Στο καλό μυθιστόρημα

Στο καλό μυθιστόρημα Facebook Twitter
0

Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ φαίνεται να δηλώνει κάποιον αποχαιρετισμό του μυθιστορήματος (Στο καλό!), ενώ το περιεχόμενο σημαίνει το ακριβώς αντίθετο. Διόλου τυχαίο το γεγονός ότι ένα παρόμοιο βιβλίο γράφεται από γαλλική γραφίδα, καθότι η Γαλλία -ήτοι η γαλλική γλώσσα- είναι μια από τις μάνες του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Αν αναλογιστούμε ότι η Ανθρώπινη Κωμωδία του Μπαλζάκ άρχεται με τη διάσημη φράση «Η γαλλική κοινωνία θα είναι ο ιστορικός, όσο για μένα θα κρατήσω τη θέση του γραμματέα», καταλαβαίνουμε ότι ο μυθιστοριογράφος δεν είναι τυχάρπαστος γραφιάς, παρά καταστατικό στοιχείο της κοινωνίας. Ο «γραμματέας» μυθιστοριογράφος συλλαμβάνει όσο πιο σφαιρικά γίνεται τα ήθη και τους τρόπους των πολιτών, την ιστορική στιγμή, την ψυχοσύνθεση των προσώπων του, με άλλα λόγια είναι, κατά περίπτωση, τόσο δημόσιος κατήγορος όσο και υπερασπιστής ατόμων, ιδεών και αισθημάτων.

Η μυθιστορηματικότητα -ειδικά στη Γαλλία- υπερβαίνει κατά πολύ την ποίηση, η οποία θεωρείται δύσκολο είδος και σχετικώς απόμακρο. Αν συγκρίνουμε τους αναγνώστες του Μαλαρμέ και του Μπωντλέρ με τους αναγνώστες του Μπαλζάκ και του Σταντάλ, όσον αφορά τον αριθμό, η διαφορά βγάζει μάτια. Τονίζουμε αυτές τις κοινότοπες διαπιστώσεις για να απλώσουμε κόκκινο χαλί στην ιδέα που συνέλαβε η Κοσέ. Μιά δράκα ιδιότυπων ατόμων -πάντα σε σχέση με τα γράμματα- συλλαμβάνει την ιδέα ν’ ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο φανατικά αφιερωμένο «Στο καλό μυθιστόρημα». Σαφέστερα, θα λέγαμε ότι το βιβλιοπωλείο θ’ αντιπροσωπεύσει τα γούστα -γνωστά ή άγνωστα- ενός ιδιόμορφου κοινού που θα στραφεί -όπως και εγένετο- με θρησκευτικό δέος στις προτιμήσεις του βιβλιοπωλείου. Πρώτος και δυσκολότερος όρος, λοιπόν, θα είναι η εκλογή των βιβλίων. Πώς θα γίνει; Απο ποιους θα γίνει; Με τι κριτήρια; Απο ποιες γλώσσες; Σε τι αναλογία; Προφανώς, η έννοια του ιερατείου βγάζει μάτια, διότι αν στο κέντρο του Παρισιού (όπου λειτουργούν τόσα και τόσα βιβλιοπωλεία) αίφνης ένα από αυτά καταργήσει τους κανόνες της αγοράς, αρνούμενο να τοποθετήσει στα ράφια του μέτρια ή ανυπόληπτα βιβλία, το σκάνδαλο θα ξεσπάσει εν είδει επιδημίας. Πράγματι, ο πόλεμος που θα κηρυχτεί δεν θα είναι μόνο σκληρός αλλά κυρίως ανώνυμος, με επιθέσεις κατά προσώπων, απειλές, συκοφαντίες, αμαυρώσεις, εχθρικούς ιστότοπους, κλοπές και τα παρόμοια.

Τα κεντρικά πρόσωπα αυτής της πνευματικής επιχειρήσεως είναι δύο, ο Ιβάν και η Φραντζέσκα. Συνάμα ένα γύρο κινούνται πολυάριθμοί συνεργάτες και φίλοι, όλοι με το δικό τους ιδιωτικό μυθιστόρημα. Όσο κι αν η αφηγήτρια πασχίζει τεχνηέντως να ενσωματώσει τη μοίρα του βιβλιοπωλείου στη ζωή καθενός από τους συνεργάτες, τελικά μόνο ο Ιβάν και η Φρατζέσκα θα ξεχωρίσουν πραγματικά. Έχουμε, δηλαδή, δύο πλάνα όπου κινείται η αφήγηση: το ένα, το κυριότερο, αφορά την εκλογή των τίτλων που θα προκαλέσει τον πόλεμο, το άλλο αναφέρεται στα πρόσωπα που δίκην ιεροφαντών ιδρύουν μια σχολή καλού γούστου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Για να διασφαλιστεί, λοιπόν, η ακεραιότητα της εκλογής των τίτλων, ανατίθεται σε μια πλειάδα μυθιστοριοφάγων να καταγράψει ο καθένας τους έναν δικό του κατάλογο και να τον καταθέσει στην επιτροπή, χωρίς να φαίνεται πουθενά το όνομά του. Έτσι, κατά κάποιον τρόπο τα βιβλία που θα έχουν την τιμή να φιγουράρουν στα ράφια θ’ αφήνουν την εντύπωση ότι εξελέγησαν αφ’ εαυτών, λόγω αξίας και όχι λόγω υπόπτου προτιμήσεως κι ενδοτικής προσωποληψίας. Ιδού η δίκην μανιφέστου απολογία του Ιβάν (ή Βαν): «Επιτρέψτε μου να επανέλθω στη διάκριση μεταξύ βιβλίου και μυθιστορήματος. Θα καταλάβετε σε λίγο γιατί επιμένω σε αυτό το σημείο. Τα βιβλία που με γοήτευσαν, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση της Φραντζέσκας, ήταν κατά 99% μυθιστορήματα. Τρελαίνομαι για λογοτεχνία, ενώ όλα τα άλλα -φιλοσοφία, δοκίμια, επιστήμες του ανθρώπου- δεν μου λένε πολλά πράγματα. Διαβάζω μόνο μυθιστορήματα, καθώς και τα βιβλία εκείνα που, χωρίς να είναι μυθιστορήματα, είναι λογοτεχνία: διηγήματα, φυσικά, αλλά και πράγματα, όχι κατ’ ανάγκην σύντομα: αφηγήσεις, χρονικά, ημερολόγια, κείμενα που δεν μπορείς να τα κατατάξεις πουθενά. Διαβάζω, επίσης, ποίηση αλλά και δοκίμια, όταν είναι γραπτά. Σπανίζουν, αλλα υπάρχουν. Ο Κλοντ Λεβί-Στρος, ας πούμε, ή ο Μισέλ Φουκό, για να περιοριστώ σε αυτούς τους δύο, είναι συγγραφείς. Τέτοιου είδους βιβλία, λοιπόν, έβρισκες στο άντρο μου».

Ο Πολάν έλεγε ότι το 90% των μυθιστορημάτων που εκδίδονται δεν αξίζει τον κόπο. «Ωστόσο, η κριτική γνωρίζει μόνο δύο νόμους - της συντεχνίας και της παρέας. Με μια λέξη είναι διεφθαρμένη». Άρα, το «Καλό Μυθιστόρημα» δεν θα είναι συνηθισμένο βιβλιοπωλείο. Αυτό είναι το στοίχημα. Οι πελάτες μας δεν θα είναι συνηθισμένοι πελάτες. Αυτοί που θα βλέπουμε στο Au bon roman είναι άνθρωποι που δεν αγοράζουν ποτέ ένα βιβλίο επειδή έχει μόλις βγει αλλά για άλλους λόγους, που δεν έχουν καμιά σχέση με την ημερομηνία έκδοσης, προς την οποία είναι εντελώς αδιάφοροι. Είναι άνθρωποι που μπαίνουν σ’ ένα βιβλιοπωλείο, ξέροντας τι θέλουν ν’ αγοράσουν, πηγαίνουν γραμμή στον βιβλιοπώλη και του λένε: «Θέλω το Τάιτους Γκρόουν του Μέρβιν Πικ...». Ο ντόπιος αναγνώστης, προφανώς, δεν νομίζουμε ότι έχει εποπτεία τόσων νεόκοπων μυθιστορημάτων. Ιδού ένας κατάλογος (που συνεχίζεται στις πίσω σελίδες του βιβλίου): Μοντιανό, Μισόν, Λοράν, Γκαϊγί, Εσγόζ, Οστέρ, Μπομπέν, οι δύο Ρολέν, Γκρενιέ, Ρουμπό, Ριό, Μπιανσιστί, Μπενοζιλιό, Μπεργκουνιού, Ντεβίλ, Λακλαβετίν, Σολοντενκό, Βιζάζ, Ρουσό, Ραφαέλ Μπιγιεντού, Σιλβί Ζερμέν, Ανί Ερνό, Ρεζίν Ντεταμπέλ, Νικόλ Καλιγκαρίς, Μαριλίν Ντεμπιόλ, Καρέ, Μιγιέ, Σεβιγιάζ, Ολντέρ, Ντι Νοτά...

Μπορεί να παρεκκλίνουμε από τον σχολιασμό μας, ωστόσο θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ένα παρόμοιο βιβλιοπωλείο στο κέντρο της Αθήνας. Ένα στέκι που θα βρίσκεται κοντά στο Σύνταγμα ή στο Γκάζι και όπου θα μπορεί κανείς να βρει αν όχι μυθιστόρημα (που δεν διαθέτουμε σε μεγάλη κλίμακα), τουλάχιστον μπόλικη ντόπια και ξένη ποίηση. Όσο για τις συνέπειες (στην εκλογή και στον αποκλεισμό των βιβλίων), νομίζουμε ότι θα προκαλούσε πολεμικές ανάλογες με αυτές που αφηγείται η Κοσέ. Διότι δεν πρόκειται για την πώληση ή μη του εκάστοτε βιβλίου, για την απουσία κάποιων συλλογών ή τη σταθερή παρουσία άλλων, όσο για το «δικαίωμα» αφανών κριτικών που δέχτηκαν ή αρνήθηκαν συγκεκριμένα βιβλία. Η απόρριψη ισοδυναμεί με καταδίκη σε «λογοτεχνικό θάνατο».

Το σημαντικό, λέει ο Ιβάν, δεν είναι να έχουμε όλα τα καλά μυθιστορήματα, αλλά το να μην έχουμε παρά καλά μυθιστορήματα. Επ’ αυτού θα χαλάσει κυριολεκτικά ο «φιλολογικός» κόσμος. Ποιοι είναι αυτοί οι εκλέκτορες που επιτρέπουν την είσοδο στο βιβλιοπωλείο «αυτών» των μυθιστορημάτων, αποκλείοντας πολυάριθμα άλλα; Ενώ ο Βαν και η Φραντζέσκα πιστεύουν ότι κάνουν επανάσταση μέσα στα πολιτιστικά ήθη, υπάρχει και η αντίθετη καμαρίλα που φρονεί ότι η γαλλική κακία, η πιο σκληρή μετά την αγγλική, κάνει παιχνίδι και υπονομεύει τα παριζιάνικα κι ευρύτερα γαλλικά αναγνωστικά ήθη. Αν η ιδέα του «καλού μυθιστορήματος» αποτύγχανε, προφανώς ουδείς θα έδινε σημασία, διότι η πρωτοβουλία θα θαβόταν κάτω από τις κοροϊδίες των αποκλεισμένων απ’ τα ράφια. Ωστόσο, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Στρατιές αναγνωστών κάνουν το βιβλιοπωλείο να «σφύζει υπόκωφα», να γίνεται σιγά σιγά μυστική πατρίδα των απανταχού βιβλιόφιλων. Άλλωστε, η επιτυχία του βιβλιοπωλείου αποτελεί και τη θριαμβευτική δικαίωση των πρωτεργατών της επιχείρησης. Ποιο ήταν το ύφος του δικαιωμένου Ιβάν; «Είχε το ύφος ενός μουσικού που περιμένει χρόνια επί χρόνια την ώρα του, και μια μέρα συναντάει το κοινό του, παίζει τέλεια και ζει μια στιγμή ευδαιμονίας, συνειδητοποιώντας ότι από εκείνη τη στιγμή η ζωή του δεν θα είναι πια η ίδια».

Όσο για τους αναγνώστες που ήταν ικανοί να μένουν ακίνητοι τη μισή μέρα, βυθισμένοι στην ανάγνωση, σιωπηλοί, συχνά όρθιοι, με ένα βλέμμα τρελούτσικο, χαρακτηριστικό της νοσηρής βιβλιοφιλίας, όταν ξεπόρτιζαν από τον χώρο του βιβλιοπωλείου, προσπαθούσαν, βγαίνοντας στον δρόμο, να συγκρατηθούν και να μη χορέψουν.

Δεδομένου ότι πάσα επιτυχία -όποια κι αν είναι αυτή- δημιουργεί εχθρούς, δεν άργησαν να εμφανίζονται στο διαδίκτυο μηνύματα χολερικά, καταγγελτικά, πολεμικά ενίοτε. «Δεν υπάρχει τίποτα πιο σνομπ από το περιβόητο Στο καλό μυθιστόρημα, είναι η πιο μπουρζουάδικη συλλογή βιβλίων στον κόσμο». Άλλοι εγκατέλειπαν τα προσχήματα και ξεσπούσαν σε βρισιές. «Μια παπάρα είναι αυτό που κάνετε!». Δεν έλειπαν κι εκείνοι που απειλούσαν ευθέως: «Ρε ψηλομύτες, θα σας κόψουμε το λαρύγγι, κρεμάλα στους φασίστες! Από κοντά και η καταγγελτική αρθρογραφία. Ενώ όμως θα περίμενε κανείς από τους ιδρυτές του βιβλιοπωλείου να μη δώσουν σημασία, η γενικευμένη κατακραυγή τους πλήγωσε κατάκαρδα. Τα βάσανα του βιβλιοπωλείου παραλληλίστηκαν με το διάσημο βιβλιοπωλείο του Φρανσουά Μασπερό (1970-1980) που κατάφεραν να το κλείσουν (εκτός των άλλων, και οι αχόρταγοι βιβλιοκλέπτες!). Ακόμη και ο υπουργός Πολιτισμού συντάχθηκε με τους εχθρούς του «κινήματος»: «Αν υπάρχουν κορυφές είναι γιατί υπάρχουν βουνά. Η πνευματική καλλιέργεια είναι ένα σύνολο. Δεν θα υπήρχαν κορυφές, αν δεν υπήρχαν τα υποστρώματα, οι ομαλές πλαγιές και τα λιβάδια, σε πιο χαμηλά υψόμετρα. Το πνεύμα της δημοκρατίας είναι να αγαπάς το σύνολο, να καθοδηγείς το σύνολο, να εξυψώνεις το σύνολο, και ν’ αφήνεις την ατομική ελευθερία να εκφράζει και εδώ, όπως αλλού, τις προτιμήσεις της». Η απάντηση, βέβαια, είναι γνωστή: ουδεμία σχέση έχει η λογοτεχνια με τη δημοκρατία! Μπορεί οι αναγνώστες να είναι δημοκρατικοί, οι συγγραφείς όμως ουδέποτε είχαν αγαστές σχέσεις με το δημοκρατικό αίσθημα της γραφής.

Αφήνουμε τη συνέχεια να την απολαύσει ο αναγνώστης, παρακολουθώντας, εκτός των άλλων, και την ιδιωτική ζωή των δύο κύριων προσώπων: του Ιβάν και της Φραντζέσκας. Η Κοσέ κάνει τα πάντα για να δώσει στο μυθιστόρημά της δραματική πνοή, συναιρώντας την τύχη των προσώπων με την τύχη του βιβλιοπωλείου. Μια απορία, βέβαια, του αναγνώστη αφορά και το εξής ερώτημα: το μυθιστόρημα που περιγράφει το Καλό Μυθιστόρημα θα είχε, άραγε, το υψηλό δικαίωμα να τοποθετηθεί στα ράφια του περιβόητου βιβλιοπωλείου; Παρά την επιδεξιότητα της αφηγήτριας, η κεντρική ιδέα υπερέχει κάπως έναντι των προσώπων. Έρωτες, συγγένειες, προσδοκίες και απογοητεύσεις έρχονται σε δεύτερη μοίρα, καθώς η τύχη του βιβλιοπωλείου δεν μπορεί να προσωποποιηθεί μέχρι του σημείου οι ιδρυτές του να ταυτιστούν μαζί του. Πίσω από τις σελίδες του «Καλού μυθιστορήματος» θροΐζει το πνευματικό ζήτημα της αυθεντικής λογοτεχνίας που καταργεί πάσα εξωλογοτεχνική συγγένεια. Τυχαία, μήπως, παρατίθεται το σχόλιο του Φλωμπέρ; «Πήρα να διαβάσω το Αρτίρ του Ευγένιου Σύη. Ό,τι πρέπει για ξέρασμα. Πρέπει να το διαβάσεις για να λυπηθείς τα χρήματα, την επιτυχία, το κοινό. Η λογοτεχνία πονάει στο στήθος. Φτύνει, βγάζει αφρούς από το στόμα, σκεπάζει τα περιττώματά της με αρωματισμένους ταφτάδες. Χρειάζονται Χριστοί της Τέχνης για να θεραπεύσουν αυτόν το λεπρό...».

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η (διαρκώς) απρόβλεπτη ζωή και έργο της Αν Κάρσον

Βιβλίο / Αν Κάρσον: «Οι άνθρωποι που αγαπάμε, ποτέ δεν είναι όπως τους επιθυμούμε»

Η Καναδή συγγραφέας, που τιμήθηκε με το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας, άλλαξε τον χάρτη των παγκόσμιων γραμμάτων με την ξεχωριστή γραφή της. Κινήθηκε με απαράμιλλη άνεση ανάμεσα στην ποίηση, το δοκίμιο και το λιμπρέτο, πλάθοντας ένα προσωπικό λογοτεχνικό σύμπαν, όπου η ειρωνεία συνυπάρχει με την ομορφιά και το προσωπικό πένθος συνομιλεί με την οδύνη των κλασικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Βιβλίο / Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Στην «Εκλεκτή των θεών», η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας εμπνέεται από τον βίαιο εκχριστιανισμό της Ευρώπης, και γράφει ένα πρωτότυπο, σκωπτικό και συγκινητικό μυθιστόρημα για την εξουσία και την εμμονή που οδηγεί στο ιδεολογικό μίσος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Βιβλίο / Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας, η ψυχίατρος-αναλύτρια και συγγραφέας εξηγεί τι είναι το νέο γήρας και πώς μπορούν οι ηλικιωμένοι σήμερα να καταρρίψουν τα στερεότυπα, να εξέλθουν από την κοινωνική απομόνωση και να διεκδικήσουν όλα όσα επιθυμούν και τους αξίζουν. 
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Γιώργος Χωματηνός: «Οι Βρίκελοι είμαστε εμείς, οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας»

Βιβλίο / Ο Γιώργος Χωματηνός έγραψε ένα βιβλίο για τους βρικόλακες της ιστορίας: εμάς

Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-επίτευγμα, όπου, με συναρπαστική γλώσσα και μοναδικό ρυθμό, συναντιούνται το δημοτικό τραγούδι, η αρχαία τραγωδία, η λαϊκή και λόγια παράδοση, σε ένα έργο που μιλά για μια κοινωνία που έχει χάσει την αίσθηση του συνανήκειν.
M. HULOT
Βερένα Κέσλερ: «Υπάρχουν πράγματι πολλά κοινά μεταξύ της κουλτούρας των ναρκωτικών και αυτής των αναβολικών και των λογής συμπληρωμάτων διατροφής»

Βιβλίο / Βερένα Κέσλερ: «Όσο πιο πολλά “άψογα” σώματα βλέπεις, τόσο νιώθεις ότι το δικό σου υστερεί»

Η Γερμανίδα συγγραφέας που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το «Γυμναστήριο», ένα μυθιστόρημα-θρίλερ για την εμμονή με την αυτοβελτίωση και την κουλτούρα της γυμναστικής, μιλά στη LiFO. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Βιβλίο / Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Ο κορυφαίος Κουβανός συγγραφέας μάς ξεναγεί στην πόλη που αγάπησε βαθιά και αρνήθηκε να εγκαταλείψει. Στη συναρπαστική «Αβάνα» του, τη δείχνει τραυματισμένη αλλά και ακατάλυτη, να αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ;

Το πίσω ράφι / Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ρωτά: Τι κάνεις αν βρεις 350.000 ευρώ;

Στο μυθιστόρημά του «Η πόλη και η σιωπή», ο διακεκριμένος συγγραφέας αφηγείται την ιστορία ενός σκληρά δοκιμαζόμενου ανθρώπου που παλεύει να διαφυλάξει την ακεραιότητά του, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026)

Guest Editors / Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026): Η γυναίκα που μελέτησε πώς πενθούν οι Έλληνες

Καθηγήτρια επί δύο δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, προτού διαδεχθεί τον Γιώργο Σαββίδη στην Έδρα Σεφέρη του Χάρβαρντ, η επιδραστική ερευνήτρια της ελληνικής γραμματείας έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή, αφήνοντας μια σπουδαία παρακαταθήκη.
ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗΣ
Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Βιβλίο / Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Λίγο προτού έρθει στην Ελλάδα, ο σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας μιλά αποκλειστικά στη LiFO για το νέο του μυθιστόρημα «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική αλλαγή, τη μνήμη και τους νέους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ