Η αυλή των θαυμάτων

Η αυλή των θαυμάτων Facebook Twitter
0

Η ιστορική γνώση και μόνο εμποδίζει την, αυτοφυή στη ράτσα μας, διάθεση λυρισμού και ωραιοποίησης ακόμη και ζοφερών περιόδων της σχετικά πρόσφατης Ιστορίας. Οι καταστάσεις που αποτυπώνει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης στην Αυλή των Θαυμάτων (1957) πριν από μια δεκαετία έμοιαζαν οριστικά περασμένες. Κι όμως, ειρωνική κατακλείδα στην «ανάπτυξη» και τον «εκσυγχρονισμό» της τελευταίας 30ετίας, καλούμαστε να ζήσουμε ανάλογες εκ νέου.

Απ’ όσα έχουν γραφτεί έως τώρα για την παράσταση της Αυλής των Θαυμάτων του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, διαπιστώνω μια διάθεση διαφυγής σε ερμηνείες που καμία σχέση δεν έχουν με την πραγματικότητα της μετεμφυλιακής Ελλάδας της δεκαετίας του ’50. Όλα κουκουλώνονται κάτω από μια εξωπραγματική νοσταλγία (να φταίνε οι παλιές καλές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου;) που αλλοιώνει καίρια την παλιά συνθήκη, καθιστώντας αδύνατη την κατανόηση της σημερινής.

Γιατί, όπως και τώρα, έτσι και τότε υπήρχουν πολιτικά αίτια και πολιτικοί υπεύθυνοι για την κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων (εκπρόσωποι των οποίων είναι οι ήρωες στο έργο του Καμπανέλλη). Μετά το τέλος του Εμφυλίου, η κατάσταση της οικονομίας του κράτους ήταν άθλια κι όλοι βασίζονταν στο Σχέδιο Μάρσαλ για την ανασυγκρότησή του. Χωρίς, εννοείται, κάποιο σχέδιο μακροπρόθεσμο, χωρίς πρόβλεψη και προγραμματισμό που να επιτρέπει να μπουν γερά θεσμικά θεμέλια. Ο Κ. Δοξιάδης σημείωνε ήδη το 1950: «Η παραποίηση της οικονομικής πραγματικότητας και οι εξιδανικευτικές προοπτικές έχουν καταντήσει το μόνο όπλο “επιστημονικής” διαπαιδαγώγησης του κοινού με σκοπό τη διαφήμιση του Σχεδίου Μάρσαλ και την αυτοδιαφήμιση μερικών “εγκεφάλων” υποτακτικών, των “γιες μεν”, όπως τους λένε, της αμερικανικής αποστολής. Επικεφαλής ο γνωστός “συντονιστής” του γνωστού “προγράμματος ανασυγκρότησης”, άλλοτε “τετραετούς”, άλλοτε προσωρινού”, άλλοτε “μακροπρόθεσμου αναθερωρημένου” κ.λπ.». Ο Δοξιάδης, που πίστευε στη χωροταξική πολιτική βάσει προγράμματος και σε μακροπρόθεσμη προοπτική, καταδικάζει την ανικανότητα του πολιτικού προσωπικού. Η αντιπαροχή, που σε διάφορα σημερινά κείμενα αποκτά υπόσταση μεταφυσικού φαινομένου, ήταν στην πραγματικότητα επιλογή των κυβερνήσεων της εποχής για οικοδόμηση πολυώροφων κτιρίων από ιδιώτες, που θα κάλυπταν το έντονο πρόβλημα στέγασης και θα προσανατόλιζε την ανάπτυξη στην οικοδομή πέρα από κάθε κρατικό έλεγχο. Σας θυμίζει κάτι;

Και πού να μείνουν όλοι αυτοί που άφηναν κατά δεκάδες τα χωριά τους, συχνά για να γλιτώσουν από τη ρετσινιά του κομμουνιστή και να μπορέσουν να ζήσουν αφανείς στο χωνευτήρι της μεγαλούπολης; Και πώς να αξιοποιήσουν τα κεφάλαια που συσσώρευσαν τις μαύρες μέρες της δεκαετίας του ’40 οι γνωστοί άγνωστοι μαυραγορίτες; Και γιατί η τότε αστική τάξη, χωρίς δεύτερη σκέψη, έδωσε τις νεοκλασικές οικίες της για ν’ ανεγερθούν τα τσιμεντένια κτίρια; Καμιά νοσταλγία, λοιπόν.

Ένα άλλο στοιχείο που αναπαράγεται χωρίς φειδώ είναι ότι το έργο μεταφέρει ένα κοινώς αποδεκτό αξίωμα (αντιγράφω από κείμενο του προγράμματος της παράστασης): «Οι λαϊκές τάξεις είναι κατά βάσιν αγνές… πολύ πιο αγνές όταν τις κοιτάξει κανείς από κοντά απ’ ό,τι όλες οι άλλες τάξεις». Να τη πάλι η νοσταλγία του μεταγενέστερου σχολιαστή. Αλλά ο Καμπανέλλης έγραψε για μια συνθήκη πραγματική, για την πόλη όπου ζούσε και για ανθρώπους γύρω του - δεν νοσταλγεί. Κι αν, γράφοντας, είχε στο μυαλό του κάποιο ξένο έργο, αυτό δεν πρέπει να ήταν τόσο ο Βυσσινόκηπος του Τσέχωφ όσο Ο Βυθός του Γκόρκι. Η ανεργία, η φτώχια, η έλλειψη των βασικών, κάνουν τους ανθρώπους άγρια θηρία - δεν προκαλούν τη συμπόνοια και την ευσπλαχνία προς τους συμπάσχοντες.

Εννοείται ότι δεν είναι από τη φύση τους κακοί οι άνθρωποι της Αυλής των Θαυμάτων. Οι συνθήκες έχουν μεταμορφώσει τον Στέλιο σ’ ένα παράσιτο, που δανείζεται για να παίξει στον ιππόδρομο. Κι ο Στράτος, ο υδραυλικός, μόνο τίμιος δεν είναι, αφού του δανείζει συστηματικά για να βγαίνει με τη γυναίκα του. Η Αννετώ είναι μια φαντασιόπληκτη, κουτσομπόλα, μνησίκακη γριά ρουφιάνα. Η όμορφη Ντόρα εξελίσσεται σε «κοκοτίδιον». Ο υποαπασχολούμενος Μπάμπης, όταν δεν έχει λεφτά, δέρνει τη γυναίκα του μέχρι λιποθυμίας και το παίζει ηθικολόγος, αποδίδοντας την αυτοκτονία του Στέλιου στη γυναίκα του που τον απάτησε! Μόνο η Αστά, ο Ιορδάνης και ο γιος τους, ο Γιάννης, ξεχωρίζουν, ίσως επειδή έρχονται από αλλού - κι ας έχουν ενταχθεί ισότιμα στο ελληνικό λούμπεν.

Καμιά νοσταλγία, λοιπόν. Μόνο διάθεση κατανόησης - που προϋποθέτει τις αναγκαίες, επώδυνες συνδέσεις. Το έργο του Καμπανέλλη γι’ αυτό έγραψε ιστορία και γι’ αυτό συγκινεί -πολύ- τους σημερινούς θεατές. Δεν αποκρύβει, αλλά κατανοεί.

Η παράσταση του Γιάννη Κακλέα προσπάθησε να εκσυγχρονίσει τον δραματικό χρόνο και τόπο του έργου, κάτι απολύτως θεμιτό, δεδομένης της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας που ζούμε. Μόνο που ο Μανώλης Παντελιδάκης δεν είχε και μεγάλη έμπνευση και το σκηνικό δεν υποστήριξε καλά την αναγκαστική συνύπαρξη των ηρώων. Η Ελένη Μανωλοπούλου έντυσε με δυασανάλογα καλό γούστο τις φτωχές, λαϊκές γυναίκες της ιστορίας - δεν είναι ότι μια σημερινή γυναίκα δεν μπορεί να ντυθεί κομψά στα Zara, αλλά συνήθως δεν έχει αναπτυγμένη την αισθητική που θα της το επιτρέψει.

Αλλά κανένα από τα παράπανω σχόλια δεν μπορούν να επισκιάσουν τις ερμηνείες του συνόλου των ηθοποιών. Εξαιρετικοί ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος, ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, η Μίνα Αδαμάκη, η Θεοδώρα Τζήμου, η Αλεξάνδρα Αηδίνη, η Λένα Παπαληγούρα, ο Θοδωρής Κατσαφάδος, ο Νίκος Ψαρράς, η Εύα Σαουλίδου, ο Νίκος Κουρής. Αυτοί, με το ταλέντο τους, εξαφανίζουν τις αδυναμίες της παράστασης (π.χ. την αμήχανη τελική σκηνή με τους μηχανικούς και τους αστυνόμους). Αυτοί είναι η Αυλή των Θαυμάτων και τους οφείλουμε.

Θέατρο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Θεόδωρος Γρηγοριάδης: «Η Σαλονίκη του ’74-’84 ήτανε παράδεισος, αρκούσε να περπατήσεις μόνος στην Εγνατία»

Θέατρο / Θεόδωρος Γρηγοριάδης: «Κάθε Έλληνας φαντάρος όλο και από κάποιον λατρεύτηκε»

Λίγο πριν ξανανέβει στη σκηνή «Το Παρτάλι» με τον Φώτη Σεργουλόπουλο, ο συγγραφέας του, Θεόδωρος Γρηγοριάδης αποκαλύπτει τις ερωτικές αναστατώσεις που έζησε ως φοιτητής στη Θεσσαλονίκη της Μεταπολίτευσης.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Αφιέρωμα Θέατρο

Θέατρο / Ραντεβού στο θέατρο: Όλες οι παραστάσεις που αξίζει να δεις φέτος

Το ελληνικό θέατρο εξελίσσεται, τολμά και συνομιλεί με το σήμερα. Με έμφαση στην ελληνική θεματολογία, αλλά και με κλασικά έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, η φετινή θεατρική σεζόν είναι πιο δυναμική από ποτέ.
THE LIFO TEAM
Ρένη Πιττακή

Οι Αθηναίοι / Ρένη Πιττακή: «Το ταλέντο δεν είναι διαμέρισμα να σ’ το γράψει κάποιος»

Στην οντισιόν του Θεάτρου Τέχνης πήγε σχεδόν απροετοίμαστη. Αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο για να γίνει η αγαπημένη του Κουν και ένα από τα κομβικά πρόσωπα αυτής της ιστορίας. Κάνει θέατρο για να μπορεί να κάνει στη σκηνή όσα διστάζει στην αληθινή ζωή και αποφεύγει τους απολογισμούς. Η σπουδαία ηθοποιός αφηγείται τη ζωή της στη LifO.
ΜΑΤΟΥΛΑ ΚΟΥΣΤΕΝΗ
Ντμίτρι Κρίμοφ: «Χωρίς πολιτισμό, το μόνο που απομένει είναι η αγριότητα»

Θέατρο / Ντμίτρι Κρίμοφ: «Χωρίς πολιτισμό, το μόνο που απομένει είναι η αγριότητα»

Ο διάσημος Ρώσος σκηνοθέτης, που ζει πλέον αυτοεξόριστος στη Νέα Υόρκη, μιλάει στη LiFO για τον Σαίξπηρ, την αθέατη πλευρά των παραμυθιών και για το θέατρο ως θεραπευτική μορφή έκφρασης σε μια εποχή αγριότητας και πολέμου. Τον Απρίλιο του 2027, θα έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τη δουλειά του μέσα από μια διασκευή εμπνευσμένη από την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ, που θα ανέβει στο Εθνικό Θέατρο.
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
ΤΒΑΡΚΌΦΣΚΙ

Λούκας Τβαρκόφσκι / Λούκας Τβαρκόφσκι: «Η λογική δεν αρκεί για να εξηγήσεις τον κόσμο»

Ένας από τους πιο καινοτόμους και σημαντικούς σκηνοθέτες του ευρωπαϊκού θεάτρου, με μια υβριδική φόρμα μεταξύ σινεμά και θεάτρου, μιλά στη LiFO για την επιστροφή του στη Στέγη με το «ORACLE», το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας που εστιάζει σε επιστημονικές τομές του 20ού και 21ου αιώνα, εξετάζοντας την περίπτωση του Άλαν Τούρινγκ και την εξέλιξη της τεχνολογίας έως την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Θέμης Πάνου: «Δεν είχα ξανακάνει μονόλογο, χρειάζεται πολύ θάρρος»

Θέατρο / Θέμης Πάνου: «Πόσοι δεν ζουν σε κλειστά σπίτια με πιεσμένους γονείς;»

Επιστρέφει για τρεις βραδιές στην Πειραιώς 260 η παράσταση «Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα» της Βίλιας Χατζοπούλου και του Θέμη Πάνου, με τον βραβευμένο ηθοποιό να υποδύεται μια νεαρή δασκάλα από τη δεκαετία του ’50.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Η «KASSY» είναι η Κασσάνδρα που επιστρέφει θριαμβεύτρια

Θέατρο / Μια κουίρ Κασσάνδρα που αρνείται να είναι θύμα

Το Athena Zeros ανεβάζει το βραβευμένο από την UNESCO έργο του Ανδρέα Φλουράκη «Κάσσυ» και μιλά στη LiFO για το πώς προσέγγισε τον αρχαίο μύθο ως μια καταγγελία ενάντια στην έμφυλη βία και τη σιωπή που επιβάλλει η εξουσία.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΔΗΩ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗ θεατρολόγος

Οι Αθηναίοι / Δηώ Καγγελάρη: «Η γενιά μου δεν μπόρεσε να αλλάξει τον κόσμο»

Η διευθύντρια σπουδών στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου μιλά στη LiFO για τα παιδικά χρόνια στον «χαμένο παράδεισο» του Μεταξουργείου, για «το παιδί της ελπίδας μετά την ήττα» που υπήρξε, τους σημαντικούς δασκάλους του θεάτρου που γνώρισε, τη δύσκολη περίοδο του MeToo και την τραυματική αποχώρηση του Γιώργου Λούκου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
ΕΠΕΞ Δήμητρα Βλαγκοπούλου: «Το θέατρο είναι ο δύσκολος δρόμος»

Θέατρο / Δήμητρα Βλαγκοπούλου: «Σπάσαμε ταμπού, αλλά οι άντρες ακόμα αμείβονται καλύτερα»

Ξεκίνησε από τον αθλητισμό, πέρασε στον χορό, αλλά την κέρδισε το θέατρο. Η βραβευμένη ηθοποιός μιλά, εν όψει της πρεμιέρας του «Ρομπέρτο Τσούκο», για την επαφή της με τον τολμηρό κόσμο του Κολτές αλλά και τη σχέση της με το κοινό.
ΜΑΤΟΥΛΑ ΚΟΥΣΤΕΝΗ
Οι «Δωσίλογοι» γίνονται θεατρική παράσταση

Θέατρο / Οι «Δωσίλογοι» γίνονται θεατρική παράσταση

Το πολυσυζητημένο βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη ανεβαίνει στο θέατρο Χώρα παραμονές 28ης Οκτωβρίου. Ο γνωστός ιστορικός και οι σκηνοθέτες, Δέσποινα Αναστάσογλου και Δημήτρης Αγαρτζίδης, μιλούν στη LiFO.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
CHECK ΑΠΟΣΤΟΛΗ: Στην Σκιάθο με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη για μια νέα «Φόνισσα»

Μουσική / Στη Σκιάθο με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη για μια νέα «Φόνισσα»

Βρεθήκαμε στο νησί του Παπαδιαμάντη για την παγκόσμια πρεμιέρα του μελοδράματος «Η Φόνισσα», σε μουσική Γιώργου Κουμεντάκη, με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη να ερμηνεύει όλα τα πρόσωπα του έργου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ