Γεννήθηκα την 1η Απριλίου, στις 11 το βράδυ. Σημαδιακή μέρα - ειδικά για πολιτικό. Μετά από πάρα πολλά χρόνια, όταν είπα στη μάνα μου «χάλασε ο κόσμος να με δήλωνες 2 Απριλίου, 1 τα μεσάνυχτα, να μην ήμουν πρωταπριλιάτικος;», εκείνη εν τη αφελεία της -αν και μπορεί και όχι- μου απάντησε με αφοπλιστικό τρόπο «λες και ήξερα ότι θα γίνεις πολιτικός, είπα άσ' το 1η Απριλίου»· κι έτσι ναι, φαίνεται σαν αστείο, σαν ψέμα!

Στην Άνδρο μεγάλωσα, εκεί τέλειωσα τις 5 τάξεις του γυμνασίου, και στην τελευταία ήρθα στο γυμνάσιο του Βύρωνα, για να κάνω φροντιστήριο και να δώσω στην Ιατρική Σχολή. Άρα είμαι γέννημα θρέμμα Ανδριώτης, εκεί είναι όλες οι αναμνήσεις μου. Κρατάμε το πατρικό σπίτι· το καλοκαίρι πια μόνο τριήμερα πηγαίνω - παρόλο που στην Άνδρο δεν ξεκουράζομαι, γιατί, όταν έχεις μεγαλώσει σε έναν μικρό τόπο, όλοι οι άνθρωποι που μένουν εκεί θεωρούν υποχρέωσή τους να έρχονται από το πρωί να σε παίρνουν και να σε τραβολογούν: άλλος στο σπίτι, άλλος να πας στην αγορά για καφέ... Οι δικές μου διακοπές στην Άνδρο είναι μεν ξεκούραση ψυχική αλλά όχι σωματική. Παραταύτα διατηρώ τους δεσμούς μου με το νησί και το αγαπώ πάρα πολύ.

Και τη θάλασσα την αγαπώ πολύ, παρόλο που δεν ακολούθησα το επάγγελμα του πατέρα μου, ο οποίος ήταν ναυτικός. Ζει σήμερα, είναι 98 χρονών και η μάνα μου 88· είναι 62 χρόνια μαζί, κι είναι πολύ ωραίο αυτό. Μένουν εδώ αλλά δεν νομίζω ότι είναι πολύ ευχαριστημένοι - ειδικά ο πατέρας μου, που βγαίνει κάθε τόσο στην ταράτσα στο Χολαργό, όπου είναι τώρα το πατρικό μου (εγώ μένω Παγκράτι), και προσπαθεί να δει το Φάληρο. Τρελαίνεται αν ο ορίζοντας είναι θολός και δεν βλέπει θάλασσα.

Ήρθα στα 17 στην Αθήνα, το '64, και το '65 μπήκα στην Ιατρική της Θεσσαλονίκης. Έτσι η Θεσσαλονίκη στην ουσία ήταν η δεύτερη πόλη που γνώρισα, γιατί στην Αθήνα έμεινα μόλις ένα χρόνο. Στη Θεσσαλονίκη κάθισα 4 χρόνια, και τα δύο τελευταία τα έκανα στην Ιατρική της Αθήνας. Η πόλη ήταν τότε πιο όμορφη από τώρα. Υπήρχαν στην Αρετζού καφενεδάκια με τσίγκο στη στέγη, όπου κρεμούσαν τα χταπόδια, και πηγαίναμε για χταποδάκι στα κάρβουνα. Ε, αυτά δεν τα βρίσκεις πια· ξέρω ότι είναι λίγο νοσταλγικό -ώς και επικίνδυνα ρομαντικό- όλο αυτό, η Θεσσαλονίκη όμως ήταν, και εξακολουθεί να είναι, μια πολύ ερωτική πόλη.

Όσο για την Αθήνα, ήταν ένας άλλος κόσμος για μένα. Μέχρι να έρθω, ουσιαστικά δεν την ήξερα καθόλου. Ήταν εντυπωσιακή και από άποψη εικόνας και από άποψη ψυχολογίας. Το πρώτο κοντράστ που ένιωσα σε επίπεδο γειτονιάς ήταν το αίσθημα ασφάλειας. Στην Άνδρο για παράδειγμα, μέχρι που έφυγα, 17 χρονών, δεν θυμάμαι να κλειδώναμε ποτέ τα σπίτια μας, απλώς τραβούσαμε την πόρτα ή βάζαμε το μάνταλο! Εδώ τα πράγματα ήδη ήταν πολύ διαφορετικά.

Παρ' όλα αυτά, η Αθήνα είχε, όπως έχει και τώρα, μια απίστευτη γοητεία - αρκεί να προσπαθήσεις να αγαπήσεις τα άσχημά της. Γιατί έχει και άσχημα, όπως έχει και πολλά ωραία· τα ωραία όμως δεν είναι δύσκολο να τα αγαπήσεις, ο σκοπός είναι να αγαπήσεις τα άσχημα. Εγώ όταν πάω σε μία οποιαδήποτε ξένη χώρα για διακοπές, δεν προσπαθώ να βρω τι δεν μ' αρέσει και να γυρίσω πίσω να το σχολιάσω - πάω να βρω ακριβώς το ανάποδο, να δω τι μ' αρέσει και να φέρω αυτό πίσω μαζί μου. Αυτό έκανα εξαρχής και στην Αθήνα, γι' αυτό και την αγάπησα πάρα πολύ, παρόλο που είμαι εσωτερικός μετανάστης - όπως και οι περισσότεροι άλλωστε. Για να μην ξεχνιόμαστε κιόλας, δηλαδή, και όταν μιλάμε για τους μετανάστες να ξέρουμε ότι οι περισσότεροι είμαστε εσωτερικοί μετανάστες σ' αυτήν την πόλη, και ευθυνόμαστε για πολλά από τα κακά της. Αλλιώς ήταν η Αθήνα τη δεκαετία του '60 κι αλλιώς την καταντήσαμε εμείς· γι' αυτό και έχουμε υποχρέωση να τη βελτιώσουμε.

Μπήκα λοιπόν στην Ιατρική και αποφάσισα να ακολουθήσω την ειδικότητα της ακτινοθεραπείας-ογκολογίας, μια πολύ δύσκολη ειδικότητα και από πλευράς εκπαίδευσης και από άποψη ψυχικών αντοχών· στην ουσία οι ασθενείς είναι ως επί το πλείστον καρκινοπαθείς, δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο... Εγώ όμως ήμουν τυχερός, γιατί στη Θεσσαλονίκη είχα καθηγητή τον Αλέξανδρο Συμεωνίδη, σύζυγο της Ντόρας Τσάτσου, της χορογράφου. Αυτός ο άνθρωπος, εκτός του ότι ήταν ένας εκπληκτικός γιατρός, ήταν κι ένας παραδοσιακός δάσκαλος, προσπαθούσε δηλαδή να μιλάει με τους φοιτητές του -δεν ήμαστε και τόσοι πολλοί τότε, οι καθηγητές σχεδόν μας ήξεραν με τα μικρά μας ονόματα- και προσπαθούσε να βρει τι έκρυβε μέσα του ο καθένας από μας. Κάναμε ατέρμονες συζητήσεις βολτάροντας στην παραλία της Θεσσαλονίκης, στον Λευκό Πύργο, και μετά μας έλεγε τι κατά τη γνώμη του θα έπρεπε να ακολουθήσουμε ως ειδικότητα.

Εμένα με είχε ρωτήσει μια φορά γιατί αποφάσισα να γίνω γιατρός. Και τελείως αυθόρμητα -γιατί εκείνη την εποχή, στα είκοσί μου, δεν ήμουν τόσο συνειδητοποιημένος- του απάντησα «γιατί αγαπώ τον άνθρωπο». Αυτό λοιπόν που είπα το κράτησε και, όταν πήρα το πτυχίο μου και βρεθήκαμε, μου είπε «θα ακολουθήσεις αυτή την ειδικότητα γιατί οι γιατροί που ασχολούνται με αυτούς τους ασθενείς πρέπει να τους αγαπούν πάρα πολύ, δηλαδή περισσότερο θα τους βοηθήσεις με την αγάπη και λιγότερο με την θεραπεία που θα τους κάνεις».

Δεν άσκησα ποτέ το επάγγελμα της ιατρικής, ωστόσο. Ακολούθησα πανεπιστημιακή καριέρα, σε πανεπιστημιακό νοσοκομείο, δεν έκανα ιδιωτική ιατρική.

Η πρώτη φορά που ασχολήθηκα με τα κοινά ήταν στο πλαίσιο του ιατρικού συνδικαλισμού. Έτσι μπήκε το μικρόβιο μέσα μου, παρ' ότι ο πολιτικός μου «πατέρας», ο Ευάγγελος Αβέρωφ, προσπάθησε επανειλημμένως να με αποτρέψει, γιατί πίστευε ότι ο χαρακτήρας μου δεν ταίριαζε για πολιτικό· πίστευε ότι θα στενοχωριόμουν πολύ...

Αν είχε δίκιο τελικά; Δεν μετανιώνω για ό,τι έχω κάνει στη ζωή μου. Επομένως δεν το μετάνιωσα που ασχολήθηκα με την πολιτική, αν και ήρθαν στιγμές που όντως στενοχωρήθηκα, πικράθηκα και απογοητεύτηκα. Η πολιτική όμως μου έδωσε κάτι που δεν ξέρω αν θα το είχα αποκτήσει ποτέ. Μου έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσω πάρα πολλούς ανθρώπους και, σε μία εποχή που δεν είναι πολύ γόνιμη για τις ανθρώπινες σχέσεις, να αποκτήσω νέους, πολλούς και στενούς φίλους.

Κάποια στιγμή απλώς ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και είπα «τέρμα ώς εδώ, δεν με ενδιαφέρουν πλέον τα πολιτικά αξιώματα, θέλω να ασχοληθώ με την πόλη μου». Με την οποία, ακόμα και σήμερα, στα 61 μου, εξακολουθώ να είμαι ερωτευμένος. Είχα άλλωστε συμπληρώσει πλέον 17 ολόκληρα χρόνια, όχι μόνο στο υπουργείο Υγείας αλλά και ως βουλευτής, ευρωβουλευτής... Δεν με ενδιέφερε να συνεχίσω πλέον. Ό,τι καλό μπορούσα να έχω κάνει αυτά τα χρόνια το είχα κάνει, και ό,τι κακό επίσης είχα προλάβει να το κάνω! Επομένως δεν είχα λόγο να παραμείνω.

Είπα -και δεν με πίστευε κανείς προεκλογικά- φεύγω από την ενεργό πολιτική για να ασχοληθώ με την πόλη μου, και το εννοούσα. Φαντάζομαι ότι τώρα πλέον το έχουν πιστέψει όλοι. Επειδή υπήρχε μια άλλη τακτική από προκατόχους μου, που όμως είχαν άλλα σχέδια - και δεν το έκρυψαν οι άνθρωποι ποτέ, δεν κορόιδεψαν κάποιον. Εγώ έχω ακολουθήσει ανάστροφη πορεία: έφυγα από το κοινοβούλιο, έφυγα από την υπουργική καρέκλα και ήρθα εδώ, στο δημαρχείο, και είπα «θέλω να ασχοληθώ με την πόλη μου, τους συμπολίτες μου, γηγενείς και ξένους».

Στόχος μου είναι, αν δω ότι είμαι εγώ ικανοποιημένος, να διεκδικήσω ξανά την ψήφο των συμπολιτών μου. Οι μεγάλες αναπλάσεις των πόλεων δεν γίνονται από τη μια μέρα στην άλλη. Όποιος πιστεύει τέτοια πράγματα είναι εκτός τόπου και χρόνου και όποιος τα υπόσχεται, υπόσχεται ψέματα.

Αυτό που λέει ο λαός, «τα παράπονά σου στο δήμαρχο», ναι, ισχύει και είναι ωραίο. Εντάξει, ακούς και παράλογα πράγματα, και κάποια που δεν ισχύουν, ακούς όμως και πράγματα που δεν θα τα μάθαινες ποτέ από τους συνεργάτες σου, οι οποίοι συνήθως θεωρούν ότι έχουν υποχρέωση να σου λένε μόνο ό,τι ακούγεται ευχάριστο στ' αυτιά σου. Όμως ο ρόλος του καλού συνεργάτη είναι ακριβώς το ανάποδο, να σου λέει ό,τι δεν ακούγεται ευχάριστο αλλά είναι χρήσιμο για τη δουλειά σου.

Οι πολίτες φαίνεται ότι εμπιστεύονται το δήμαρχο περισσότερο απ' όσο το βουλευτή τους, τον υπουργό ή κάποιο άλλο δημόσιο πρόσωπο. Όταν μάλιστα ο δήμαρχος δεν κάθεται μονίμως μέσα στο γραφείο του αλλά κυκλοφορεί με τα πόδια στους δρόμους της πόλης, και μάλιστα ώρες περίεργες, αυτό ξέρετε με τι ταχύτητα μαθαίνεται στη γειτονιά; Δεν χρειάζεται να γράψετε τίποτα στην εφημερίδα σας αν πάω εγώ ένα βράδυ να πιω καφέ σε ένα καφενείο, στα Σεπόλια για παράδειγμα· την επόμενη φορά που θα πάω το καφενείο θα γεμίσει. Θα έχει μαθευτεί εν ριπή οφθαλμού. Νιώθοντας έτσι πιο άνετα, σου μιλούν για προσωπικά τους θέματα, για θέματα της γειτονιάς, πχ. στα Σεπόλια το κυριότερο αίτημα είναι ο φωτισμός - όχι με την έννοια της καλαισθησίας, αλλά κυρίως για ασφάλεια. Ή στην Κυψέλη - μέχρι πρότινος το μέγα πρόβλημα ήταν η καθαριότητα, καθώς τα απορριμματοφόρα δεν μπορούσαν να περάσουν από τα στενά δρομάκια.

Ένα άλλο θέμα, για το οποίο έχω ακούσει μέχρι και ύβρεις, είναι τα πεζοδρόμια της πόλης. Δεν μιλάω γι' αυτά που είναι κακοφτιαγμένα και στενά αλλά για κείνα που έχουν καταληφθεί από τραπεζοκαθίσματα, μηχανάκια, ή ακόμα και αυτοκίνητα. Η Αθήνα είναι μια πόλη που έχει την ευλογία να έχει ήλιο από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο. Ξέρω ότι θα ήταν ώς και παράλογο να θέλω να κάνω μια τέτοια πόλη ένα απέραντο νεκροταφείο και να πω «ούτε ένα τραπεζάκι έξω, ούτε μια καρέκλα». Προσπαθούμε λοιπόν να πάμε στη μέση λύση, θέτοντας συγκεκριμένα όρια για τα τραπεζοκαθίσματα και αφήνοντας χώρο για τους πεζούς. Το μέτρο αυτό όπου το εφαρμόσαμε, με κόπο, έχει πετύχει: π.χ. στη Μηλιώνη, στη Βαλαωρίτου και στην Τσακάλωφ. Και σύντομα θα πάμε και περιφερειακά - όπως στην Υμηττού, όπου αυτή τη στιγμή είναι αδύνατον να περάσει πεζός!

Από κει και πέρα είναι τα μεγάλα έργα που θέλουμε να κάνουμε για την πόλη, όπως το γήπεδο του ΠΑΟ, που είναι επίκαιρο γιατί κλείνει αυτές τις ημέρες. Όλοι λένε το ένα και το άλλο για το νέο γήπεδο, που θα γίνει στον Ελαιώνα. Κανείς όμως δεν λέει ότι για να γίνει το γήπεδο καθαρίσαμε μια εγκαταλειμμένη περιοχή και βγάλαμε 20 χιλιάδες τόνους μπάζα. Κανείς δεν σκέφτεται ότι, μόλις αρχίσει να λειτουργεί το καινούριο γήπεδο, το παλιό της Λ. Αλεξάνδρας, έκτασης 20 στρεμμάτων περίπου, θα γκρεμιστεί, και στη θέση του θα γίνει ένα μεγάλο πάρκο μέσα στον αστικό ιστό με μοναδικά κτίσματα, ένα μουσείο 200 τ.μ. για την ιστορία του Παναθηναϊκού και ένα καφενείο επίσης 200 τ.μ.

Βεβαίως η Αθήνα δεν έχει το πράσινο που έχει ανάγκη, αλλά πόρρω απέχει απ' αυτά που διάβαζα μέχρι πρότινος στις εφημερίδες, ότι δηλαδή σε κάθε κάτοικο αντιστοιχούν μόλις 2,5 τ.μ. πρασίνου. Γι' αυτό και ανακοινώσαμε τη Χάρτα Πρασίνου, με σκοπό αρχικά να καταγράψουμε τι πράσινο έχουμε και στη συνέχεια να διαπιστώσουμε τι χρειαζόμαστε και ποια δέντρα πρέπει να φυτέψουμε, λαμβάνοντας υπόψη τις κλιματικές αλλαγές κ.λπ.

Δεν είναι εύκολο να επιλέξω μια πόλη-πρότυπο, γιατί λειτουργώ κυρίως με το συναίσθημα. Θα σας έλεγα πάντως τη Βόννη, η οποία είναι μια όμορφη μουσειακή πόλη - όπου όμως στις 6 το απόγευμα ψάχνεις με το φανάρι να βρεις άνθρωπο στο δρόμο. Αν μου πείτε λοιπόν να ζήσω σ' αυτήν την πόλη, δεν υπάρχει περίπτωση· και αν μου πείτε να κάνω έτσι την Αθήνα, θα σας έλεγα «Ποτέ»! Ποια πόλη μ' αρέσει; Θεωρώ ονειρική την Κωνσταντινούπολη, η οποία απέχει πάρα πολύ από το να είναι μια σύγχρονη πόλη - τουλάχιστον το ένα κομμάτι της. Παρ' όλα αυτά με τρελαίνει. Επομένως άλλο σημαίνει μια πόλη σύγχρονη και ωραία διά της λογικής, και άλλο σημαίνει με το συναίσθημα.

Πιστεύω στους Έλληνες. Πιστεύω πως, όταν τους ξυπνήσεις μερικά πράγματα που έχουν κοιμηθεί μέσα τους, ανταποκρίνονται πολύ εύκολα. Ας πούμε, εκτός από το πράσινο, είδα εκπληκτική ανταπόκριση στο μέτρο (παρόλο που δεν έχει ξεκινήσει ακόμα) για την αντικατάσταση της πλαστικής σακούλας στα σουπερμάρκετ. Με ρωτάνε στο δρόμο πότε ξεκινάμε, πώς θα το κάνουμε κ.λπ. Μάλιστα το αγκάλιασαν και άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας.

Είναι κινήσεις που δεν έχουν άμεσο πολιτικό όφελος, αλλά δεν με νοιάζει. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι στο τέλος αυτής της πρώτης τετραετίας να έχουν γίνει πέντε πράγματα που χαρακτηρίζουν μια σύγχρονη πόλη.

Έπειτα, η Αθήνα έγινε ομόφωνα δεκτή στο C40, μια οργάνωση που έχει συστήσει ο Λίβινγκστον, ο δήμαρχος του Λονδίνου, και στην οποία για να σε δεχτούν σε περνάνε από 40 κύματα. Ελέγχουν συγκεκριμένους δείκτες και τον πρώτο χρόνο είσαι «δόκιμο» μέλος, διότι πρέπει να ξεκινήσεις συγκεκριμένες δράσεις, από τις οποίες σε κρίνουν και σε βαθμολογούν.

Ως δήμος Αθηναίων έχουμε οικολογικό παιδικό σταθμό, έχουμε ξεκινήσει ένα πρόγραμμα φωτοβολταϊκών, σε σχολεία κυρίως, ήδη έχουμε υπογράψει πρωτόκολλο συνεργασίας με το υπουργείο Ανάπτυξης για εξοικονόμηση ενέργειας - από το πιο απλό, την αντικατάσταση των λαμπτήρων, ώς την τοποθέτηση ψυχρών υλικών στα πεζοδρόμια, τους δρόμους και τις προσόψεις. Απλώς, αυτά που λέω δεν φέρνουν γρήγορο πολιτικό όφελος και γι' αυτό ίσως δεν ενδιαφέρουν την πλειοψηφία των δημάρχων. Τα αποτελέσματα είναι μακροπρόθεσμα.

Τέτοια πράγματα μ' ενδιαφέρει να κάνω στην πόλη, μαζί με τα μεγάλα έργα. Του χρόνου το καλοκαίρι στο άλσος Παγκρατίου θα αναβιώσουμε το παλιό θερινό θέατρο, στο κτήμα Δρακοπούλου θα φτιάξουμε ένα δημοτικό θέατρο, θα αναπλάσουμε επίσης το πάρκο Ριζάρη. Θα αλλάξει μορφή ο Ελαιώνας, θα αποκτήσει δρόμους - εξαιτίας του γηπέδου. Θα αποκτήσει αποχετευτικό δίκτυο. Σκεφτείτε ότι σε απόσταση 600 μέτρων από την Ομόνοια δεν υπάρχει αποχετευτικό δίκτυο.

Το θέμα της Σοφοκλέους και της Σωκράτους, που όντως βρίσκονται πιο κοντά στην Ομόνοια απ' ό,τι ο Ελαιώνας, δεν αποτελεί αρμοδιότητα του δημάρχου, ανεξάρτητα αν βρίσκεται εκεί το κέντρο σίτισης. Παρ' όλα αυτά, αν και είναι ακόμα νωρίς για ανακοινώσεις, ο δήμος έχει πάρει έκταση 17 στρεμμάτων ανάμεσα στα νοσοκομεία Σωτηρία και Γ. Γεννηματάς, στα όρια του δήμου Αθηναίων δηλαδή, όπου θα κατασκευαστεί ένα κέντρο «στεγνής» απεξάρτησης που θα εξυπηρετεί γύρω στα 1100 άτομα. Έχει βρεθεί χορηγός γι' αυτό, έχουμε ήδη στείλει στη Γερμανία ανθρώπους, όμως διαπίστωσα με λύπη ότι ο δήμος Παπάγου αντέδρασε. Ευτυχώς που μας συμπαρίστανται οι σύλλογοι γονέων των σχολείων της περιοχής.

Δηλαδή τι πρέπει να κάνουμε τώρα, να πάμε πάνω στα ραντάρ του Υμηττού για να φτιάξουμε το κέντρο; Για να μη βλέπει κανείς και για να μην ακούει; Αυτά είναι απίστευτα πράγματα. Πιστεύω ότι όταν οι πολίτες ενημερωθούν σωστά θα το αποδεχτούν.

Ο ΟΚΑΝΑ με τον τρόπο που λειτουργεί είναι όντως πρόβλημα για τον αστικό ιστό. Και είχα πρόσφατα μια πολύωρη κουβέντα με κατοίκους και εκπροσώπους συλλόγων από τα Εξάρχεια. Βάλαμε κάτω κάποια πράγματα, γιατί δεν μπορεί μια ιστορική συνοικία να αποτελεί ένα αποκλεισμένο κομμάτι της πόλης. Μια κυρία μάλιστα, που μένει 37 χρόνια στην περιοχή, μου είπε κάτι που με συγκλόνισε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο άκουσα εκείνη τη μέρα. Μου είπε «ξέρετε τι έχουμε πάθει; Αλλοίωση του συναισθηματικού μας DNA. Βλέπουμε στο λόφο του Στρέφη ένα νέο παιδί να τρυπιέται μπροστά μας και δεν δίνουμε καμία σημασία. Ή προχωράμε και βλέπουμε σε ένα παγκάκι έναν άστεγο, και γυρνάμε από την άλλη». Αυτά είναι θέματα στα οποία δεν μπορείς να κλείσεις τα μάτια, είτε έχεις αρμοδιότητα είτε όχι.

Οι Αθηναίοι δεν ξέρουν ότι μεγάλα κομμάτια της πόλης μας δεν ανήκουν στο δήμο Αθηναίων. Η Ομόνοια ή η πλατεία Κολωνακίου, για παράδειγμα, δεν ανήκουν στο δήμο. Δηλαδή ό,τι έγινε -και στις δύο πλατείες-, έγινε χωρίς την έγκριση, χωρίς καμία συμμετοχή του δήμου. Στόχος είναι να περάσουν και αυτά στη δικαιοδοσία μας, όπως έγινε με τον Εθνικό Κήπο και τον Λυκαβηττό, όπου φυτέψαμε 31 χιλιάδες δέντρα και θάμνους και την άνοιξη θα έχουμε έναν άλλο Λυκαβηττό. Το Πεδίον του Άρεως, επίσης, δεν ανήκει στον δήμο. Και κάποια πράγματα που συνιστούν δαπάνη, αν δεν ανήκουν στη δική σου αρμοδιότητα, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν πρόκειται να τα εγκρίνει. Άρα δεν μπορείς να ξοδέψεις χρήματα. Εσείς ξέρετε κάτι που μπορεί να γίνει στον σημερινό κόσμο χωρίς να ξοδέψεις χρήματα;

Αυτά ο κόσμος δεν τα ξέρει, γι' αυτό κι όταν προεκλογικά έλεγα ότι η πρώτη μου δουλειά θα είναι να ξαναπάρουν οι Αθηναίοι την πόλη στα χέρια τους, με κατηγορούσαν ότι δεν ήθελα να πω κάτι συγκεκριμένο και έλεγα γενικολογίες και αοριστολογίες.

Έχω αποφασίσει να κάνω πεζόδρομο όλη την οδό Αθηνάς. Να ενώσω δηλαδή την Ομόνοια με την αναπλασμένη πλατεία Μοναστηρακίου. Αυτό ανήκει στην ΕΑΧΑ, στην ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων, και από κοινού σε υπουργείο Πολιτισμού και ΠΕΧΩΔΕ. Αν τα πεις αυτά σε κάποιον δήμαρχο της Ευρώπης θα βάλει τα γέλια, δεν θα πιστέψει ότι για να κάνεις πεζόδρομο την Αθηνάς χρειάζεσαι υπογραφές 3 υπηρεσιών. Όμως σιγά σιγά θα τα κάνουμε. Και στο τέλος της τετραετίας θα κριθούμε.

Ο δήμος δεν έχει βέβαια όσα κονδύλια θα ήθελε, αλλά πήραμε με την έγκριση και μέρους της αντιπολίτευσης, και -επειδή μ' αρέσει να λέω τα πράγματα με το όνομά τους- πιο συγκεκριμένα της δημοτικής παράταξης του κ. Σκανδαλίδη, 50 εκατ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα, τα οποία δεν θα διατεθούν για λειτουργικές δαπάνες αλλά για επενδυτικό πρόγραμμα και απαλλοτριώσεις. Θα πάρουμε κάποια στιγμή επίσης αρκετά χρήματα από τα χρωστούμενα του κράτους προς τους δήμους, υπό τη μορφή ομολόγων, τα οποία, επειδή κατορθώσαμε να νοικοκυρέψουμε πάρα πολύ τα οικονομικά του δήμου -δεν χρωστάμε δηλαδή πλέον τίποτα σε κανέναν υπάλληλο- επίσης θα δοθούν για έργα. Τέλος, δεν έκρυψα από την προεκλογική περίοδο, και το κάνω συστηματικά και τώρα, ότι θα ψάξω να βρω χορηγίες. Έτσι θα γίνει το κέντρο απεξάρτησης, η ανάπλαση του πάρκου Ριζάρη, ή το «Ξενοδοχείο των Φτωχών», που θα στεγάσει 70-80 μοναχικούς γέροντες.

Το θεωρώ εξαιρετικά σοσιαλιστικό να τα παίρνω από αυτούς που έχουν και να κάνω πράγματα γι' αυτούς που δεν έχουν. Γι' αυτό και εκπλήσσομαι όταν στο δημοτικό συμβούλιο οι υποτιθέμενες αριστερές παρατάξεις δεν ψηφίζουν αυτά τα πράγματα...