Ο φθόνος είναι ο συντετριμμένος θαυμασμός: Ένα επίκαιρο δοκίμιο για τη μνησικακία

Ο φθόνος είναι ο συντριμμένος θαυμασμός Facebook Twitter
Ο Ολλανδός διανοούμενος, συγγραφέας, κριτικός και δημοσιογράφος δανείζεται από τoν Νίτσε την έννοια της «μνησικακίας» για να εκφράσει την αγωνία του γι’ αυτό που ερχόταν, για τον φθόνο και τη βία που κρυβόταν μέσα σε συνθήματα για «αίμα», «ηρωισμό», «κοινότητα», «εκδίκηση».
0

Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΟΛΛΑΝΔΟΣ διανοούμενος Μένο τερ Μπράακ, που θεωρείται η συνείδηση της ολλανδικής λογοτεχνίας, δημοσίευσε το μικρό δοκίμιο για τη μνησικακία το 1937. Σκοπός του ήταν να προειδοποιήσει τους συμπολίτες του, ιδιαίτερα τους διανοούμενους, για τον κίνδυνο της επερχόμενης βίας του εθνικοσοσιαλισμού και του ναζισμού.

Οι Ολλανδοί διανοούμενοι θεωρούσαν τότε τους εθνικοσοσιαλιστές του Χίτλερ ένα «μάτσο αποτυχημένους» και υποβάθμιζαν τον κίνδυνο και την απειλή. Το ίδιο πίστευαν και για την ολλανδική εκδοχή του εθνικοσοσιαλισμού, το κόμμα NSB.

O Μένο τερ Μπράακ τους έλεγε όμως ότι ο εθνικοσοσιαλισμός είναι «δόγμα της μνησικακίας» και ότι εφόσον έρθει στην εξουσία θα αναζητήσει έναν εχθρό, πραγματικό ή υποθετικό, για να τον μετατρέψει σε αποδιοπομπαίο τράγο. Αυτός ο εχθρός μπορεί να ήταν οι Εβραίοι, μπορεί να ήταν η «νεγροποιημένη», λόγω της τζαζ, και εκφυλισμένη Γαλλία, μπορεί να ήταν, πάλι, ο «πουλημένος» Τύπος.

Ο Τερ Μπράακ ήταν ένα είδος ακτιβιστή της λογοτεχνίας (ας μας επιτραπεί ο αναχρονισμός). Μάλιστα το 1932 είχε κηρύξει τον πόλεμο εναντίον του αισθητισμού, που έδινε βάρος στην κομψότητα της μορφής, διεκδικώντας την επιστροφή στην ειλικρίνεια και στην ουσία του περιεχομένου.

Ο Ολλανδός διανοούμενος, συγγραφέας, κριτικός και δημοσιογράφος δανείζεται από τoν Νίτσε την έννοια της «μνησικακίας» (ressentiment), η οποία βρίσκεται στη βάση κάθε ιδεολογίας που προσδιορίζεται σε σχέση με έναν «εχθρό», για να εκφράσει την αγωνία του γι’ αυτό που ερχόταν, για τον φθόνο και τη βία που κρυβόταν μέσα σε συνθήματα για «αίμα», «ηρωισμό», «κοινότητα», «εκδίκηση».

Εκτός από τον Νίτσε, ο Μένο τερ Μπράακ χρησιμοποιεί και τις αναλύσεις του Γερμανού φιλοσόφου Μαξ Σέλερ (1874-1928), επίσης επηρεασμένου από τον Νίτσε, στο βιβλίο του «Ο μνησίκακος άνθρωπος». Εδώ ο Σέλερ γράφει για τη μνησικακία ως στοιχείο της νεωτερικής ηθικής. Είμαστε τυχεροί που αυτό το βιβλίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τον Κωστή Παπαγιώργη (στις εκδόσεις Ίνδικτος) και έχει προκαλέσει έναν κάποιο διάλογο (όσο, τέλος πάντων, γίνεται διάλογος στην Ελλάδα).

cover
ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ: Μένο τερ Μπράακ, Ο εθνικοσοσιαλισμός ως δόγμα της μνησικακίας, Μτφρ.: Μαργαρίτα Μπονάτσου, Εκδόσεις Καστανιώτη

Το πολεμικό δοκίμιο του Τερ Μπράακ επαναφέρει στην επικαιρότητα το βιβλίο του Σέλερ στη μετάφραση του Παπαγιώργη. Κυρίως μας κάνει να σκεφτούμε το σοβαρό θέμα της «μνησικακίας» και να διαπιστώσουμε ότι το κείμενο του Ολλανδού διανοουμένου «κολλάει» απόλυτα στη δική μας εποχή έξαρσης του λαϊκισμού, σε όλες του τις εκδοχές, των μαζικών κινημάτων και του διαδικτύου.

Για τις ανάγκες ανάγνωσης αυτού του βιβλιαριδίου του Τερ Μπράακ έκανα μια γρήγορη αναζήτηση στο σάιτ της LiFO με λέξη-κλειδί τη «μνησικακία». Πολλά τα ευρήματα. Συγκρατώ ένα-δύο: Μια διαμαρτυρία του Μιχαήλ Μαρμαρινού για τη «μνησίκακη, αγελαία, ημιανώνυμη φωνή του διαδικτύου», ένα κείμενο του Νικόλα Σεβαστάκη για την χρήση της Ιστορίας ως «μνησίκακης επιβολής».

Να, λοιπόν, όλη επικαιρότητα της μνησικακίας. Ο Μένο τερ Μπράακ γράφει ότι στις σημερινές δημοκρατίες τόσο η ισότητα όσο και η μνησικακία είναι καθολικά ιδεώδη. Όταν ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα και βιώνει την ανισότητα, το πρώτο που αισθάνεται είναι ότι αδικείται.

Αυτό το αίσθημα αδικίας γίνεται φθόνος και μίσος και επιθυμία για εκδίκηση. Ο Τερ Μπράακ μας δείχνει ότι η μνησικακία διαπερνά τη συλλογική ψυχή ως γενικευμένο αίσθημα μείωσης και αδικίας.

Την ίδια χρονιά που ο Μένο τερ Μπράακ δημοσιεύει το δοκίμιό του για τον «εθνικοσοσιαλισμό ως δόγμα μνησικακίας», δημοσιεύει και ένα άλλο δοκίμιο περί χριστιανών, παλιών και νέων. Εκεί τεκμηριώνει ένα βασικό εύρημά του ότι «όλα τα μαζικά κινήματα εμπνέονται από τη μνησικακία». Και ότι το κακό, το όποιο κακό, χρησιμοποιείται πάντοτε ως βάση για λοιδορία. Αυτό είναι συγκλονιστικό αν σκεφτούμε ότι δεν πρόκειται για θεωρητικό σχήμα αλλά για την πραγματικότητά μας, που επαληθεύεται κάθε στιγμή, κάθε μέρα.

Στη θέση της αδικίας μπορούμε επίσης να βάλουμε την απουσία της χαράς. Ο Δανός φιλόσοφος Κίρκεγκορ, που στο θέμα της μνησικακίας επηρέασε τον Νίτσε, έλεγε ότι ο φθόνος είναι συντετριμμένος θαυμασμός. Όποιος δεν έχει αισθανθεί χαρά, όποιος δεν έχει νιώσει την απόλαυση και την ανάταση, σίγουρα είναι ασθενής. Και τα συμπτώματα αυτής της ασθένειας είναι ο φθόνος, η χαιρεκακία, η μνησικακία.

Για να ξαναγυρίσουμε στον Τερ Μπράακ, βασική αρχή της μνησικακίας είναι η αντίθεση και το μίσος. Ο μνησίκακος παραπονιέται διαρκώς γιατί αδικείται, μειώνεται κ.λπ. Δεν αναζητά ποτέ τα αίτια αυτής της αδικίας, πραγματικής ή όχι, στον δικό του εαυτό, στον δικό του κύκλο ευθύνης. Περνάει αμέσως από το ένα παράπονο στο άλλο, από τη μια διαμαρτυρία στην άλλη, ακόμη κι αν η αιτία του παράπονου εκλείψει, προκειμένου να μη χαθεί καθόλου έδαφος.

Η παραγωγή της μνησικακίας μπορεί να είναι και μαζική, σχεδιασμένη από καθεστώτα, κόμματα, κινήματα κ.λπ., όπως δείχνει το παράδειγμα του εθνικοσοσιαλισμού αλλά και άλλα παραδείγματα από την πρόσφατη πολιτική ζωή μας.

Στην Ελλάδα δεν γνωρίζουμε καθόλου τον Μένο τερ Μπράακ που γεννήθηκε το 1902 και αυτοκτόνησε τον Μάϊο του 1940, μετά την συνθηκολόγηση των Κάτω Χωρών με τους ναζί. Ήταν από τους πιο επιδραστικούς διανοούμενους στη χώρα του και στο σχετικό λήμμα της Britannica συγκρίνεται, ως προς την επιδραστικότητα, με τον Τ.Σ. Έλιοτ και τον δικό του ρόλο στη Βρετανία.

Ο Τερ Μπράακ ήταν ένα είδος ακτιβιστή της λογοτεχνίας (ας μας επιτραπεί ο αναχρονισμός). Μάλιστα το 1932 είχε κηρύξει τον πόλεμο εναντίον του αισθητισμού, που έδινε βάρος στην κομψότητα της μορφής, διεκδικώντας την επιστροφή στην ειλικρίνεια και στην ουσία του περιεχομένου. Ήταν επίσης διακεκριμένος κριτικός. Η στενή σχέση του με τον Τόμας Μαν και η εκτίμηση που έτρεφε ο μεγάλος Γερμανός συγγραφέας γι’ αυτόν οφειλόταν εν πολλοίς στην κριτική που είχε γράψει ο Τερ Μπράακ για το μυθιστόρημα «Η Λότε στη Βαϊμάρη».

Το κείμενο του Τόμας Μαν συνοδεύει το δοκίμιο του Τερ Μπράακ και δημοσιεύτηκε «εις μνήμην» το 1947, δηλαδή αρκετά χρόνια μετά την αυτοκτονία του. Είναι μια αποτίμηση από έναν φίλο που γίνεται με όρους λογοτεχνικούς αλλά κυρίως πολιτικούς. Ο Τόμας Μαν παραπέμπει σε μια ρήση του Τερ Μπράακ ότι ήταν «ένας πολιτικός χωρίς κόμμα» και τον χαρακτηρίζει «μάχιμο παρτιζάνο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απέναντι στη βαρβαρότητα, της πνευματικής καθαρότητας απέναντι στο ψέμα».

Η έκδοση, σε συνδυασμό με την εισαγωγή της μεταφράστριας και τις σημειώσεις της, εικονογραφεί επίσης μια κρίσιμη στιγμή στη ζωή των διανοουμένων τις παραμονές του θριάμβου του εθνικοσοσιαλισμού, όταν έπρεπε να αποφασίσουν με ποιους θα πάνε, σε ποιους θα αντιταχθούν.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Disable checkingPremium suggestions
Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ