Η Μυστική Διαθήκη είχε ως αφετηρία μια ξεχωριστή είδηση στον Τύπο το 2002: την αναπάντεχη χορηγία εκατό εκατομμυρίων δολαρίων της κληρονόμου της φαρμακοβιομηχανίας Έλι Λίλι προς το περιοδικό «Poetry» του Σικάγο. Επρόκειτο για μια από τις μεγαλύτερες δωρεές που είχαν γίνει ποτέ από ιδιώτη προς έναν απλό φορέα και προερχόταν από την ογδονταεφτάχρονη Ρουθ Λίλι, της οποίας τα ποιήματα είχαν κατ’ επανάληψη απορριφθεί από τη διεύθυνση του περιοδικού...

Ήταν η πρώτη ύλη που χρειαζόμουν για το στήσιμο ενός μυθιστορήματος -η περιπέτεια της «Κιβωτού» και των ανθρώπων της- που θα συνδύαζε τη λογοτεχνία του φανταστικού («διάβολε, δεν μπορεί αυτό να συμβαίνει στ’ αλήθεια!») με το κοινωνικό σχόλιο για όσα έκαιγαν γύρω μου εκείνο τον καιρό - Αθήνα, πριν τους Ολυμπιακούς του 2004. Μετά από κάποιες σκέψεις, μετατοπίσεις και δοκιμές του τύπου «τι θα συνέβαινε όμως εάν...», το χριστουγεννιάτικο παραμύθι άρχισε να μεταμορφώνεται σε αίνιγμα και ζωντανό εφιάλτη, κι έτσι να μ’ αρέσει όλο και περισσότερο...

Γράφοντας στη συνέχεια, το κείμενο έπαιρνε τη δική του ζωή, το ίδιο κι οι χαρακτήρες, και ύφαινε τον δικό του κόσμο - κόσμο άγνωστο εν πολλοίς σ’ εμένα αλλά και γεμάτο προσωπικές μνήμες και εμπειρίες, πάσης φύσεως αναφορές, δάνεια και κείμενα τρίτων, το πεισματικά άγνωστο πορτρέτο του Ανδρέα Κάλβου, την Πηνελόπη, τους «Εμπρηστές Συνείδησης»...

Tώρα έβλεπα πως μου δινόταν η ευκαιρία να μιλήσω για ζητήματα που είχα μέσα μου καιρό, όπως ο ρόλος του τυχαίου (ή της μοίρας) στην ιστορία, το ξεχείλισμα της οργής και τους αιώνιους losers, τη διαχείριση της απώλειας και τις περιπλοκές των σύγχρονων σχέσεων, την ποίηση ως αντίσταση και αντίδοτο στον κυρίαρχο αγοραίο λόγο, το «bad timing», το κυνήγι της τρομοκρατίας και τους ποικίλους μηχανισμούς εξουσίας και συμφερόντων, την αθωότητα που χάνουμε στην πορεία. Ακόμα περισσότερο, πώς κάποιοι πανάρχαιοι, ιδιότροποι θεοί αρέσκονται να μας εμπλέκουν πάντοτε στα πιο σκληρά κι αλλόκοτα παιχνίδια τους για να μας δοκιμάσουν...