Η Ζυράννα Ζατέλη με τη Σέρκα της
Η Ζυράννα Ζατέλη με τη Σέρκα της

 

Αρραβωνιασμένη κάποτε, δέκα ετών παιδίσκη, με τον γάτο μου τον Μάρκο, έκανα μετά πολλά χρόνια να «μνηστευθώ» ξανά και να συγκατοικήσω με κάποιο από τα μυστηριακά αυτά πλάσματα του γένους των Επταψύχων. Περιφερόμενη επί μία 20ετία σχεδόν από το ένα μέρος στο άλλο με μια βαλίτσα στο χέρι, το να κουβαλώ μαζί μου και μια γάτα σε κλουβί –διότι πώς αλλιώς– δεν ήταν και το πλέον εφικτό και σώφρον: ή θα μ' έσκιζε η γάτα με τα νύχια της ή θα μ' έβαζε εμένα στο κλουβί και θα το έσκαγε· και με τα δίκια της. Εν πάση περιπτώσει, κατασταλάζοντας κάποτε στην Αθήνα άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά πως είναι καιρός να ξαναβρώ τις παλιές μου αγάπες, τις γάτες, αλλά, για λόγους ευνόητους πλην δυσεξήγητους, όχι πριν τελειώσω το βιβλίο που έγραφα τότε, Το πάθος χιλιάδες φορές, και δεν ήμουν ακόμη ούτε στα μισά. Ο Αργύρης Χιόνης ωστόσο, ποιητής και φίλος λίαν αγαπητός, είχε βαλθεί να με πείσει πως δεν επιτρέπεται να ζω εγώ χωρίς γάτα και καλό είναι να μην αναβάλω άλλο αυτό το ζήτημα («Θα σου μεταδίδει τη νωχέλειά της, το πολύ να γράφει κι αυτή μαζί σου», κάτι τέτοια μου έλεγε), κι έτσι τον Ιούνιο του 2005 μπήκε στη ζωή μου η περίφημη Σέρκα, γατάκι τότε δυόμισι μηνών, τιγρέ χρυσαφί. Κι απ' τη μεριά του ο Αργύρης, αποτραβηγμένος στην ορεινή Κορινθία με δυο σκυλιά, καμάρωνε κι αστειευόταν ότι μπορούσε να θεωρηθεί ο «υπαίτιος», ο «ηθικός αυτουργός» της Σέρκας.

 

 

Μαγεύομαι να την ακούω –γιατί πάντα ξυπνώ, με ξυπνάει– και μαζί σφίγγεται η ψυχή μου. Και λουφάζω εκεί με κρατημένη ανάσα, με όσα μπορώ να φανταστώ για τον μέσα κόσμο της και όσα δεν θα μάθω ποτέ, περιμένοντας να τελειώσει αυτό το αδιανόητο τραγούδι, που όμοιό του δεν ξανάκουσα ούτε από ζώο ούτε από άνθρωπο

 

Όταν ακόμα ήταν μικρούλα, μια φίλη μου τής έφερε ένα γούνινο μπεζ αρκουδάκι για παιχνίδι. Τότε δεν ήταν πολύ μικρότερο σε μέγεθος από την ίδια, μα γρήγορα η χάρι της ξεπήδησε, έγινε γάτα κανονική, κι αυτό το αρκουδάκι έγινε κατά κάποιον τρόπο το μωρό της, η χρεία της. Ποιος ξέρει, ίσως γιατί την στείρωσα από επτά μηνών και δεν χάρηκε δικά της γατάκια... και το ένστικτο φαίνεται δεν είναι και τόσο απλή υπόθεση, δεν λογαριάζει δικές μας κατευναστικές «λύσεις». Κατά καιρούς λοιπόν, νύχτες πάντοτε, η Σέρκα γραπώνει αυτό το βρέφος-φάντασμα απ' τον αυχένα και μόνο από κει (έχει σβωλιάσει το σχετικό σημείο) και το περιφέρει σε όλο το σπίτι, από δωμάτιο σε δωμάτιο, βγάζοντας κάτι απίστευτα μιαουλίσματα μαμάς γάτας που έχασε τα μικρά της και τα φωνάζει, τα φωνάζει με τόση γλύκα ή ανελπιδοσύνη, τόση λαχτάρα σπαρακτική... Μαγεύομαι να την ακούω –γιατί πάντα ξυπνώ, με ξυπνάει– και μαζί σφίγγεται η ψυχή μου. Και λουφάζω εκεί με κρατημένη ανάσα, με όσα μπορώ να φανταστώ για τον μέσα κόσμο της και όσα δεν θα μάθω ποτέ, περιμένοντας να τελειώσει αυτό το αδιανόητο τραγούδι, που όμοιό του δεν ξανάκουσα ούτε από ζώο ούτε από άνθρωπο, για να μπορέσω με λίγη τύχη να ξανακοιμηθώ. Κι αν δω ότι παρατείνεται πέρα από τα κεκανονισμένα, φωνάζω μ' έναν φόβο το όνομά της, σχεδόν με δέος –ή πάλι αστειεύομαι: «Σέρκα, ποιο είναι το αίτημά σου; Μίλα πιο καθαρά»–, κι εκείνη τότε, λες κι αυτό περίμενε τόσην ώρα, καλπάζει προς το μέρος μου και απιθώνει μπρούμυτα το μικρό της στο πάτωμα, δίπλα στο κρεββάτι μου: δεν ακούω γδούπο, ακούω μόνο ένα γνώριμο τσικ απ' την κοκκάλινη μυτούλα του και όλα μετά ησυχάζουν.

  

Μια νύχτα όμως, ξημερώνοντας Χριστούγεννα του 2011, το τραγούδι της Σέρκας δεν είχε σωπασμό. Κι ας την φώναξα επανειλημμένως, κι ας είχε αφήσει προ πολλού το μικρό της στα πόδια μου. Κι ήταν θρήνος πια, ασίγαστο κλαυθμύρισμα. Κι ένα σχεδόν ανθρώπινα αρθρωμένο ιάααο! ιάααο! ιάααο! – «ζητάω» έλεγε; «πεινάω»; «πονάω»; «εννοείστε το, πονάω»;... Άρχισαν τα παράξενα, σκέφτηκα. Και το ότι δεν καταλάγιαζαν, παρά τις εκκλήσεις μου, τα καθιστούσε όντως παράξενα, ανησυχητικά. Η γάτα έκλαιγε, θρηνούσε, κι εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι γίνεται, ανίκανη να βοηθήσω στο παραμικρό. Και δεν θυμάμαι αν όλο αυτό με έκανε να προαισθανθώ κάτι στα σοβαρά, να βάλει ο νους μου – μπορεί και να 'γινε, δεν θυμάμαι. Σκέφτηκα πάντως να το διηγηθώ οπωσδήποτε στον Αργύρη, που βρισκόταν στην Αθήνα εκείνες τις μέρες, είχε έρθει για Χριστούγεννα, και θα συναντιόμασταν τη μεθεπομένη.

 

Μα πού καιρός.

 

Κι όλη την υπόλοιπη ημέρα η γάτα βούλιαξε στον εαυτό της και κοιμόταν. Ένας ύπνος λήθαργος, βύθος κανονικό, χριστουγεννιάτικο... Αφού πήγαινα κοντά της κι έσκυβα να βεβαιωθώ ότι ανασαίνει ακόμα... αλλά να την ξυπνήσω όχι, δεν τολμούσα, ένοιωθα πως δεν είχα το δικαίωμα. Και θυμήθηκα έναν στίχο του Γιώργου Χρονά –Τα είδα όλα σας λέω, αφήστε με να κοιμηθώ– και μού πέρασε θαρρώ φευγαλέα η σκέψη ότι ταιριάζει τώρα με τη Σέρκα... Ως το βράδυ κοιμόταν. Το ίδιο απόγευμα ο Αργύρης ξαφνικά πέθανε, έτσι ξαφνικά, μας άφησε όλους άφωνους, αδιάβαστα παιδάκια. Το έμαθα το πρωί της επομένης μόνο, χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ένας φίλος, συγκεκριμένα ο Χρονάς, για να μου πει την είδηση.