Φωτό: Βαγγέλης Ρασσιάς / LifO
Φωτό: Βαγγέλης Ρασσιάς / LifO

 

Πηγαίνοντας τα δακτυλόγραφα της συνέντευξης στον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου για μια τελευταία θεώρηση, σκεφτόμουνα τα λόγια του αυτοπυρπολημένου «τρελού» στη Νοσταλγία του Ταρκόφσκι. «Τα μεγάλα γεγονότα περνάνε. Μένουνε μόνο τα μικρά, τα ασήμαντα». Ήθελα να τον ρωτήσω κάτι συμπληρωματικές ερωτήσεις, αλλά έτσι κι αλλιώς η διαπίστωση που ήδη από την προηγούμενη νύχτα διαμορφωνόταν στο μυαλό μου φαινόταν οριστική: ο Ασλάνογλου επί 37 χρόνια τελούσε τη μοναχική χαμηλή του πτήση πάνω απ’ την πραγματικότητα. Μεγεθύνοντας τις λεπτομέρειες, αγκάλιαζε με μια παγωμένη και μελαγχολική ψυχραιμία τα ακινητοποιημένα γκρο-πλαν ενός διαλυμένου κόσμου. Στεκόταν για λίγο στις μικρές, σιωπηλές και αθέατες συμπεριφορές που περνούν συνήθως απαρατήρητες, έχουν ωστόσο τη διάρκεια και τη παγκοσμιότητα που ανήκει σε κάθε έκφραση και φαινόμενο του Ασυνείδητου. Ίσως γι’ αυτό να έσφαλα που επέμεινα τόσο να προσδιορίσουμε τις κοινωνικές παραμέτρους της ποίησής του, αφού η αξία της ίσως να έγκειται κύρια σ’ αυτό: ότι ψαύοντας μια πολύ βαθύτερη και κοινότερη ρίζα, αποκτάει μια διάσταση διιστορικά ανθεκτικότερη. Ίσως να είναι υπερβολική μια τέτοια προεξόφληση, αλλά τουλάχιστον δεν είναι αντιδεοντολογική, εφόσον απευθύνεται σε έναν ποιητή.

Άλλωστε και η κοινωνία ή η Ιστορία, για μην καταντήσουν ένα κενό ιδεολόγημα, πρέπει διαρκώς να υπενθυμίζουν ότι αποτελούνται από ατομικές περιπέτειες και αγωνίες. Ότι δεν υπάρχουν χωρίς τις ατομικές ιστορίες και τις ταπεινές ασήμαντες ή τρυφερές «κοινωνίες» του καθένα από εμάς.

 

 

Στην ποίησή σας υπάρχει πλήρης απουσία της ιστορίας. Η μοναδική της τοπογραφία είναι το μοναχικό, μελαγχολικό ή ερωτοπαθές σώμα, και όλα αυτά τα χρόνια η αντανάκλαση της ταραχώδους ελληνικής πραγματικότητας φαίνεται να μην αφορά καθόλου τον κλειστό θίασο των «προσώπων» σας.

Δεν συμφωνώ καθόλου. Υπάρχουν σαφέστατοι κοινωνικοί προσδιορισμοί, αλλά δεν θεματογραφώ πάνω σε θέματα κοινωνικής πολιτικής. Ωστόσο, μέσα από το ερωτικό βγαίνει αναπόφευκτα το κοινωνικό. Το ένα είναι αντικατοπτρισμός του άλλου. Υπάρχουν πολλά κοινωνικά στίγματα στην ποίησή μου αλλά είναι δυσανάγνωστα.

 

Σε ποιο βαθμό μπορούμε να παρεμβάλουμε ατομικές περιπέτειες και πεπρωμένα στη ροή της ιστορίας;

Τα ατομικά βιώματα στην Τέχνη αποκτούν παγκόσμια αξία. Το προσωπικό γίνεται γενικό. Χρειάζεται βέβαια να μεταλλάξουμε το βίωμα σε μια υψηλής ποιότητας ποίηση... Όλος ο μύθος της στράτευσης του καλλιτέχνη είναι ένα ψευδοπρόβλημα. Γιατί πιστεύω ότι όλοι όσοι γράφουν, κινητοποιούν, απελευθερώνουν, ευαισθητοποιούν ή παρηγορούν συνειδήσεις. Ο ρόλος του ποιητή, να θεραπεύει πληγωμένες συνειδήσεις, είναι πολύ σημαντικός. Όχι μόνο των έντεχνων αλλά και των άτεχνων, γιατί ποτέ δεν ξέρουμε τι τύχη μπορεί να έχει ένα ποίημα: μπορεί να δημιουργήσει δολοφόνους, μπορεί να αποτρέψει άλλους από την αυτοκτονία...

 

Σύγχυση μπορεί να δημιουργήσει;

Στους περισσότερους αναγνώστες, ναι, γιατί είναι άνθρωποι που ασφυκτιούν σε ένα επάγγελμα, περιχαρακωμένοι, και βρίθουν από προκαταλήψεις. Το πρόβλημα είναι να υπάρξει μια τέτοια ποιητική μετουσίωση, μια τέτοια εκφραστικότητα, ώστε ακόμα και σ’ έναν άσχετο να δοθεί μια νέα οπτική γωνία για τον κόσμο. Εκεί φαίνεται η αληθινή στράτευση ενός ποιήματος για έναν καλύτερο κόσμο: στην κινητοποίηση μιας εφησυχασμένης συνείδησης – πράγμα που κάνει σε μεγάλο βαθμό η σύγχρονη γερμανική ποίηση αλλά και η ποίηση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.

 

Η επιθυμία σας να διαβαστεί το έργο σας επηρεάζει το στυλ και το περιεχόμενο της ποίησης σας;

Δεν μπορεί να υπάρχουν προθέσεις, γιατί το ποίημα ξεπερνάει τις προθέσεις. Μπορεί μόνο να υπάρχει μια οπτική διεύρυνση που παραπέμπει και αντιστοιχεί στην αίσθηση που νιώθεις όταν ξεκοκαλίζεις μια εφημερίδα: αισθάνεσαι ότι συμμετέχεις στη δίνη των γεγονότων, ότι δεν είσαι ένας απλός θεατής. Γιατί κάθε φορά που ο ήλιος ανατέλλει, η ζωή κυλά, ανεξαρτήτως αν εμείς είμαστε κλεισμένοι σ’ έναν πύργο, σ’ ένα σαλόνι, σ’ένα γραφείο, σ’ ένα μπουντρούμι, στα τελευταία γρανάζια ενός κρατικού μηχανισμού. Η λογοτεχνία μπορεί τότε να γίνει ο καλύτερος ιστορικός αυτής της άπιαστης ενότητας.

 

Και ως ποιο σημείο μπορεί να φτάσουν οι φορμαλιστικές αναζητήσεις ενός ποιητή; Είναι θεμιτές όταν αποκλείουν τον αναγνώστη από την κατανόηση του νοήματος, ακόμα κι αν εκφράζουν απόλυτα τον δημιουργό;

Εγώ πιστεύω πως η ποίηση είναι ο παραπληρωματικός λόγος: δηλαδή η σιωπή. Εννοούμε αυτό που δεν λέμε. Αν το πούμε, το κατονομάσουμε, δεν θα δημιουργήσουμε ποίηση. Δεν είναι μόνο το πλέγμα των υπαινιγμών που εννοώ, είναι ολόκληρο το παιχνίδι της τέχνης που από τη στιγμή που ανοίγεται στην υπερβολική εκφραστική αμεσότητα, πιστεύω ότι κάνει παραχωρήσεις στην ευκολία. Βέβαια, δεν ξεχνούμε τον Μπρεχτ ή τον Παζολίνι, αλλά σας παραπέμπω στη ρήση του Σεφέρη που λέει περίπου: «υπάρχει η ίδια δυσκολία για να προσεγγίσουμε ένα δύσκολο συμβολικό ποίημα και έναν κλασικό ποιητή σαν τον Όμηρο». Το αν είναι ερμητικό ή εύληπτο ένα ποίημα εξαρτάται και από τον αναγνώστη.

 

Ο Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου σε νεαρότερη ηλικία
Ο Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου σε νεαρότερη ηλικία

 

Ο ποιητής, πέρα από την κατάθεση της προσωπικής του περιπέτειας, έχει άλλες ευθύνες απέναντι στον αναγνώστη; Έχει κάποια αποστολή; Ποια ανάγκη τον κινεί;

Γράφω για να νιώσω τη χαρά της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αυτή μόνο με οδηγεί σε μια ανείπωτη εσωτερική ικανοποίηση που δεν θα την αντάλλαζα με τίποτα. Είναι τόσο ηδονική. Γράφω σε μεγάλο ψυχικό αναβρασμό, αισθάνομαι κάτι ασχηματοποίητο μέσα μου που ζητάει μορφή, για να νιώσω επιτέλους ανακούφιση. Δημιουργώ τα πνευματικά μου παιδιά – ό,τι περισσότερο αγαπώ. Αυτό είναι και το μοναδικό πράγμα που μπορώ να κάνω. Και αυτή η διεργασία έχει μεγαλύτερη αξία και από την εκδοτική επιτυχία, τη διασημότητα ή οτιδήποτε άλλο.

 

Και ως ποιο σημείο μπορεί να δημοσιοποιείται ο ιδιωτικός ερωτικός βίος; Η ποίηση δεν πρέπει να προχωρά πέρα από την αυτοβιογραφία των εμπειριών και των προσωπικών παθών;

Γράφουμε τα ερωτικά μας ποιήματα με αυτόν το συγκεκριμένο τρόπο γιατί είναι ο μοναδικός που μπορούμε να το κάνουμε. Είναι η δική μας οπτική γωνία και εμπειρία που μας ωθεί να γράψουμε, είτε είμαστε ρομαντικοί είτε μπητ.

 

Δεν υπάρχει κάποτε πρόκληση και εξαναγκασμένη τόλμη;

Ναι, αυτή η, υποτίθεται, απογυμνωμένη γλώσσα, η σούπερ σεξουαλική, ξεπέφτει στη χυδαιότητα – αυτό όμως δεν έχει σχέση με τη θεματογραφία αλλά με την αβανταδόρικη διάθεση του ποιητή. Είναι ποντάρισμα στον εντυπωσιασμό μιας διαφορετικής κάθε φορά μερίδας αναγνωστών. Η αθυροστομία περιορίζει το οπτικό πεδίο, περιορίζει τους διαύλους επικοινωνίας, μεγεθύνει εντελώς άδικα την περιπτωσιολογία. Εγώ προτιμώ να ανοίγομαι στον συμβολισμό.

 

Όταν αναφέρονται σε σας, θυμούνται όλοι σχεδόν τον μύθο που θέλει τους ποιητές σαν τα κατ’ εξοχήν μοναχικά όντα. Γιατί είναι πιο μοναχικά από μια βιομηχανική εργάτρια, έναν καρκινοπαθή ή έναν νυχτοφύλακα;

Απλούστατα, δεν είναι. Αλλά, βλέπετε, ο ποιητής ό,τι γράφει το ερωτεύεται και ίσως κανείς δεν μπορεί να συμμεριστεί απόλυτα τον έρωτά του. Κινείται από έναν άκρατο ναρκισσισμό. Και μετά, δεν έχει και τόσο κριτικό πνεύμα όσο λένε, δεν μπορεί να ταυτιστεί εύκολα με τη μοίρα κάποιου άλλου. Όταν καταφέρνει να ξεπεράσει αυτό το εμπόδιο, γράφει μεγάλη ποίηση – όπως στον Καββαδία.

 

Ωστόσο, στο ίδιο κατάστρωμα με τον Καββαδία πολλοί αμόρφωτοι λοστρόμοι θα ένιωθαν την ίδια ασφυκτική μοναξιά.

Ασφαλώς, ασφαλώς. Όλοι νιώθουν τα ίδια πράγματα. Οι εκφραστικές διέξοδοι μόνο διαφέρουν. Το πρόβλημα είνα να ξεπεράσει ο ποιητής το ναρκισσιστικό του πάθος ότι είναι ένα πλάσμα ικανό να δέχεται μόνο αυτό τη μοναξιά ή την ερήμωση.