοντας τώρα ως αναγνώστης, μπορώ να πω ότι ταυτίστηκα με το βιβλίο, αναγνώρισα τη δική μου, προσωπική εμπειρία στην εμπειρία του Εριμπόν. Έβαλα κι εγώ τη μητέρα μου σε Οίκο Φροντίδας Ηλικιωμένων, όπου «έμεινε» τέσσερα χρόνια, τα περισσότερα από τα οποία καθηλωμένη στο κρεβάτι και χωρίς επαφή με τον εαυτό της και το περιβάλλον. Είχα τύψεις για την κατάσταση αυτή, που επανήλθαν με την ανάγνωση του βιβλίου. Δεν ξέρω τι θα έκανα αν είχα διαβάσει ένα βιβλίο σαν του Εριμπόν πριν πάρω την απόφαση.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Οι κούτες με τα συντρίμια

Βιβλίο / Δυο κούτες με συντρίμμια και ένα Μπούκερ

Μια ερωτική σχέση που φτάνει στα άκρα λειτουργεί ως αλληγορία για το τέλος ενός κόσμου στο Βερολίνο. Το βραβευμένο μυθιστόρημα «Καιρός» της Τζέννυ Έρπενμπεκ μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, τη στιγμή που πολλοί λένε ότι εκείνη θα είναι ένα από τα επόμενα Νόμπελ Λογοτεχνίας.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ