Εδώ οι γραμμές της αφήγησης, όπως συμβαίνει ακριβώς με το καρδιογράφημα, είναι εσκεμμένα άνισες, παραληρηματικές και ενωμένες σε έναν μακροπερίοδο λόγο, απεικονίζοντας με ακρίβεια την καρδιά του μυθιστορήματος που σίγουρα χτυπά ακόμη δυνατά στο λογοτεχνικό corpus της Κεντρικής Ευρώπης. Επεξεργασία: Ατελιέ/ LIFO
Εδώ οι γραμμές της αφήγησης, όπως συμβαίνει ακριβώς με το καρδιογράφημα, είναι εσκεμμένα άνισες, παραληρηματικές και ενωμένες σε έναν μακροπερίοδο λόγο, απεικονίζοντας με ακρίβεια την καρδιά του μυθιστορήματος που σίγουρα χτυπά ακόμη δυνατά στο λογοτεχνικό corpus της Κεντρικής Ευρώπης. Επεξεργασία: Ατελιέ/ LIFO

 

Αριστούργημα. Δεύτερες λέξεις που θα έμπαιναν κατά τύχη στο λεξιλόγιο για να περιγράψουν ένα βιβλίο όπως το Πόλεμος και πόλεμος –το οποίο ούτως ή άλλως διαθέτει τα πάντα στον υπερθετικό– δεν υπάρχουν. Σάμπως κάποιος να χρημάτισε τον Ούγγρο συγγραφέα με το δυσπρόφερτο όνομα, Λάσλο Κρασναχορκάι –ο οποίος τιμήθηκε πριν από λίγες μέρες με το βραβείο Μπούκερ–, για να καταθέσει το απόλυτο μανιφέστο του ταγμένου εκφραστή της δημιουργίας, του καλλιτέχνη, του ονειροπόλου, του γραφιά, να δει πώς πάλλονται οι φλέβες στο αιώνιο αλλά απέθαντο σώμα της ποίησης, να μιλήσει με τον διάβολο αλλά και τον άγγελο και να εξαγάγει το καρδιογράφημα του χαμένου έργου της τέχνης με τη μορφή βιβλίου. Εδώ οι γραμμές της αφήγησης, όπως συμβαίνει ακριβώς με το καρδιογράφημα, είναι εσκεμμένα άνισες, παραληρηματικές και ενωμένες σε έναν μακροπερίοδο λόγο, απεικονίζοντας με ακρίβεια την καρδιά του μυθιστορήματος που σίγουρα χτυπά ακόμη δυνατά στο λογοτεχνικό corpus της Κεντρικής Ευρώπης. Αν, όμως, ο επίσης Κεντροευρωπαίος Φραντς Κάφκα κάποτε μεταμόρφωνε τον ηττημένο Γκρέγκορ Σάμσα του σε κατσαρίδα, ο Λάσλο Κρασναχορκάι αποφασίζει να δώσει ένα όπλο στον δικό του Γκιόργκι Κόριμ για να κερδίσει μια και καλή την αιώνια μάχη: το ακατανίκητο όπλο του ανυπεράσπιστου αυτού αρχειοθέτη είναι ένα μυστικό χειρόγραφο. Είναι ολοφάνερο πια πως ο άνθρωπος που είναι ντυμένος με τη φαιά στολή του υπαλλήλου, ο κοιλόγνωμος, αμφίθυμος, άσχημος, ανυπεράσπιστος και παρανοϊκός 44χρονος πρωταγωνιστής του Πόλεμος και πόλεμος, θα είναι ο μεγάλος μαχητής στον μοναδικό πόλεμο, που είναι αυτός της γραφής και της λογοτεχνίας. Ο ηθικός αυτουργός της μοιραίας έκβασης, δηλαδή ο βραβευμένος Ούγγρος συγγραφέας, «όπλισε» τον ανυπεράσπιστο πρωταγωνιστή του, γνωρίζοντας καλά το βαθύτερο κίνητρο των πράξεών του – όπως γνωρίζει επίσης καλά τι είναι αυτό που έκανε τον Κάφκα να κλειστεί σε ένα ανήλιαγο δωμάτιο, ακολουθώντας τελετουργικά τις ίδιες συνήθειες, και τι τον ανάγκασε να ορίσει μια φανταστική Αμερική που δεν είχε δει ποτέ. Ως φόρο τιμής και συνομιλώντας διαρκώς με τις μεγάλες μυθιστορηματικές μορφές που στοίχειωσαν τη δική του παράδοση, ο Ούγγρος συγγραφέας βάζει αντίστοιχα τον ήρωά του να επισκεφτεί τη Νέα Ρώμη –που είναι στα μάτια του η Αμερική– και ως ύστατο φόρο τιμής στον Κάφκα να αποκλειστεί σε ένα αντίστοιχο δωμάτιο, ως το μοναδικό ορμητήριο όπου ο «πολεμιστής» θα βρει ανάπαυλα πριν από τη μεγάλη μάχη «με το άσπρο χαρτί που επιστρέφει αυτό που πραγματικά ήταν», όπως θα έγραφε ο Σεφέρης. Αν, επομένως, η μοναδική μάχη που πρέπει πάση θυσία να νικηθεί στον άδηλο ετούτο πόλεμο είναι η μάχη με την έκφραση, ούτε ο θάνατος, ούτε ο έρωτας, ούτε καν οι ίδιοι οι άνθρωποι απειλούν πραγματικά την ύπαρξη του ήρωα του Κρασναχορκάι. Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να συνταράξει το αίσθημα της αποφασιστικότητας του ήρωα-γραφιά, όσο και αν κάποια πιτσιρίκια τον απειλούν στην αρχή του βιβλίου με σωματική βία ή ένας καμπόσος διερμηνέας χειροδικεί διαρκώς πάνω στη μοναδική του φίλη, συγκάτοικο και βουβή συνομιλήτριά του. Γιατί αυτό που κίνησε και ουσιαστικά ορίζει το ταξίδι του από τη σύγχρονη Ουγγαρία στην Αμερική και από εκεί στην Ελβετία είναι η απόφασή του να μεταβιβάσει στην αιωνιότητα το απόλυτο χειρόγραφο που ανακάλυψε και υπέκλεψε σε κάτι σκονισμένα αρχεία. Το χειρόγραφο αυτό είναι που του φέρνει εξαγνισμό από οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα ή αιτία (για την ακρίβεια, τον οδηγεί στην τρέλα, αφού όλα τα άλλα μοιάζουν περιττά), καθοδηγεί τις πράξεις του και κατατροπώνει τους ορατούς και αόρατους εχθρούς του. Η «ενδελέχειά» του, που ταυτίζεται με την αποστολή του –μια λέξη που επαναλαμβάνεται σε διαφορετικές στιγμές του βιβλίου–, ταυτόχρονα επεξηγεί τη μία και μοναδική του ιδιότητα του αρχειοθέτη, που είναι αυτή του δημιουργού/ποιητή/αφηγητή, μια συνθήκη που δεν διαμορφώνεται στο πλαίσιο ενός θεάρεστου βίου, αλλά περνάει πραγματικά διά πυρός και σιδήρου. Ό,τι δηλαδή δεν κατάφερε να απαντήσει κάθε φιλόσοφος τη στιγμή της απόλυτης συγκέντρωσης και σκέψης, δίνεται ως απάντηση από τον αρχειοθέτη κάθε φορά που συνειδητοποιεί τη θνητότητά του σε στιγμές κινδύνου και κρίσης. Συμπερασματικά, είναι η αίσθηση του πολέμου που μετατρέπει τον κοινό θνητό ήρωα και πρωταγωνιστή σε δημιουργό και ποιητή (the glorification of war, όπως χαρακτηριστικά το ορίζει). Απαλλαγμένος από οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα ή σκέψη, ο Γκιόργκι Κόριμ αποφασίζει να εκτελέσει στην καρδιά της Νέας Υόρκης την ύψιστη αποστολή του. Δεν τον νοιάζει αν θα πεθάνει, για την ακρίβεια έχει αποφασίσει ότι θα θέσει τέρμα στη ζωή του αφότου ολοκληρώσει το θεάρεστο έργο του, που είναι να μεταφέρει, σαν σύγχρονος Προμηθέας, το αποκαλυπτικό και απόλυτο χειρόγραφο στο γένος των ανθρώπων. Στόχος του είναι να το μεταγράψει στη μνήμη άπειρων, δισεκατομμυρίων υπολογιστών, ώστε να μπορέσει να μεταφερθεί στις υπόλοιπες γενιές και στους αιώνες των αιώνων.

 

Ο Ούγγρος συγγραφέας που φλερτάρει αενάως με το παράλογο κάνει τις λέξεις του κραυγές από στίχους του Άλεν Γκίνσμπεργκ, μαύρες σεκάνς κατευθείαν βγαλμένες από ταινία του συνεργάτη του Μπέλα Ταρ.

 

Αυτό το απόλυτα μπορχεσιανό αίτημα, του να χωρέσουν οι κατακτήσεις της τέχνης και του πολιτισμού, όπως εκφράζονται μέσα από το χειρόγραφο, σε ένα ενιαίο κείμενο, είναι εύλογο να δηλώνεται με τρόπο παραληρηματικό, καθώς ο λόγος και το παράλογο δεν επαρκούν για να εγκιβωτίσουν τα αμφίσημα νοήματα της γραφής και της έκφρασης. Απόδειξη πως ακόμη και ο ύψιστος θεός των γραμμάτων, ο Ερμής, δεν εκφράστηκε ποτέ με πλήρη σαφήνεια παρά προτίμησε την ποιητική μεταφορά, ακροβατώντας ιδανικά ανάμεσα στο άλογο και στο έλλογο, στη μεταφορική έκφραση και στην κυριολεξία, στην παρανομία και στον νόμο. Ο Ερμής γίνεται όχι τυχαία ο εμπνευστής της όλης διαδικασίας, αυτός που ναι μεν έκανε τον ήρωα «να αποτολμήσει αυτό το ταξίδι, αλλά αναζητούσε συνεχώς νέες πηγές, νέα ξεκινήματα, νέες ενάρξεις, έως ότου έφτασε σ' ένα σημείο όπου μπορούσε να πει, ιδού, είναι το σημείο που έψαχνα, και το σημείο αυτό ονομαζόταν Ερμής, γιατί πραγματικά ο Ερμής ήταν γι' αυτόν η απόλυτη αρχή (...) ο Ερμής τον απελευθέρωσε απ' όλα τα δεσμά του, μια απελευθέρωση με όλη τη φοβερή σημασία του όρου, γιατί ο Ερμής, είπε ο Κόριμ, σήμαινε να χάνεις όλα τα σημεία αναφοράς σου, τα στηρίγματά σου, τους δεσμούς εξάρτησης, το αίσθημα σιγουριάς, ξαφνικά φρόντιζε να υπεισέρχεται ένας παράγοντας αβεβαιότητας στο μεγάλο σύνολο, για να του αποκαλύψει στη συνέχεια, και εξίσου βίαια, ότι, στην πραγματικότητα, η αβεβαιότητα ήταν ο μοναδικός παράγοντας». Πόλεμος σημαίνει αβεβαιότητα, αβεβαιότητα σημαίνει ανάγκη για δημιουργία, δημιουργία σημαίνει τέχνη. Η έναρθρη δυνατότητα που εδώ δηλώνεται ως μόνιμο παραλήρημα ανατοκίζεται κάθε φορά που ο κίνδυνος αυξάνεται και η θνητή ύπαρξη τίθεται εν αμφιβόλω, σάμπως η γλώσσα να είναι η μοναδική ανθρώπινη συνθήκη στην παράλογη οδύνη. Η πραγματικότητα γράφεται και πάλι κάθε φορά που η γλώσσα θα ακραγγίξει τις γραμμές της φαντασίας, καθώς το φανταστικό δεν είναι για τον Κρασναχορκάι κάτι που βρίσκεται έξω από το ανθρώπινο, παρά είναι ακριβώς αυτό, το βλέπει κάθε φορά που προσπαθεί να δημιουργήσει κάτι που «δεν ήταν βγαλμένο από τη φαντασία ενός αρχιτέκτονα, ήταν πραγματικό, ήταν αδιανόητο, αλλά υπήρχε πραγματικά». Κι αυτή η διαδικασία είναι αέναη, δεν ολοκληρώνεται ποτέ, όπως καμία στιγμή στην πορεία της δημιουργίας της τέχνης: εν προκειμένω, ο Ούγγρος συγγραφέας που φλερτάρει αενάως με το παράλογο κάνει τις λέξεις του κραυγές από στίχους του Άλεν Γκίνσμπεργκ –με τον οποίο έχει συνομιλήσει ιδανικά στο παρελθόν–, μαύρες σεκάνς κατευθείαν βγαλμένες από ταινία του συνεργάτη του Μπέλα Ταρ, λεκτικά εκμαγεία προσαρμοσμένα σε κορυφαία έργα του μινωικού πολιτισμού. Τις κάνει επίσης να ακροβατούν ιδανικά ανάμεσα στην «ομορφιά και τον ορθολογισμό», όπως αναφάνηκε στην περίπτωση της Γαληνοτάτης Βενετίας, η οποία έδωσε στην ανθρωπότητα «μια υπερφυσική, σαγηνευτική τόλμη στην υπηρεσία ενός απροσπέλαστου φαντασιακού, ένα άλυτο αίνιγμα, όπου τα πάντα ήταν βαρύτητα και αισθαντικότητα, ελαφρότητα και επιπολαιότητα, επικίνδυνα παιχνίδια αλλά και μια τεράστια αποθήκη όπου στοιβάζονταν όλες οι αναμνήσεις της εμπειρίας του θανάτου, από τις γλυκές αναθυμιάσεις της θλίψης ως το εφιαλτικό ουρλιαχτό (...)». Όχι τυχαία, στο χειρόγραφο, η ιστορία του οποίου ξεδιπλώνεται εμβόλιμα στην αφήγηση, πρωταγωνιστούν τέσσερις ουράνιοι Άγγελοι-φιλόσοφοι και δημιουργοί, δηλαδή ο Κάσερ, ο Μπεγκάντζα, ο Φάλκε και ο Τοότ, οι οποίοι έχουν δραπετεύσει από έναν ναυαγισμένο κόσμο –ενδεχομένως αυτόν της Βαβυλώνας–, ορισμένοι να γνωρίσουν και να διαπεράσουν τέσσερις διαφορετικές στιγμές του παγκόσμιου πολιτισμού: τον Μινωικό Πολιτισμό, την Πρωσική Κολωνία του 1867, όπου χτίζεται ο μεγαλοπρεπής καθεδρικός ναός, τη Βενετία της Αναγέννησης, την Ισπανία την περίοδο της ανακάλυψης του Νέου Κόσμου. Στον βαθμό, λοιπόν, που η γραφή μπορεί να επικυρώνει νέες Βαβυλώνες, είναι η μόνη που ορίζει εκ νέου τον Παράδεισο και την Κόλαση με άλλους όρους, καθώς τίποτε από όλα αυτά δεν μπορεί να χαθεί, αφού είναι πάντα άνοιξη εκεί όπου ανθίζει η λογοτεχνία: «η πιο ωραία εποχή, όταν ο ήλιος λάμπει δίχως να καίει, όταν φυσά, όχι όμως δυνατός άνεμος, αλλά μια ελαφριά αύρα, όταν ο ουρανός είναι γαλήνιος, διαυγής και γαλανός, όταν το πράσινο των δασών σκεπάζει τους γειτονικούς λόφους». Μια άνοιξη έκφρασης σε έναν ανήλιαγο χειμώνα που διάγει ο σύγχρονος πολιτισμός, αν μη τι άλλο μια στιγμή παρηγοριάς και –γιατί όχι;– μια καθάρια νίκη στον αδυσώπητο πόλεμο που μαίνεται ακόμη στις παρυφές της έκφρασης είναι και το βιβλίο Πόλεμος και πόλεμος. Αναμφίβολα θα μείνει πολύτιμη παρακαταθήκη στους αιώνες. Απλώς διαβάστε το!