Ήταν ό,τι καλύτερο μου συνέβη η στιγμή που τα παράτησα όλα, γιατί ό,τι και να γινόταν στο τέλος, απλώς θα ήξερα μέχρι πού μπορώ να φτάσω... Φωτό: Κωνσταντία Μάνθου
Ήταν ό,τι καλύτερο μου συνέβη η στιγμή που τα παράτησα όλα, γιατί ό,τι και να γινόταν στο τέλος, απλώς θα ήξερα μέχρι πού μπορώ να φτάσω... Φωτό: Κωνσταντία Μάνθου


«Το Μιλάνο είναι μάλλον η αγαπημένη μου πόλη, συνεχίζω να το λατρεύω σαν να είναι η πρώτη μου μέρα εδώ, εξακολουθώ να νιώθω αόρατος, συνεχίζω να μην έχω καμία σχέση με κανέναν, έχω κάνει ελάχιστους φίλους και ίσως γι' αυτό να είναι η πρώτη φορά που νιώθω τόσο πολλή ευτυχία σε ένα μέρος» λέει ο Larry Gus για την πόλη όπου ζει μόνιμα. Τον πέτυχα απροσδόκητα την ημέρα που είχε ξεκινήσει το Comicdom στη Διδότου να περιφέρεται στις παρυφές των Εξαρχείων για μια επείγουσα δουλειά στην Αθήνα, σχεδόν αγνώριστος. Αδυνατισμένος, πατέρας πια ενός αγοριού και με μια σοβαρότητα που στον Larry μοιάζει μάλλον αταίριαστη.

 

Το γεγονός και μόνο ότι παίζω τόσο πολλά live και υπάρχει κόσμος που με κλείνει για να παίξω παραμένει ένα μυστήριο μέσα στο μυαλό μου και την ίδια στιγμή που είμαι εξωφρενικά χαρούμενος, συνεχίζω να μην μπορώ να το πιστέψω.


Έχουν αλλάξει πολλά πράγματα στη ζωή του Larry Gus τα τελευταία δύο χρόνια. Τα δύο πιο φανερά είναι ότι χρησιμοποιεί περισσότερες αγγλικές λέξεις όταν μιλάει και ότι είναι τρομερά πολυάσχολος – πάντα ήταν. Από τότε που τον θυμάμαι έτρεχε για να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, τώρα όμως που έχουν στρώσει πολλά, φαίνεται ότι αυξήθηκαν και οι υποχρεώσεις. Ο Larry Gus ανήκει πια στην οικογένεια της DFA, έχει κυκλοφορήσει έναν δεύτερο δίσκο που τον έκανε πραγματικά διεθνή, δίνει συνεντεύξεις και mixtape στα μεγάλα μουσικά μέσα όλου του κόσμου, κάνει remix σε κομμάτια μεγάλων ονομάτων που κάποτε θαύμαζε από μακριά και εμφανίσεις σε μεγάλες διοργανώσεις σε κάθε άκρη της Γης, από την Ιαπωνία μέχρι τη Νέα Υόρκη. Αυτές τις μέρες ετοιμάζεται να εμφανιστεί σε ένα από τα πιο σημαντικά φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής του κόσμου, το Sonar της Βαρκελώνης. Τον ρωτάω τι σημαίνει αυτή η «μεταγραφή» στην DFA και πόσο έχει αλλάξει τον τρόπο που προωθεί πλέον τον εαυτό του. «Δεν ξέρω αν είναι η κατάλληλη λέξη το "σωστή", αλλά τα πράγματα μπήκαν σε μια σειρά», λέει, «και σε γενικές γραμμές ξέρω ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο σαπόρτ από την εταιρεία. Με βοηθάνε, δηλαδή, σε πολλά-πολλά πράγματα και υπάρχει η αίσθηση ότι είναι οικογένεια – εννοώ ότι μου συμπεριφέρονται σαν οικογένεια, αλλά η αλήθεια είναι ότι επί της ουσίας, λόγω της DFA, μπορώ να κλείνω περισσότερα live πια, πράγμα που είναι πραγματικά ανεκτίμητο όσον αφορά τον βιοπορισμό μου, παρόλο που πολλές φορές οι promoters περιμένουν να παίξω ντίσκο και ποστ-πανκ ή δεν ξέρω γω τι, και είναι λίγο αστείο».

 

Πάντα έχω στο μυαλό μου τα work ethics του Γούντι Άλεν που δουλεύει για να δουλεύει, χωρίς να σκέφτεται τα πάνω και τα κάτω... Φωτό: Κωνσταντία Μάνθου
Πάντα έχω στο μυαλό μου τα work ethics του Γούντι Άλεν που δουλεύει για να δουλεύει, χωρίς να σκέφτεται τα πάνω και τα κάτω... Φωτό: Κωνσταντία Μάνθου

 


Μπορεί σε επαγγελματικό επίπεδο, ως Larry Gus, να έχει αλλάξει πολύ, αλλά ως Παναγιώτης είναι σχεδόν ο ίδιος. «Απλώς έχω αρχίσει να βαριέμαι τα αεροδρόμια. Ωστόσο αυτό έρχεται και φεύγει, υπάρχουν φορές που μου αρέσουν» λέει. «Στα μουσικά πράγματα, δεν ξέρω, υποσυνείδητα σίγουρα αλλάζουν πολλά συνέχεια και ξέρω ότι οι κουβέντες μου με τον Jonathan –εννοεί τον Jonathan Galkin, συνιδρυτή της DFA– με πάνε προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση χωρίς να το καταλαβαίνω, αλλά φαντάζομαι ότι αυτό θα γινόταν ούτως ή άλλως».


Έχουν περάσει δύο σχεδόν χρόνια από την κυκλοφορία του «Years Not Living», του άλμπουμ που τον έφερε στην πρώτη γραμμή δίπλα σε ονόματα όπως οι LCD Soundsystem, Hot Chip, Hercules & Love Affair και Rapture και έχουν γραφτεί πολλά για τον ήχο του. Συζητάμε για τα σχόλια που έχει ακούσει και ποιο είναι αυτό που κρατάει ως το καλύτερο. «Εξακολουθώ να κρατάω το σχόλιο του Jonathan ότι του θυμίζει Aphrodite's Child», λέει, «καθώς και ότι ο κύριος λόγος που με υπέγραψε είναι γιατί ήθελε να έχει έναν Έλληνα στην εταιρεία, επειδή είναι "άρρωστος" με Vangelis και Aphrodite's Child». Γελάει και προσπαθεί να θυμηθεί τα μέρη που έχει επισκεφτεί για να τον προωθήσει, αλλά δεν είναι εύκολο. «Σιγά-σιγά αρχίζει να θολώνει όλο αυτό μέσα στο μυαλό μου, είναι ωραίο συναίσθημα όμως, σαν λιωμένη ζάχαρη κάπως» εξηγεί. «Έχουν υπάρξει πολλές παράξενες στιγμές, δεν ξέρω ποια είναι η χειρότερη ή η καλύτερη. Η αλήθεια είναι πως το γεγονός και μόνο ότι παίζω τόσο πολλά live και υπάρχει κόσμος που με κλείνει για να παίξω παραμένει ένα μυστήριο μέσα στο μυαλό μου και την ίδια στιγμή που είμαι εξωφρενικά χαρούμενος, συνεχίζω να μην μπορώ να το πιστέψω. Πώς μπορώ να είμαι στραβωμένος από τη στιγμή που με χαροποιεί αυτό το γεγονός από μόνο του; Πραγματικά δεν υπάρχουν κορυφαίες στιγμές και κοιλιές».

 

Τον ρωτάω αν έχει βγάλει καθόλου λεφτά απ' όλο αυτό που στα μάτια ενός τρίτου φαίνεται ζηλευτό. «Εννοείς αν βάζω λεφτά στην άκρη; Όχι, καθόλου, μηδέν ευρώ, προφανώς. Αλλά είναι τρία περίπου χρόνια που ζω αποκλειστικά και μόνο από την ενασχόληση με τη μουσική. Και εννοείται ότι δεν μπορώ να πιστέψω πως είναι αλήθεια. Ακόμα ξυπνάω δυο-τρεις φορές τον μήνα μέσα στον ύπνο μου και νομίζω ότι ονειρεύομαι. Η μουσική ήταν πάντα ένα ασαφές πράγμα, το οποίο έγινε κάτι χειροπιαστό για πολύ μικρό σχετικά διάστημα (λίγο περισσότερο από 50 χρόνια) και ξαναοδηγείται στην ασαφή μορφή της. Είναι λογικότατο που συμβαίνει και εννοείται πως δεν με παίρνει καθόλου να γκρινιάξω γι' αυτό το πράγμα, παρόλο που μπορώ να καταλάβω παλιότερους μουσικούς που συνήθισαν με άλλα δεδομένα. Για την ακρίβεια, αυτό που ξέρω είναι πως αν έγραφα μουσική με τις παλιές συνθήκες, προ Ίντερνετ, ας πούμε, το πιο πιθανό θα ήταν να καθάριζα τις τουαλέτες σε κάποιο μεγάλο στούντιο – στην καλύτερη».

 

Είμαι πολύ μνησίκακος και ζηλεύω τους πάντες, ειδικά αυτούς που είναι καλύτεροι από μένα, και πολλές φορές χάνω τον ύπνο μου βουτηγμένος στην απόγνωση για το ότι όλοι οι άλλοι είναι καλύτεροι, αλλά συνήθως αυτό γίνεται κίνητρο για να δουλέψω κι άλλο και ποτέ δεν νιώθω ότι έχω φτάσει κάπου.


Μιλάμε για το ρίσκο να τα παρατήσει όλα, μια ακαδημαϊκή καριέρα, την ασφάλεια (ας πούμε και κάτι αστείο) της Ελλάδας και την προοπτική να ασχοληθεί με αυτό που σπούδασε και να κυνηγήσει το όνειρό του για τη μουσική μετακομίζοντας στο Μιλάνο. Άξιζε τελικά; «Περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο στη ζωή μου» λέει. «Ήταν ό,τι καλύτερο μου συνέβη η στιγμή που τα παράτησα όλα, γιατί ό,τι και να γινόταν στο τέλος, απλώς θα ήξερα μέχρι πού μπορώ να φτάσω. Ακόμα αυτό μαθαίνω. Απλώς, το θέμα είναι ότι όταν βουτάς από τον 25ο όροφο χωρίς δίχτυ ασφαλείας, αναγκαστικά θα βρεις κάτι να κάνεις ενώ πέφτεις, παρόλο που μακροπρόθεσμα θα το φας το σαβούρι και λογικά θα γλείφουν τα συκώτια σου οι αδέσποτες γάτες στο τέλος, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Αλλά είναι ωραίο συναίσθημα, κυρίως γιατί εδώ και πέντε χρόνια έχω ξεχάσει πώς είναι να ξυπνάω το πρωί, να ανοίγω τα μάτια μου και να μη θέλω να σηκωθώ από το κρεβάτι. Και επίσης όλες οι μέρες είναι ίδιες. Από Δευτέρα μέχρι Κυριακή. Και δεν υπάρχουν διακοπές και μέρες δουλειάς. Είναι όλα σαν νουτέλα με γλυκιά γεύση καρκίνου, μάλλον».


«Έχεις αισθανθεί ποτέ ότι πήρες λίγο την εκδίκησή σου;». «Από ποιον; Ούτε καν. Είμαι πολύ μνησίκακος και ζηλεύω τους πάντες, ειδικά αυτούς που είναι καλύτεροι και πιο ταλαντούχοι από μένα, και πολλές φορές χάνω τον ύπνο μου βουτηγμένος στη στενοχώρια και στην απόγνωση για το ότι όλοι οι άλλοι είναι καλύτεροι, νεότεροι, ομορφότεροι, μεγαλωμένοι σε καλύτερο περιβάλλον από μένα, αλλά συνήθως αυτό γίνεται κίνητρο για να δουλέψω κι άλλο και ποτέ δεν νιώθω ότι έχω φτάσει κάπου. Το μόνο που σκέφτομαι πια είναι πάντα αυτό που αναφέρει ο Μπόρχες, ότι για τον Νικόλαο Κουζανό κάθε ευθεία γραμμή είναι το τόξο ενός άπειρου κύκλου. Πάντα έχω στο μυαλό μου τα work ethics του Γούντι Άλεν που δουλεύει για να δουλεύει, χωρίς να σκέφτεται τα πάνω και τα κάτω. Δεν μπορείς να την παλέψεις αλλιώς, το μόνο πράγμα που υπάρχει είναι εσύ, το γραφείο σου και η δουλειά σου, τίποτε άλλο. Προφανώς και υπάρχουν όλοι αυτοί οι σούπερ ταλαντούχοι που τους βλέπεις και θέλεις να βγάλεις τα μάτια σου από το κρανίο σου και να τα βάλεις στον κώλο σου, αλλά τι να κάνεις; Όλοι, για πάντα, θα είναι πιο ταλαντούχοι και καλύτεροι από σένα».

 

Το μόνο όνειρο που έχω είναι να τρώω μισό κιλό παγωτό με φιστικοβούτυρο καραμέλα και νουτέλα την ημέρα, κάθε μέρα, χωρίς να παχαίνω, και δεν το βλέπω να πραγματοποιείται... Φωτό: Κωνσταντία Μάνθου
Το μόνο όνειρο που έχω είναι να τρώω μισό κιλό παγωτό με φιστικοβούτυρο καραμέλα και νουτέλα την ημέρα, κάθε μέρα, χωρίς να παχαίνω, και δεν το βλέπω να πραγματοποιείται... Φωτό: Κωνσταντία Μάνθου

 


Ο νέος του δίσκος, που θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο, είναι έτοιμος από τέλη Μαρτίου και είναι διαφορετικός από το «Years Not Living». «Τον μαστεράραμε, είναι έτοιμος και αυτές τις μέρες τελειώνει και το εξώφυλλο» λέει. «Αυτήν τη φορά προσπάθησα να είμαι λίγο πιο συγκεκριμένος στα συναισθήματα. Για την ακρίβεια, είναι η πρώτη φορά που έγραψα κανονικούς στίχους, γιατί το ξέρω ότι υπήρχε πάντα ένας διφορούμενος αέρας στα τραγούδια μου. Ήθελα να είναι πιο ξεκάθαρα τα πράγματα. Κατά τα άλλα, ο δίσκος έχει πιο καθαρό songwriting –50/50, ας πούμε– και οι θεματικές του είναι η αποτυχία, η σιχασιά για τον εαυτό μου, το άπειρο ως όριο αλλά και ως προσδοκία, ο φθόνος μου για τους άλλους μουσικούς και το πώς πολλές φορές θέλω να βγάλω τα μάτια μου, κυριολεκτικά και μεταφορικά».


Του ζητάω να μου σχολιάσει κάτι που έχει γράψει για τη μουσική στο μπλογκ του και αστειεύεται: «Πω, ρε φίλε, ένα κάρο μαλακίες έχω γράψει εκεί. Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές νιώθω μηδενικό μπροστά στους μεγάλους δίσκους, σκέφτομαι ότι στην καλύτερη το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να βγάζω εκεί τα δικά μου και να τα ακούνε 4-5 άνθρωποι, εκ των οποίων οι μισοί θα το μετανιώνουν πριν καν τελειώσει ο δίσκος. Δεν ξέρω, πολλές φορές ο στρουθοκαμηλισμός και το χαλάκι βολεύουν, αλλά δεν θέλω να πηγαίνω προς τα εκεί, προτιμώ να αντιμετωπίζω τα προβλήματα και να σκέφτομαι "ωραία, πολύ ωραία, αυτό θα γίνει καρκίνος μια μέρα"».


«Πώς είναι να ζεις το όνειρό σου;». «Το μόνο όνειρο που έχω είναι να τρώω μισό κιλό παγωτό με φιστικοβούτυρο καραμέλα και νουτέλα την ημέρα, κάθε μέρα, χωρίς να παχαίνω, και δεν το βλέπω να πραγματοποιείται».


«Larry, ποιο είναι το πρόβλημα με τα όνειρα;». «Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τα όνειρα είναι ότι δεν είναι κάτι απτό. Αν ήταν κάτι που πιάνεται με τα χέρια, θα μπορούσαμε άνετα να τα βάλουμε στον κώλο μας –εγώ αυτό θα έκανα δηλαδή– κι έτσι να ξεχάσουμε ότι υπάρχουν. Μέχρι να έρθει η μέρα να τα χέσουμε βέβαια ή, ακόμα καλύτερα, μέχρι να μας χέσει κάποιος τα δικά του στο στόμα μας».

 

Ο Larry Gus εμφανίζεται στο Sonar Festival την Παρασκευή 19 Ιουνίου.