Μεγάλωσα στην Τούφα Χαλανδρίου, σε μια εποχή που η Αττική Οδός ήταν μια τεράστια αλάνα, όπου βοσκούσαν πρόβατα, η Πλακεντίας περιβαλλόταν από μποστάνια και στην πλατεία Χαλανδρίου υπήρχαν μικρασιάτικα ζαχαροπλαστεία. Θυμάμαι τη γέφυρα της Κατεχάκη σαν ένα τούνελ για μια άλλη πόλη.

Η πρώτη φορά που κατέβηκα μόνος μου στο κέντρο ήταν μέσα σε στρατιωτικό φορτηγό. Ήταν στις μεγάλες απεργίες των λεωφορείων επί Μητσοτάκη. Είχα πάει στην Πατησίων για ν’ αγοράσω τα πρώτα μου γυαλιά ηλίου με μια ξαδέρφη μου και είχα εντυπωσιαστεί από την αρχοντιά του δρόμου. Όταν μετακόμισα στο κέντρο, η σχέση μου με την Αθήνα άλλαξε ραγδαία. Απ’ το σαλόνι του σπιτιού μου στον Κεραμεικό έβλεπα την Ακρόπολη ανάμεσα από ρετιρέ, κεραίες και τυφλές όψεις. Για πολλούς μήνες στο σαλόνι μου υπήρχε μόνο μια διπλή σεζλόνγκ, όπου περνούσαμε άπειρες ώρες με φίλους «ακροπολώντας», χαζεύοντας δηλαδή την Ακρόπολη και φιλοσοφώντας.

Κάπου στα πέντε μου νοσηλεύτηκα για λίγο στο Παίδων. Θυμάμαι τη νοσηλεία μου ως μια πολύ ευχάριστη εμπειρία: ήμουν το κέντρο της προσοχής όλης της οικογένειας. Από τότε αισθάνομαι πολύ τρυφερά συναισθήματα για τα γεύματα σε μεταλλικούς δίσκους.

Όταν ήμουν μικρός, δεν είχα κάποιο πολύ ισχυρό όνειρο. Λάτρευα τους Θάντερκατς, διάβαζα Αστερίξ πριν ακόμη μάθω να διαβάζω, φοβόμουνα τη «Φρουτοπία» και ήμουν κρυφά ερωτευμένος με τον Φάντομ Ντακ. Επίσης, είχα πάθος με τα Lego. Η Μαφάλντα, ο Αρκάς, ο Αστερίξ, ο μικρός Νικόλας και ο Άντριαν Μολ είναι τα βιβλία που νομίζω ότι καθόρισαν το χιούμορ μου. Στην εφηβεία μου πέρασα ένα κόλλημα με τη γενιά του ’30, και ειδικά με τον Καραγάτση. Ο Κίτρινος Φάκελος με είχε στοιχειώσει για πολλά χρόνια, καθώς είχα ταυτιστεί με τον πρωταγωνιστή. Το τελευταίο βιβλίο που μ’ εντυπωσίασε ήταν το Αγαπημένο Παιχνίδι του Λέοναρντ Κοέν.

Οι σπουδές μου στην Αρχιτεκτονική ήρθαν από κεκτημένη ταχύτητα, ως συνδυασμός μιας έφεσης στο σχέδιο και του οικογενειακού ιστορικού. Ήδη, πριν μπω στη σχολή, ήξερα ότι δεν ήθελα να γίνω αρχιτέκτονας. Ήθελα, όμως, να το σπουδάσω. Η αρχιτεκτονική και το σινεμά είναι δυο συλλογικές τέχνες, με ισοδύναμο θεωρητικό και τεχνικό σκέλος, που απαιτούν τη συνεργασία πολλών ετερόκλητων ανθρώπων. Και οι δύο κατασκευάζουν κόσμους. Η αρχιτεκτονική φαντάζεται σενάρια και φτιάχνει χώρους, ενώ το σινεμά φαντάζεται χώ ρους και φτιάχνει σενάρια. Η σκηνοθεσία ήρθε αργά και αβίαστα. Πρώτα έκανα θέατρο με φίλους, μετά άρχισα να κάνω ταινίες με φίλους και σιγά σιγά το πήρα στα σοβαρά. Ουσιαστικά, έμαθα σινεμά στην πράξη, μέσα από τρομερά λάθη και πολλή δουλειά.

Η αγάπη μου για τις ταινίες του Αλμοδόβαρ ξεκίνησε κάπου στην εφηβεία μου. Όταν τελείωνα τις σπουδές μου στην
Αρχιτεκτονική έκανα μια εργασία πάνω στη χρήση του χώρου στις ταινίες του Αλμοδόβαρ. Εκεί συνειδητοποίησα με πόσο ποικίλους τρόπους μπορεί να χρησιμοποιηθεί η αρχιτεκτονική ως εργαλείο αφήγησης στον κινηματογράφο. Αυτό, όμως, το οποίο μ’ έχει επηρεάσει πιο πολύ απ’ τον Αλμοδόβαρ είναι η έλλειψη σοβαροφάνειας. Τουλάχιστον μέχρι το Μίλα της ο Αλμοδόβαρ έβαζε συστηματικά στις ταινίες του στοιχεία κιτς, ποπ και φολκλόρ, που υπονόμευαν το κύρος της πλοκής του, όπως, για παράδειγμα, τα μελοδραματικά ρετρό τραγούδια, τα οποία για τους Ισπανούς ισοδυναμούν με ό,τι πιο λαϊκό - στον Ξεναγό επιχείρησα κάτι αντίστοιχο μ’ ένα τραγούδι της Μαρινέλλας.

Η αφορμή για να γράψω το σενάριο του Ξεναγού ήταν ένα άρθρο που διάβασα, το οποίο απαντούσε στο ερώτημα γιατί οι αρχιτέκτονες δεν έχουν ποτέ πρωταγωνιστικό ρόλο ως κινηματογραφικοί ήρωες. Η απάντηση που έδινε είναι ότι, ενώ οι αρχιτέκτονες είναι ένα επάγγελμα με κύρος αντίστοιχο των γιατρών ή των δικηγόρων, η διαδικασία της αρχιτεκτονικής δεν έχει το σασπένς που υπάρχει σε μια δίκη ή σε μια εγχείρηση. Έτσι, οι αρχιτέκτονες δεν γίνονται εύκολα πρωταγωνιστές, γιατί πολύ απλά δεν έχουν δράμα να προσφέρουν. Και είναι γεγονός: τόσο το θεωρητικό σκέλος της αρχιτεκτονικής, με τις διάφορες θεωρίες για την πόλη, τον χώρο και τον κάτοικο, όσο και το πρακτικό της σκέλος, με τον εργολάβο, τον μάστορα και το πλακάκι, δεν ενδείκνυνται ως υλικό για δράμα. Αν, όμως, προσεγγίσεις την αρχιτεκτονική ως την τρισδιάστατη και χτισμένη απεικόνιση μιας κοινωνίας, τότε μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο αφήγησης.

Η Αθήνα είναι ένα πεδίο μάχης: άνθρωποι, αυτοκίνητα, κτίρια, μνημεία, σκυλιά και γατιά, όλα παλεύουν για τον ζωτικό τους χώρο. Στην πραγματικότητα, έχουν όλοι συμβιβαστεί μ’ ένα αμφίθυμο στρίμωγμα. Εκεί κρύβεται τόσο η γοητεία όσο και η απελπισία της.

Η Αθήνα δεν είναι γκέι πόλη με την έννοια που είναι το Βερολίνο ή η Μαδρίτη. Η ανατολίτικη-βαλκανική μας πλευρά χαρακτηρίζει και την γκέι κουλτούρα, γι’ αυτό και θα μπορούσε ίσως να συγκριθεί μόνο με πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη, η Βηρυτός ή το Τελ Αβίβ. Σε γενικές γραμμές, νομίζω ότι το αποτύπωμα της γκέι κουλτούρας στην πόλη αντικατοπτρίζει τη σύνθεση και τον χαρακτήρα της ίδιας της γκέι κοινότητάς: πολλά μπαρ και κλαμπ, λίγα καφέ, ελάχιστοι χώροι κοινωνικής δικτύωσης, ένα βιβλιοπωλείο.

Στα μάτια μου η Ακρόπολη, μαζί με το αστικό τοπίο που την περιβάλλει, συνθέτει μια εξωφρενική αρχιτεκτονική αντίφαση, εφάμιλλη ίσως αυτής των Πυραμίδων μέσα στο Κάιρο. Αυτή η μεγαλειώδης αντίφαση είναι για μένα τεράστια πηγή νοημάτων. Στην ταινία αποτελεί την οπτικοποίηση των αντιφάσεων της εθνικής μας ταυτότητας.

Έμαθα πολλά από τους ξένους ηθοποιούς που παίζουν στην ταινία. Είναι εκπαιδευτική εμπειρία να βιώνεις επεισόδια στα Εξάρχεια από το μπαλκόνι μιας Αγγλίδας ηθοποιού. Όπως και το να βλέπεις την εργασιακή ρουτίνα μεταξύ Χαλανδρίου, Παλλήνης και Καπανδριτίου μέσα από την οπτική μιας Γερμανίδας απ’ το Ανατολικό Βερολίνο. Ή ν’ ανακαλύπτεις για πρώτη φορά τη θέα από την Πνύκα μέσα από τα μάτια ενός Γάλλου. Κι έχει σημασία ότι δεν είναι απλώς ξένοι, αλλά ξένοι από τη Δύση, την Ευρώπη, το διαχρονικό μέτρο σύγκρισης. Μόνο ένας ξένος από την Ευρώπη θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι αναφερόμαστε συχνά στην Ευρώπη σαν να μην είμαστε μέρος της.

Το νέο νέο κύμα του ελληνικού σινεμά είναι ένα ετερόκλητο σύνολο δημιουργών που τους ενώνει το πείσμα και η συλλογικότητα, μέσα από την οποία κάνουν ταινίες και που αντισταθμίζει την έλλειψη χρημάτων. Οι ταινίες αυτές καθαυτές είναι τελείως διαφορετικές μεταξύ τους. Κι αυτό είναι ίσως το στοιχείο που το διαφοροποιεί περισσότερο απ’ το προηγούμενο ρεύμα του ελληνικού σινεμά, όπου υπήρχε έντονη συνάφεια ύφους και πολιτικού στίγματος.

Θα ήθελα μια Αθήνα με βαμμένες όλες τις τυφλές όψεις, μποστάνια στις ταράτσες, τον Ιλισσό στη θέση της Μιχαλακοπούλου με γόνδολες που να σε πηγαίνουν από το Γουδί στο Φάληρο, πτήσεις «παραπέντε» από τον Λυκαβηττό, «παραλιοποίηση» όλης της Ποσειδώνος και ανοιχτούς όλους τους αρχαιολογικούς χώρους διαρκώς.